Ο Ντίκενς, στη σκηνή, διαβάζει την «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία»

Ο Ντίκενς, στη σκηνή, διαβάζει την «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» Facebook Twitter
1

Η δημοτική βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης έχει στην κατοχή της διάφορα προσωπικά αντικείμενα του Τσαρλς Ντίκενς. Ανάμεσα τους βρίσκεται το γραφείο του, πάνω στο οποίο είχε το πόδι της νεκρής του γάτας. Ναι, όταν η γάτα του πέθανε, κράτησε το ένα της πόδι, το οποίο μετέτρεψε σε χερούλι ενός μαχαιριού, με το οποίο άνοιγε τα γράμματα του, το οποίο εξακολουθεί να είναι κοφτερό.

Ο Ντίκενς, στη σκηνή, διαβάζει την «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» Facebook Twitter
Όταν η γάτα του πέθανε, κράτησε το ένα της πόδι, το οποίο μετέτρεψε σε χερούλι ενός μαχαιριού...

Ίσως το πιο πολύτιμο απόκτημα της συλλογής είναι το προσωπικό αντίτυπο του «Μια Χριστουγεννιάτικη Ιστορία». Είναι το αντίτυπο που χρησιμοποιούσε ο ίδιος όταν ήθελε να διαβάσει το έργο του στο κοινό, μαζί με τις ιδιόγραφες σημειώσεις του, με διορθώσεις του κειμένου, μαζί με οδηγίες για τον τονισμό της φωνής και καταγεγραμμένες αντιδράσεις του κοινού.

 

Η Kate Field, που είχε παραβρεθεί σε πολλές εμφανίσεις του Ντίκενς κατά την περιοδεία του στην Αμερική, έγραψε ότι «ένα μαγνητικό πεδίο μεταξύ του ερμηνευτή και του ακροατή» δημιουργούνταν όταν στην ιστορία έκανε την εμφάνισή του ο Σκρουτζ.

 

Ο Τσαρλς Ντίκενς άφησε ιστορία ως εξαιρετικός ερμηνευτής των κειμένων του, και για κάθε δημόσια ανάγνωση είχε ειδικά αντίτυπα, εκδοχές των ιστοριών του, προορισμένες για το κοινό. Τα περισσότερα από αυτά τα ειδικά βιβλία ήταν εκδόσεις που είχαν τυπωθεί σε μικρότερο μέγεθος, δεμένες με το δέρμα που χρησιμοποιούσε για τη δική του βιβλιοθήκη. Όμως, το μοναδικό αντίτυπο της Χριστουγεννιάτικης Ιστορίας που προοριζόταν για δημόσια ανάγνωση έχει διαφορετική μορφή: το βιβλίο (το συγκεκριμένο κυκλοφόρησε το 1849) έχει εκτυπωθεί σε μεγαλύτερο χαρτί, ώστε να έχει περιθώριο για τις σημειώσεις του.

Σε αυτό το αντίτυπο μπορεί κανείς να παρακολουθήσει την εξέλιξη της ερμηνείας του κειμένου μπροστά σε κοινό, κάτι που έκανε πολύ συχνά στην αρχή της καριέρας του, μέχρι την τελευταία του εμφάνιση στη σκηνή , στο Λονδίνο, στις 15 Μαρτίου 1870. Οι συνεχείς αλλαγές στο κείμενο μείωσαν την ώρα ανάγνωσης από τρεις ώρες σε μιάμιση. Η Αμερικανίδα δημοσιογράφος, συγγραφέας και ηθοποιός Kate Field, η οποία είχε παραβρεθεί σε πολλές εμφανίσεις του Ντίκενς κατά την περιοδεία του στην Αμερική, έγραψε ότι «ένα μαγνητικό πεδίο μεταξύ του ερμηνευτή και του ακροατή» δημιουργούνταν όταν στην ιστορία έκανε την εμφάνισή του ο Σκρουτζ.

Ο Ντίκενς, στη σκηνή, διαβάζει την «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» Facebook Twitter

Ο Ντίκενς, στη σκηνή, διαβάζει την «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» Facebook Twitter

Ο Ντίκενς, στη σκηνή, διαβάζει την «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» Facebook Twitter

Ο Ντίκενς, στη σκηνή, διαβάζει την «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» Facebook Twitter

Ο Ντίκενς, στη σκηνή, διαβάζει την «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» Facebook Twitter

Ο Ντίκενς, στη σκηνή, διαβάζει την «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» Facebook Twitter

Ο Ντίκενς, στη σκηνή, διαβάζει την «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» Facebook Twitter

Ο Ντίκενς, στη σκηνή, διαβάζει την «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» Facebook Twitter

Ο Ντίκενς, στη σκηνή, διαβάζει την «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» Facebook Twitter

 

Εδώ μπορείτε να ξαναδιαβάσετε (ή να διαβάσετε για πρώτη φορά!) την Χριστουγεννιάτικη Ιστορία του Ντίκενς στα ελληνικά, και παρακάτω μπορείτε να ακούσετε πώς έπρεπε να διαβαστεί το κείμενο, σύμφωνα με τον δημιουργό του.

1

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Κωστής Γκιμοσούλης: «Δυο μήνες στην αποθήκη»

Το πίσω ράφι / «Δυο μήνες στην αποθήκη»: Οι ατέλειωτες νύχτες στο νοσοκομείο που άλλαξαν έναν συγγραφέα

Ο Κωστής Γκιμοσούλης έφυγε πρόωρα από τη ζωή. Με τους όρους της ιατρικής, ο εκπρόσωπος της «γενιάς του '80» είχε χτυπηθεί από μηνιγγίτιδα. Με τους δικούς του όρους, όμως, εκείνο που τον καθήλωσε και πήγε να τον τρελάνει ήταν ο διχασμός του ανάμεσα σε δύο αγάπες.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Έτσι μας πέταξαν μέσα στην Ιστορία

Βιβλίο / Το φιλόδοξο λογοτεχνικό ντεμπούτο του Κώστα Καλτσά είναι μια οικογενειακή σάγκα με απρόβλεπτες διαδρομές

«Νικήτρια Σκόνη»: Μια αξιοδιάβαστη αφήγηση της μεγάλης Ιστορίας του 20ού και του 21ου αιώνα στην Ελλάδα, από τα Δεκεμβριανά του 1944 έως το 2015.
ΝΙΚΟΣ ΜΠΑΚΟΥΝΑΚΗΣ
Γκρέγκορ φον Ρετσόρι: Αποχαιρετώντας μια Ευρώπη που χάνεται

Βιβλίο / Γκρέγκορ φον Ρετσόρι: Αποχαιρετώντας μια Ευρώπη που χάνεται

Ένας από τους τελευταίους κοσμοπολίτες καλλιτέχνες και συγγραφείς αυτοβιογραφείται στο αριστουργηματικό, σύμφωνα με κριτικούς και συγγραφείς όπως ο Τζον Μπάνβιλ, βιβλίο του «Τα περσινά χιόνια», θέτοντας ερωτήματα για τον παλιό, σχεδόν μυθικό κόσμο της Ευρώπης που έχει χαθεί για πάντα.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
CARRIE

Βιβλίο / H Carrie στα 50: Το φοβερό λογοτεχνικό ντεμπούτο του Στίβεν Κινγκ που παραλίγο να καταλήξει στα σκουπίδια

Πάνω από 60 μυθιστορήματα που έχουν πουλήσει περισσότερα από 350 εκατομμύρια αντίτυπα μετράει σήμερα ο «βασιλιάς του τρόμου», όλα όμως ξεκίνησαν πριν από μισό αιώνα με την πρώτη περίοδο μιας ντροπαλής και περιθωριοποιημένης μαθήτριας γυμνασίου.
THE LIFO TEAM
Οι «Αρχάριοι» του Ρέιμοντ Κάρβερ, ήρωες τσακισμένοι από το κυνήγι του αμερικανικού ονείρου

Το πίσω ράφι / Οι «Αρχάριοι» του Ρέιμοντ Κάρβερ, ήρωες τσακισμένοι από το κυνήγι του αμερικανικού ονείρου

Γεννημένος στο Όρεγκον τα χρόνια που ακολούθησαν την οικονομική κρίση του '29, γιος μιας σερβιτόρας κι ενός εργάτη σε εργοστάσιο ξυλείας, ο κορυφαίος εκπρόσωπος του «βρόμικου ρεαλισμού» βίωσε στο πετσί του την αθλιότητα, τις δυσκολίες και την αποξένωση που αποτύπωσε στο έργο του.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Μιχάλης Μακρόπουλος: «Ζούμε σε μια εποχή βαθιάς μοναξιάς, μέσα σε μια θάλασσα διαδικτυακών “φίλων”».

Βιβλίο / Μιχάλης Μακρόπουλος: «Ζούμε στη βαθιά μοναξιά των διαδικτυακών μας “φίλων”»

Ο συγγραφέας και μεταφραστής μιλά για τη δύναμη της λογοτεχνίας, για τα βιβλία που διαβάζει και απέχουν απ’ όσα σήμερα «συζητιούνται», για τη ζωή στην επαρχία αλλά και για το πόσο τον ενοχλεί η «αυτοπροσωπολατρία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης».
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
To «παράνομο» σεξ στην Αθήνα του Μεσοπολέμου σε μια νέα μελέτη

Βιβλίο / To «παράνομο» σεξ στην Αθήνα του Μεσοπολέμου σε μια νέα μελέτη

Κόντρα στα κυρίαρχα ήθη, ο Μεσοπόλεμος υπήρξε διεθνώς μια εποχή σεξουαλικής ελευθεριότητας. Μια πρωτότυπη έκδοση από τους Τάσο Θεοφίλου και Εύα Γανίδου εστιάζει στις επιδόσεις των Αθηναίων στο «παράνομο» σεξ, μέσα από δημοσιεύματα εφημερίδων της εποχής, με τα ευρήματα να είναι εντυπωσιακά, ενίοτε και σπαρταριστά.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Εύα Στεφανή: «Με συγκινεί ακόμα ο «Πεισίστρατος» του Γιώργου Χειμωνά»

The Book Lovers / Εύα Στεφανή: «Βρίσκω θεραπευτικά τα μυθιστορήματα της Άγκαθα Κρίστι»

Ο Νίκος Μπακουνάκης συζητάει με την Εύα Στεφανή, σκηνοθέτιδα και καθηγήτρια Κινηματογράφου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, για τη διαδρομή της από την Δάφνη ντι Μοριέ στον Ε.Χ. Γονατά κι από τον Τσβάιχ στον Γιώργο Χειμωνά.
ΝΙΚΟΣ ΜΠΑΚΟΥΝΑΚΗΣ
Το συναρπαστικό ντεμπούτο της Ρένας Λούνα είναι καλή λογοτεχνία

Βιβλίο / Το συναρπαστικό ντεμπούτο της Ρένας Λούνα είναι καλή λογοτεχνία

Οι «Αλεπούδες του Περ-Λασαίζ» είναι ένα μυθιστόρημα άριστα δομημένο, με πυκνό λόγο και πλήθος πραγματολογικών στοιχείων, που αναπλάθει τη γαλλική επαρχία των ’50s μέσα από μια απελπισμένη ερωτική ιστορία με φεμινιστική χροιά. 
M. HULOT
Η σημασία του Le Corbusier σήμερα

Βιβλίο / Η σημασία του Le Corbusier σήμερα

Ο σπουδαίος αρχιτέκτονας και στοχαστής, που έβαλε ποίηση στο σκυρόδερμα και συνέδεσε τα οράματα ενός σύγχρονου «Blade Runner» με τον Παρθενώνα, μοιάζει σήμερα να έχει μεγαλύτερο αντίκτυπο και σημασία όσο ποτέ. Η «Συζήτηση με τους φοιτητές της αρχιτεκτονικής» από εκδόσεις ΠΕΚ αποδεικνύει γιατί.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Οι δεσποινίδες της Αβινιόν ήταν από το Τσανάκ Καλέ

Βιβλίο / Οι δεσποινίδες της Αβινιόν ήταν από το Τσανάκ Καλέ

Τα κεραμικά των Δαρδανελλίων, ο συσχετισμός τους με την ταυτότητα, με το συναίσθημα. Ένα γοητευτικό βιβλίο δείχνει πώς τα «λαϊκά», «αγροτικά» κεραμικά συνδέονται με το κίνημα Arts & Crafts, με τον ιαπωνισμό, με τις διακοσμητικές τέχνες και το ντιζάιν στο τέλος του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού.
ΝΙΚΟΣ ΜΠΑΚΟΥΝΑΚΗΣ
Τζούντιθ Μπάτλερ: Μιλώντας για το «φάντασμα του φύλου» χωρίς φόβο και πάθος

Βιβλίο / Τζούντιθ Μπάτλερ: Μιλώντας για το «φάντασμα του φύλου» χωρίς φόβο και πάθος

Mία από τις σημαντικότερες θεωρητικούς της εποχής μας, που έχει δεχθεί επιθέσεις και έχει λογοκριθεί για τις απόψεις της μόλις κυκλοφόρησε το τελευταίο της βιβλίο με τίτλο «Ποιος φοβάται το φύλο;» το οποίο αναμένεται να συζητηθεί, ενώ πολλοί αναρωτιούνται αν η ίδια έγινε mainstream.
EΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ

σχόλια

1 σχόλια
Γιατί στην Ελληνική έκδοση έχουν κόψει τον πρόλογο; Η ιστορία ξεκινάει με το:Marley was dead: to begin with. There is no doubt whatever about that. The register of his burial was signed by the clergyman, the clerk, the undertaker, and the chief mourner. Scrooge signed it: and Scrooge's name was good upon 'Change, for anything he chose to put his hand to. Old Marley was as dead as a door-nail.Mind! I don't mean to say that I know, of my own knowledge, what there is particularly dead about a door-nail. I might have been inclined, myself, to regard a coffin-nail as the deadest piece of ironmongery in the trade. But the wisdom of our ancestors is in the simile; and my unhallowed hands shall not disturb it, or the Country's done for. You will therefore permit me to repeat, emphatically, that Marley was as dead as a door-nail.Scrooge knew he was dead? Of course he did. How could it be otherwise? Scrooge and he were partners for I don't know how many years. Scrooge was his sole executor, his sole administrator, his sole assign, his sole residuary legatee, his sole friend and sole mourner. And even Scrooge was not so dreadfully cut up by the sad event, but that he was an excellent man of business on the very day of the funeral, and solemnised it with an undoubted bargain.The mention of Marley's funeral brings me back to the point I started from. There is no doubt that Marley was dead. This must be distinctly understood, or nothing wonderful can come of the story I am going to relate. If we were not perfectly convinced that Hamlet's Father died before the play began, there would be nothing more remarkable in his taking a stroll at night, in an easterly wind, upon his own ramparts, than there would be in any other middle-aged gentleman rashly turning out after dark in a breezy spot -- say Saint Paul's Churchyard for instance -- literally to astonish his son's weak mind.Scrooge never painted out Old Marley's name. There it stood, years afterwards, above the warehouse door: Scrooge and Marley. The firm was known as Scrooge and Marley. Sometimes people new to the business called Scrooge Scrooge, and sometimes Marley, but he answered to both names: it was all the same to him.Oh! But he was a tight-fisted hand at the grind- stone, Scrooge! a squeezing, wrenching, grasping, scraping, clutching, covetous, old sinner! Hard and sharp as flint, from which no steel had ever struck out generous fire; secret, and self-contained, and solitary as an oyster. The cold within him froze his old features, nipped his pointed nose, shriveled his cheek, stiffened his gait; made his eyes red, his thin lips blue and spoke out shrewdly in his grating voice. A frosty rime was on his head, and on his eyebrows, and his wiry chin. He carried his own low temperature always about with him; he iced his office in the dogdays; and didn't thaw it one degree at Christmas.External heat and cold had little influence on Scrooge. No warmth could warm, no wintry weather chill him. No wind that blew was bitterer than he, no falling snow was more intent upon its purpose, no pelting rain less open to entreaty. Foul weather didn't know where to have him. The heaviest rain, and snow, and hail, and sleet, could boast of the advantage over him in only one respect. They often "came down" handsomely, and Scrooge never did.Nobody ever stopped him in the street to say, with gladsome looks, "My dear Scrooge, how are you? When will you come to see me?" No beggars implored him to bestow a trifle, no children asked him what it was o'clock, no man or woman ever once in all his life inquired the way to such and such a place, of Scrooge. Even the blind men's dogs appeared to know him; and when they saw him coming on, would tug their owners into doorways and up courts; and then would wag their tails as though they said, "No eye at all is better than an evil eye, dark master!"But what did Scrooge care? It was the very thing he liked. To edge his way along the crowded paths of life, warning all human sympathy to keep its distance, was what the knowing ones call "nuts" to Scrooge.Που εξηγει και ποιος ήταν ο Μάρλεϋ και τι σχεση ειχε με τον Σκρουτζ