Aπό την Μυρένα Σερβιτζόγλου

 

 

Η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης είναι η μεγαλύτερη στο κόσμο με 7.000 εκθέτες από 100 χώρες και 300.000 περίπου επισκέπτες. Έχει παράδοση 500 ετών

 

Ζητήσαμε από τους συγγραφείς Χρήστο Χρυσόπουλο και Βασίλη Αμανατίδη να κάνουν για λίγο την δουλειά του πολιτιστικού ανταποκριτή. Nα μας μεταφέρουν τις εντυπώσεις τους από την Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης και την εμπειρία τους από την εκδήλωση στην οποία συμμετείχαν την τελευταία ημέρα της διοργάνωσης, Κυριακή 12 Οκτωβρίου. Φέτος για πρώτη χρονιά η ελληνική παρουσία συντονιζόταν από το Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού κα το Παράρτημά του στο Βερολίνο. Οι δύο συγγραφείς συστήθηκαν στο κοινό προτείνοντας «οπτικούς» τρόπους ανάγνωσης της λογοτεχνίας τους μέσα από τεχνικές περφόρμανς, φωτογραφίες και βίντεο.

Η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης είναι η μεγαλύτερη στο κόσμο με 7.000 εκθέτες από 100 χώρες και 300.000 περίπου επισκέπτες. Έχει παράδοση 500 ετών. Η σειρά παρουσίασης ακολουθεί το επίσημο πρόγραμμα.

 

Φωτ.: Χρήστος Χρυσόπουλος
Φωτ.: Χρήστος Χρυσόπουλος

 

____________

Χρήστος Χρυσόπουλος

 

-Ποιές είναι οι εντυπώσεις σου από την Έκθεση, καταρχάς, ως επισκέπτη; Περιπλανήθηκες στα περίπτερα, παρακολούθησες εκδηλώσεις; Τι είναι αυτό που σου έκανε την μεγαλύτερη εντύπωση;

Η έκθεση βιβλίου της Φρανκφούρτης δεν είναι πρωτίστως μια έκθεση για συγγραφείς, ούτε καν για βιβλιόφιλους. Είναι μια έκθεση για τους επαγγελματίες του βιβλίου (εκδότες, ατζέντηδες, ιδρύματα...κλπ). Οι συγγραφείς συμμετέχουν στο βαθμό που εμπλέκονται σε αυτή τη διαδικασία, παρουσιάζοντας τη δουλειά τους. Δεν με εξέπληξε κάτι ιδιαίτερα (έχοντας ήδη εμπειρία από τέτοιου είδους διοργανώσεις). Η πιο ωραία νότα, ήταν ότι οι διοργανωτές στη Φρανκφούρτη, θέλοντας ακριβώς να «δώσουν χρώμα» στην έκθεση προσφέρουν δωρεάν είσοδο σε όποιον προσέλθει παράξενα ντυμμένος και έτσι φέτος η έκθεση ήταν γεμάτη με νεαρούς που κυκλοφορούσαν ως χαρακτήρες από Ιαπωνικά μάνγκα.   

 

-Ποιό κατά την γνώμη σου ήταν το πιο ενδιαφέρον περίπτερο και γιατί;

Στην έκθεση στεγάζεται -παράλληλα με το σύγχρονο εκδοτικό κομμάτι- και μια έκθεση παλαιών βιβλίων. Αυτή είναι όντως μια όαση του βιβλιόφιλου. Εκεί είδα εξαιρετικές πρώτες εκδόσεις της Ρωσσικής Πρωτοπορίας, που αποτέλεσε μια από τις σπουδαιότερες στιγμές στην παγκόσμια ιστορία του βιβλίου. Πέραν αυτών, το περίπτερο της Φινλανδίας που ήταν η τιμώμενη χώρα ήταν εντυπωσιακό, με λιτό και καθαρό ντιζάιν. Η Φινλανδική παρουσία είχε το μότο «Finland Cool» και το περίπτερο έμοιαζε όλο με μια παγωμένη high-tech σπηλιά.  

 

 

Η πιο ωραία νότα, ήταν ότι οι διοργανωτές στη Φρανκφούρτη, θέλοντας ακριβώς να «δώσουν χρώμα» στην έκθεση προσφέρουν δωρεάν είσοδο σε όποιον προσέλθει παράξενα ντυμμένος και έτσι φέτος η έκθεση ήταν γεμάτη με νεαρούς που κυκλοφορούσαν ως χαρακτήρες από Ιαπωνικά μάνγκα.

 

-Στο εξωτερικό η σχέση των ανθρώπων με το βιβλίο είναι διαφορετική από ότι εδώ στην Ελλάδα; Εκεί έχει επικρατήσει η ψηφιακή μορφή;

Το ψηφιακό βιβλίο είναι όντως ο δρόμος στον οποίο θα βαδίσει η αφήγηση, μολονότι το πραδοσιακό βιβλίο ουδέποτε θα εκλείψει. Αν και η τάση στο βαθύτερο μέλλον πιστεύω ότι προσανατολίζεται προς το gaming, από τεχνολογική σκοπιά στην έκθεση φέτος υπήρξε ενδιαφέρον για το self-publishing και τον τρόπο με τον οποίο η τεχνολογία αλλάζει την δομή της αγοράς του βιβλίου, όχι την ίδια τη γραφή. Η έκθεση της Φρανκφούρτης άλλωστε, ας το επαναλάβουμε, είναι μια έκθεση για την αγορά, όχι για τη γραφή ή για τη λογοτεχνία ως τέχνη.

 

-Πώς πήγε η εκδήλωση; Ποιό έργο σου παρουσίασες και με ποιο τρόπο; Πιστεύεις και σε διαφορετικούς τρόπους ανάγνωσης ενός κειμένου; Τι καινούργιο θα φέρουν;

Στην έκθεση παρουσίασα τα δυο τελευταία βιβλία μου που μόλις κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Νεφέλη. «Το σώμα του Τιρθανκάρα» είναι ένα ταξιδιωτικό μυθιστόρημα που προέκυψε μετά από περιπλάνηση στη βόρεια Ινδία, και αναπολεί το ταξίδι -όχι ως διαδρομή- αλλά μέσα από τους ανθρώπους που συνάντησα στο δρόμο μου, τις ιστορίες που μου αφηγήθηκαν και το ίχνος που άφησαν αυτές οι ιστορίες επάνω μου. Πρόκειται περισσότερο για ένα εσωτερικό ταξίδι. Το δεύτερο βιβλίο είναι ένα φωτογραφικό λεύκωμα με τίτλο «My mother's silence» και αποτελεί μέρος της ομώνυμης φωτογραφικής έκθεσης που διοργανώθηκε τον Οκτώβριο από την σύγχρονη εικαστική πλατοφόρμα «The Symptom Projects». Στο έργο αυτό φωτογράφισα το άδειο πατρικό μου σπίτι και μέσα από είκοσι φωτογραφίες με σκοτεινή μπλε παλέτα, επιχειρώ μια φωτογραφική αφήγηση που διερευνά το πώς η μνήμη, η βιογραφία και η προσωπική ιστορία διαμορφώνονται μέσα μας στο πέρασμα του χρόνου. Αυτό ήταν και το κοινό θέμα της παρουσίασης των δυο βιβλίων στην Φρανκφούρτη: το εσωτερικό ταξίδι και η διερεύνηση του εαυτού μέσα από την επίσκεψη ενός χώρου οικείου (το πατρικό σπίτι) και ενός χώρου ουσιαστικά ανοίκειου (το ταξίδι στην Ινδία).

 

Ο Χρήστος Χρυσόπουλος συνομιλεί με τον Σπύρο Μοσκώβου του Ελληνικού τμήματος της Deutsche welle
Ο Χρήστος Χρυσόπουλος συνομιλεί με τον Σπύρο Μοσκώβου του Ελληνικού τμήματος της Deutsche welle

 

-Το έργο σου χαρακτηρίζεται από μία  παράλληλη στοίχιση γραφής και φωτογραφίας, θεωρείς και τους δυο παράλληλους τρόπους αφήγησης. Αν η γραφή είναι η τέχνη να δημιουργεί εικόνες στον αναγνώστη και η φωτογραφία η τέχνη που δημιουργεί λέξεις στον θεατή, τί απομένει στον αποδέκτη;

Η φωτογραφία, όπως και το γράψιμο, είναι για μένα μια μέθοδος αυτογνωσίας. Αυτό που θέλω να πω, είναι ότι προσεγγίζοντας τον κόσμο μέσα από τον φωτογραφικό φακό ή από τη γραφή, πρωτίστως επιθυμώ να καταλάβω την δική μου θέση σε αυτόν. Να ορίσω τη δική μου υπαρξιακή στάση. Υπό μια έννοια, οι διαφορετικές μορφές αφήγησης  είναι αποτυπώσεις της δικής μου ταυτότητας. Αυτό νομίζω βλέπει κανείς μέσα από την τέχνη εν γένει: το υποκείμενο του δημιουργού. Πέραν τούτου, το καλλιτεχνικό αντικείμενο προέρχεται μεν από την προσωπική σφαίρα, αλλά οπωσδήποτε απευθύνεται στον συλλογικό αποδέκτη και μάλιστα περιέχει ήδη ενσωματωμένες διατυπώσεις του συλλογικού. Όταν -λοιπόν- το έργο γίνει κτήμα ενός αποδέκτη (θεατή, αναγνώστη) τότε τα πράγματα λαμβάνουν άλλη υπόσταση. Είναι εκείνη η στιγμή όπου ο αναγνώστης ή ο θεατής  θα πει: «βλέπω κάτι δικό μου εδώ μέσα», και ο καλλιτέχνης θα διαπιστώσει: «όντως εδώ μέσα υπάρχει κάτι περισσότερο από αυτό που είναι μόνο το δικό μου».

 

-Τί είναι αυτό που σας ωθεί να εκφράζεστε μέσα από διαφορετικές μορφές τέχνης;

Ας μιλήσω ξεχωριστά για τη φωτογραφία και την λογοτεχνία. Στη φωτογραφία: αν δεχτούμε ότι ο φακός απεικονίζει κάτι που αντικειμενικά υπάρχει (μολονότι αυτό δεν ισχύει πάντα), οι φωτογραφίες είναι εκφάνσεις της αυθεντικότητας γι΄αυτό ο θεατής πρέπει να πιστέψει τον φωτογράφο, προτού πιστέψει την ίδια τη φωτογραφία. Σε κάθε περίπτωση, στη φωτογραφία ο χωροχρόνος της εικόνας έχει διασπαστεί με το άνοιγμα του κλείστρου και εμείς καλούμαστε να ενοποιήσουμε κάτι που δεν είναι πλέον αυταπόδεικτο. Η φωτογραφία, λοιπόν, είναι για μένα μια άσκηση εξερεύνησης των σημείων επαφής ανάμεσα στην εικόνα και στο συμβάν (κυριολεκτικό ή ψυχικό). Εντέλει, ίσως η φωτογραφία να αποτελεί μια ύστατη επιδίωξη συνδιαλλαγής με τη ζωή.

Στην λογοτεχνία από την άλλη μεριά, η διαφορά αφορά στο επίπεδο της αφαίρεσης. Η εικόνα μπορεί να προσεγγίσει βαθμούς αφαίρεσης τους οποίους η γλώσσα δεν μπορεί ποτέ να πλησιάσει, λόγω της παρατακτικότητας των σημείων. Όσο και αν προσπαθήσουμε να αποδεσμεύσουμε τη γλώσσα από το νόημα, δεν θα καταφέρουμε ποτέ να την απομακρύνουμε πολύ μακρυά. Συνεπώς, η λογοτεχνία αποτελεί μια προσπάθεια μετάβασης από την «ταυτότητα» στη «διαφορά». Η λογοτεχνία παλεύει με τα δεσμά της γλώσσας και το στοίχημα που προσπαθεί να κερδίσει είναι κάθε φορά η διατύπωση μιας ερμηνείας απέναντι σε μια ανέφικτη αλήθεια και σε μια ψευδή αληθοφάνεια. 

 

 

-Ποια είναι η αίσθηση τελικά; Η Διεθνής Έκθεση της Φραγκφούρτης  αποτελεί ένα εμπορικό γεγονός, ένας τόπος συναλλαγών και οικονομικών συμφωνιών; Ή θα μπορούσε να είναι μία ευτυχή συνάντηση ανθρώπων που τους ενώνει η αρχέγονη ανθρώπινη ανάγκη του μύθον τινά διηγείσθαι; Είναι για σας η μελέτη μία ακριβή και μοναχική ιστορία;

Η συγκεκριμένη έκθεση έχει εδιαφέρον ακριβώς επειδή μας δείχνει ότι η λογοτεχνία δεν είναι μόνο η γραφή. Η λογοτεχνία είναι επίσης κομμάτι της οικονομίας,  της διπλωματίας, της τεχνολογίας και της αγοράς. Αυτό έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς εκεί: τις διαφορετικές εκφάνσεις του λογοτεχνικού φαινομένου. Είναι πάντως παράξενο για έναν συγγραφέα να βλέπει έναν ολόκληρο κόσμο να μπαίνει σε κίνηση με αφορμή μια σκέψη που κάποτε έλαβε χώρα πάνω από ένα άδειο κομμάτι χαρτί (ή μπροστά σε μια κενή οθόνη).

 

 

 

_________

Βασίλης Αμανατίδης

 

-Ποιες είναι οι εντυπώσεις σου από την Έκθεση, καταρχάς, ως επισκέπτη; Περιπλανήθηκες στα περίπτερα, παρακολούθησες εκδηλώσεις; Τι είναι αυτό που σου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση;

Ο χρόνος που είχα στη διάθεσή μου δεν ήταν πολύς. Ωστόσο, με κάθε επιφύλαξη, η αρχική μου αίσθηση ήταν και η τελική: Το βιβλίο εκεί αντιμετωπίζεται κυρίως ως προϊόν. Η έκθεση της Φραγκφούρτης είναι μια αχανής μικρογραφία του δυτικού κόσμου. Οι αγγλοσάξονες κυριαρχούν με μεγαλοπρεπές περίπτερο. Ό,τι δεν είναι αγγλοσαξονικό, στοιβάζεται ως –ό,τι κι αν σημαίνει αυτό– «διεθνές» (international). Οι (πολύ) μεγάλοι εκδότες από τον υπόλοιπο κόσμο κατορθώνουν να έχουν ξεχωριστά περίπτερα, πέρα από τα εθνικά τους. Το βασικό: η έκθεση αφορά πρωτίστως τους εκδότες και τους ατζέντηδες, για τους οποίους αποτελεί μία εύλογη επίδειξη δυναμέως ή απλώς μια ευκαιρία να δηλώσουν παρόντες, να κλείσουν συμφωνίες, να αναμετρηθούν με τους άλλους και με τον εαυτό τους. Ο καλλιτέχνης-συγγραφέας είναι εδώ δευτερεύων. Για να απολαύσει τη συμμετοχή του θα πρέπει να παραμερίσει ενδεχόμενες ματαιοδοξίες και να μην τον πειράζει να νιώσει για λίγο «πιόνι» σε ένα πολύ μεγαλύτερο από το μπόι του παιχνίδι. Σημείωση: Εάν δεν είσαι π.χ. ο Γιάλομ, νομπελίστας ή διεθνής μπεστελερίστας, νιώθεις υποθέτω εκεί το παιχνίδι πάντα μεγαλύτερο από το μπόι σου. Εν κατακλείδι: η έκθεση της Φραγκφούρτης μού μοιάζει ακριβώς με αυτό που θα «έπρεπε» να είναι (δηλαδή που δεν θα μπορούσε παρά να είναι) η μεγαλύτερη έκθεση βιβλίου σε έναν κόσμο ρυθμιζόμενο από τους νόμους της αγοράς.

 

-Ποιο κατά την γνώμη σου ήταν το πιο ενδιαφέρον περίπτερο και γιατί;

Ας πω πως το forum της Φινλανδίας (φετινής τιμώμενης χώρας) ήταν ευσύνοπτο και μαζί πλανητικό. Κυκλικές, οργανικές φόρμες, χώρος άπλετος, ευεργετική απουσία βαρυσήμαντων πολιτισμικών συμβόλων, απλότητα και υψηλό γούστο. Ένας χώρος φωτεινός, άρτια κενός ώστε να κατοικηθεί και να εξερευνηθεί από ανθρώπους. Ο κυκλικός τρόπος τοποθέτησης των βιβλίων, πανέξυπνος. Πρόκειται, θαρρώ, για μια ευφυή παράκαμψη: σε μια έκθεση πακτωμένη στα βιβλία, η Φινλανδία πρόκρινε μια αισθητική και χωροταξική ανοιχτωσιά, που θα σε κάνει πρώτα να αναπνεύσεις και μετά να αναζητήσεις τα βιβλία.

 

"Το βιβλίο, γέφυρα πολιτισμών":  η επίσημη αφίσα της έκθεσης
"Το βιβλίο, γέφυρα πολιτισμών": η επίσημη αφίσα της έκθεσης

 

-Στο εξωτερικό η σχέση των ανθρώπων με το βιβλίο είναι διαφορετική από ότι εδώ στην Ελλάδα; Εκεί έχει επικρατήσει η ψηφιακή μορφή;

Βιβλία, παντού βιβλία σε έντυπη μορφή – αυτό είναι που είδα και εκεί. Η ψηφιακή μορφή δεν νομίζω πως έχει επικρατήσει. Ίσως, σε συγκεκριμένα είδη βιβλίων να συζεί ήδη το «άυλον» του ψηφιακού μαζί με το «υλικόν» του έντυπου. Δεν πρόκειται δηλαδή περί μάχης. Περιμένω ωστόσο κάποτε την ώρα τού πραγματικού ψηφιακού βιβλίου – δηλαδή όχι απλώς ενός αρχείου μέσα σε ένα reader, αλλά ενός αντικειμένου με σελίδες ψηφιακές, που θα ομοιάζουν όντως με χαρτί, δίνοντάς μας τη δυνατότητα νέων διανοίξεων και εφαρμογών. Κατά τα άλλα, συνολικά, η αφηγηματική τέχνη εντοπίζεται πλέον μάλλον στο πεδίο της διάδρασης και της κινούμενης εικόνας. Τα εξελιγμένα video games είναι μάλλον οι νέες «αφηγηματικές μηχανές» των νεότερων. Ο Πάβιτς στα τέλη της δεκαετίας του ’80 ήδη έλεγε πως η φυσική χώρα π.χ. τους έπους, αλλά και του μυθιστορήματος, στη νέα χιλιετία είναι η υπερκειμενικότητα των υπολογιστών, αλλά και η νέα α-λεκτική (ποικιλοτρόπως όμως γλωσσική) χώρα των βιντεο-παιχνιδιών. Δεν πρόκειται όμως για μονόδρομο, αλλά για ένα πεδίο μελλοντικών αλληλεπιδράσεων μεταξύ αυτού που ξέρουμε και εκείνου που πρόκειται να μάθουμε. 

 

- Ποιο έργο σου παρουσίασες και με ποιο τρόπο;

Στη Φραγκφούρτη παρουσιάστηκε το βιβλίο μου «(Ihr) Weinen», που μόλις εκδόθηκε. Πρόκειται για μετάφραση στα γερμανικά πέντε διηγημάτων μου από τα παλαιότερα βιβλία μου «Μη με φας» (2005) και «Ο σκύλος της Χάρυβδης» (2008), που κυκλοφορούν από τον Καστανιώτη. Έγινε κάπως έτσι: Πέρσι βρέθηκα με μία τρίμηνη υποτροφία στο Βερολίνο, όπου για την ανάγκη δύο λογοτεχνικών εκδηλώσεων μεταφράστηκαν διηγήματά μου από την εξαιρετική Birgit Hildebrand. Ο Περικλής Δουβίτσας της «Νεφέλης» είχε τώρα την γενναιόδωρη ιδέα για αυτό το μικρό γερμανικό βιβλίο μου, που αποτελεί κατ’ ουσίαν ένα απόσταγμα της διηγητικής μου εκφοράς. Για το βιβλίο επέλεξα τα κείμενα που έχουν κυρίως σημασία για μένα, σήμερα, μες στην παρούσα παγκόσμια κατάσταση. Ομότιτλο της συλλογής διήγημα: «Το κλάμα (τους)». Αυτό είναι που παρουσιάσαμε, μεταξύ ελληνικής και γερμανικής γλώσσας, ο γερμανός ηθοποιός Stιphane Bittoun κι εγώ. Ήταν μια ανάγνωση εμπλουτισμένη με στοιχεία προσωδίας, με ίχνη θεατρικότητας. Πρόκειται πράγματι για μια πολύ λυπητερή ιστορία ενός άχρονου ανθρώπου που αναγκάζεται να πολλαπλασιαστεί μέσα του, να διαιρεθεί σε περισσότερους ανθρώπους (τα υποθετικά του αδέρφια), για να διασκεδάσει το αίσθημα εγκατάλειψής του και για μπορέσει να αντέξει την αφόρητη μοναξιά του. Αν και αυτή η ιστορία γράφτηκε παλιότερα και για λόγους άλλους, νιώθω πια πως μπορεί κάλλιστα να εφαρμόσει πάνω στις συλλογικές φαντασιώσεις και αρνήσεις του τόπου μας.

 

Η παρουσίαση του Βασίλη Αμανατίδη
Η παρουσίαση του Βασίλη Αμανατίδη

 

-Υπήρχε ανταπόκριση από το κοινό; Αποτελούνταν κυρίως από Γερμανούς; Ποιο ήταν το σημαντικότερο που αποκόμισες από την εμπειρία αυτή;

Η ώρα της εκδήλωσής μου, νωρίς το μεσημέρι της Κυριακής, ήταν τέτοια που επέτρεψε την παρουσία εκεί και Γερμανών. Κάθε ανάγνωση μπροστά σε κοινό είναι χρήσιμη για μένα. Η εμπειρία είναι κάθε φορά μοναδική, αφού οι συνθήκες δεν επαναλαμβάνονται. Κρίσιμο, προσωπικά, θεωρώ ένα στοιχείο διακινδύνευσης: το άφημά μου στη στιγμή, το άνοιγμά μου προς το κοινό, την εκμετάλλευση του τυχαίου. Στη Φραγκφούρτη υπήρξα λίγο “μαζεμένος”. Δεν υπήρχε αρκετός χρόνος συντονισμού με τον έτερο περφόρμερ, επομένως επιλέξαμε μία πιο ασφαλή οδό. Ωστόσο, αντιλήφθηκα κι εδώ το εξής: το κοινό αγαπά πάντα να ακούει τη λογοτεχνία, είναι δε πάντα έτοιμο να παρασυρθεί από την ενδεχόμενη ειλικρίνεια του αναγνώστη-περφόρμερ.

 

-Συνηθίζετε να παρουσιάζετε τα κείμενα σας  στο κοινό, με μια ζωντανή, κάπως θεατροποιημένη ανάγνωση. Καίτοι συγγραφέας, σας αφορά πολύ και η προφορική διάσταση του λόγου, μια ζώσα απόδοση του. Γιατί πιστεύετε ότι το κάνετε αυτό; Έχει να κάνει με τις καταγωγικες ροπές του λόγου; Με το φυσικό του ήθος; Ο λόγος ξεκίνησε καταρχήν ως προφορικός. Τα ομηρικά έπη, ως προφορικές παραδόσεις διεσώθησαν αρχικά. Το ζήτημα θίγεται και στον πλατωνικό Φαίδρο. Ή έχει να κάνει με δικές σας ανάγκες;








Τα είπατε ήδη όλα. Ας προσθέσω το κυριότερο, στην περίπτωσή μου: Είμαι προπάντων ποιητής. Εκφράζομαι κατά καιρούς και μέσα από τον σύντομο πεζό λόγο, αλλά και μέσω του θεάτρου ή πιο performative εκδοχών των κειμένων μου. Η ποίηση, το ξέρουμε, είναι προαιωνίως προφορική. Τούτο σημαίνει πως το νόημα δεν επικυρώνεται εάν δεν βρει τον πρέποντα ήχο. Εν συγκρίσει με τους αιώνες προφορικής χρήσης της ποιήσεως, η σιωπηρή ανάγνωση είναι ένας σχετικά πρόσφατος τρόπος πρόσληψής της. Η ακροαματική (και γιατί όχι και οπτική ή σωματική) λειτουργία του λόγου είναι, λοιπόν, κατά τη γνώμη μου, το εξαιρετικά εύφορο υπέδαφος του ποιητικού γεγονότος. Μέσα σε όλα μου τα κείμενα επιχειρώ να ενσωματώνω την προφορική τους διάσταση, επεξεργασμένη οπωσδήποτε, αφού γνωρίζω πως οι περισσότεροι διαβάζουμε σιωπηρά. Πού και πού όμως φροντίζω (όχι πάντως τόσο συχνά όσο μου «καταλογίζεται») να βγαίνω από το καβούκι μου και να λειτουργώ ως φορέας και πομπός του λόγου μου, να γίνομαι δηλαδή performer: μετατρέπομαι έτσι για λίγο σε φαντασίωση ραψωδού ή και σε μάλλον πένθιμο entertainer. 

 

Τι είναι αυτό που σας ωθεί να εκφράζεστε μέσα από διαφορετικές μορφές τέχνης;

Μπορεί το ρομαντικό αίτημα της συναισθησίας. Μπορεί η πίστη ότι η εποχή μας αναζητά και δημιουργεί την ολότητα μέσα από την πολυδιάσπαση. Σίγουρα, η ιδιοσυγκρασία μου. Δεν πιστεύω πως ο εαυτός μας είναι ενιαίος. Εμπεριέχουμε μέσα μας όχι μόνο αυτό αλλά κι εκείνο, όχι μόνο συγκλίσεις αλλά και «αντιφάσεις» και περιπλοκότητες. Έπειτα, η τέχνη η ίδια, το «ποιείν» είναι κάτι απολύτως ενιαίο, απλώς διαιρείται σε μορφές και είδη. Έτσι, δεν εκφράζομαι μόνο μέσα από διαφορετικές μορφές, αλλά με ενδιαφέρει και να τις ενώνω. Γιατί; Επειδή αγαπώ την υβριδική τέχνη. Το υβρίδιο αντιτίθεται στις αυτάρεσκες καθαρότητες, και έχει τη γενναιοδωρία να «καταδέχεται» την απεριόριστη δημιουργικότητα της επιμειξίας. Θεωρώ το υβρίδιο δημοκρατικότερο, ανεξίθρησκο, ουσιωδώς.

 

 

 Η έκθεση της Φραγκφούρτης είναι μια αχανής μικρογραφία του δυτικού κόσμου. Οι αγγλοσάξονες κυριαρχούν με μεγαλοπρεπές περίπτερο. Ό,τι δεν είναι αγγλοσαξονικό, στοιβάζεται ως –ό,τι κι αν σημαίνει αυτό– «διεθνές» (international)

 

 

-Ποια είναι η αίσθηση τελικά; Η Διεθνής Έκθεση της Φραγκφούρτης αποτελεί ένα εμπορικό γεγονός, έναν τόπο συναλλαγών και οικονομικών συμφωνιών; Ή θα μπορούσε να είναι μία ευτυχή συνάντηση ανθρώπων που τους ενώνει η αρχέγονη ανθρώπινη ανάγκη του μύθον τινά διηγείσθαι; Είναι για σας η μελέτη μία ακριβή και μοναχική ιστορία;

Η Έκθεση της Φραγκφούρτης είναι αυτό που είναι. Αυτό που κάνεις εσύ μέσα σε αυτήν (ή μέσα σε κάθε δεδομένο πλαίσιο) είναι κάτι άλλο. Κινούμαι σταθερά από μία πρωταρχική ανάγκη επαφής. Πίσω από αυτήν την ανάγκη κρύβεται ένας διαρκής φόβος απόρριψης, μία σχεδόν ανθρωποφοβία. Τους φόβους αυτούς όμως τους τιθασεύω και προσπαθώ να τους χρησιμοποιώ προς όφελος του έργου. Η επαφή είναι μια δύσκολη διαδικασία – μιλώ για την πραγματική επαφή. Μα προσβλέπω σε αυτήν. Η αφήγηση άλλωστε είναι αυτό ακριβώς: ένας τρόπος σύμφυτος του ανθρώπου, μία τεχνική για να βγάζει νόημα ο κόσμος, ίσως ο μόνος τρόπος που έχουμε –πέρα από την αφή– για να ενωνόμαστε μεταξύ μας. Οπότε μεταξύ τόλμης και δέους, αναλόγως κινείσαι. Πώς; Νομίζω έτσι: Φέρεις μαζί σου την άρρητη μοναχική σου ιστορία, τη φέρεις μπροστά στους άλλους, με όχημα όμως τις εκφρασμένες, καταγεγραμμένες ιστορίες σου. Αλλά πιστεύω ισχυρά πως η  βιωμένη μας μοναχικότητα είναι αναγκαία προϋπόθεση της συλλογικής μας επαφής. Η ένωσή μας (και) διά της αφήγησης επιτυγχάνεται μόνο εάν έχουμε προηγουμένως καλλιεργήσει τον μοναχικό μας πυρήνα, μα και επειδή μπορούμε έπειτα να επιστρέψουμε και πάλι πίσω σε αυτόν.