Κι ενώ παλιά το bullying μπορούσε να γίνει μόνο από κοντά, το μίσος ξεχύνεται εύκολα μέσω διαδικτύου, με σκοπό να κοροϊδέψει, να ταπεινώσει, ακόμα και να εκβιάσει. 

 

Ιδιαίτερα στις εφηβικές ηλικίες το Facebook είναι ένα όπλο επίδειξης δύναμης και bullying εξ αποστάσεως.

 

Δεν νομίζω ότι θα μπορούσε να περιγραφεί καλύτερα και παραστατικότερα αυτό απ' ό,τι περιγράφεται στο Ημερολόγιο Ενός Δειλού, το εξαιρετικό μυθιστόρημα του Βασίλη Παπαθεοδώρου για το bullying (το είχα παρουσιάσει, μαζί με συνέντευξη του συγγραφέα πριν λίγο καιρό). 

 

Mε την άδεια του εκδοτικού οίκου και του συγγραφέα, δημοσιεύω σήμερα ένα μικρό αλλά συγκλονιστικό, κατά τη γνώμη μου, κεφάλαιο. 

 

Σ' αυτό ο ήρωας, τον οποίο οι νταήδες του σχολείου πειράζουν συστηματικά και εκβιάζουν με τη δημοσιοποίηση στο Facebook φωτογραφιών στο οποίο τον πειράζουν στις σχολικές τουαλέτες, αποφασίζει να χρησιμοποιήσει κι ο ίδιος το κοινωνικό δίκτυο. Σύντομα αντιλαμβάνεται την αδυσώπητη φύση και των συνομήλικών του, αλλά και του ίδιου του μέσου. 

 

 

Η μαμά και ο μπαμπάς με είχαν προειδοποιήσει για το Facebook.

 

«Να μην ανοίξω δηλαδή λογαριασμό;»
«Να ανοίξεις, αφού όλα τα παιδιά το χρησιμοποιούν, δυστυχώς, αλλά να προσέχεις. Μας το υπόσχεσαι;»
«Σας το υπόσχομαι».


Έτσι άνοιξα λογαριασμό, από τους τελευταίους στην τάξη, αν όχι ο τελευταίος. Στην αρχή δεν ήθελα, γιατί δε μ' ενδιαφέρουν τα παιχνίδια, προτιμώ στον ελεύθερο χρόνο μου να διαβάζω ένα βιβλίο ή να βλέπω καμιά ταινία ή σειρά. Δε με πείραζε που ήμουν σαν τον εξωγήινο στην τάξη, εξάλλου βρίσκω πως είναι πολύ χαζομάρα να βγάζεις συνέχεια φωτογραφίες, δικές σου ή με τους φίλους σου, και να τις βάζεις για να τις δείχνεις και να λες τι ωραία που περνάς και σε τι ωραία μέρη πήγες.

 

Εγώ ούτε πολλούς φίλους έχω ούτε σε ωραία μέρη πηγαίνω, εκτός από τις διακοπές, ούτε περνάω τέλεια. οπότε τι να δείξω;

 

Ήθελα να πάρω κι εγώ μέρος σ' αυτό. Σαν ένα μεγάλο πάρτι μού φαινόταν, καιρός ήταν να βρεθώ κι εγώ σε κάποιο πάρτι, έστω και στο Facebook

 

Όμως αυτή η ιστορία με τις φωτογραφίες στις τουαλέτες με είχε τρομάξει τόσο πολύ, που δεν το σκέφτηκα δεύτερη φορά. Αν έβγαιναν κάπου αυτές οι φωτογραφίες, δε θα ήταν πουθενά αλλού παρά μόνο στο Facebook. Ευτυχώς για την ώρα δεν είχαν αναρτηθεί, αυτό με καθησύχαζε πολύ, αλλά ήταν μαρτύριο. Ώρες ώρες ευχόμουν να βγουν, να θαφτούν κάτω από τις άλλες αναρτήσεις και να ξεχαστούν.

 

Έτσι λοιπόν παρακολουθούσα κάθε μέρα τι γινόταν, έκανα και κάποιους φίλους, τους Κωστήδες, τον Ιάσονα, την Ελεονόρα και την Άννα, κάποια άλλα παιδιά από τα άλλα τμήματα, την ξαδέρφη μου, όχι πάνω από σαράντα συνολικά. Για μένα πολλοί είναι, βλέπω άλλους που έχουν πάνω από χίλιους φίλους και δεν ξέρω πώς τα καταφέρνουν. Μιλάνε κάθε μέρα με όλους; Ένα «γεια» να πεις με τον καθένα θα σου φάει όλη τη βδομάδα.


Έκανα join στο γκρουπάκι του Facebook της β΄ γυμνασίου, όπου παιδιά από όλα τα τμήματα ανέβαζαν φωτογραφίες, έλεγαν σαχλαμάρες και γελούσαν, άλλα σχολίαζαν, άλλα έκλειναν ραντεβού να βρεθούν μέσα στις γιορτές. Αποφάσισα κι εγώ να βάλω μια φωτογραφία μου, το Σάββατο το απόγευμα, από την Στ΄ Δημοτικού. Είδα κι εκείνες που ανέβαζαν οι άλλοι, κάνοντας γκριμάτσες, παίρνοντας αστείες πόζες, γράφοντας αστεία σχόλια, και ήθελα να πάρω κι εγώ μέρος σ' αυτό. Σαν ένα μεγάλο πάρτι μού φαινόταν, καιρός ήταν να βρεθώ κι εγώ σε κάποιο πάρτι, έστω και στο Facebook.

 

Εντάξει, η φωτογραφία είχε την πλάκα της –δεν ήταν γελοία, δε θα ανέβαζα άλλωστε ποτέ κάτι κακόγουστο– αλλά ήταν χαριτωμένη. Από τις σπάνιες δηλαδή φωτογραφίες που είχα βγει κάπως καλός.


«Nice pic bro», ήρθε το πρώτο σχόλιο, μαζί με like, από τον Κώστα, τον παλιό μου φίλο από το προηγούμενο σχολείο.


Καθόμουν για κάμποση ώρα σαν αποβλακωμένος να κοιτώ την οθόνη, αν θα σχολίαζε κάποιος ή θα άρεσε και σε άλλον η φωτογραφία. Έβλεπα ν' ανεβάζουν εικόνες, να κάνουν ερωτήσεις –«Πού θα πάτε αύριο για ρεβεγιόν;», «Θα πείτε τα κάλαντα;»– και άλλα τέτοια και ένιωθα ότι ήμουν μέλος μιας τεράστιας παρέας. Τι είχα χάσει τόσο καιρό!

 

Μετά από κάμποση ώρα μού έκαναν like και η Ελεονόρα, μετά ο Ιάσονας (αυτό, ήταν ευχάριστη έκπληξη), ο Κώστας, ο τωρινός φίλος μου, και η Άννα. Μέσα σε μισή ώρα είχαν κάνει και μια δυο άλλες συμμαθήτριες.

 

«Ορεο μοσχαρι», είδα σε κάποια στιγμή να γράφει ένα σχόλιο ο Σταμάτης.
Δε με πολυπείραξε, είχα δει κι άλλα πειράγματα να γίνονται σε άλλες φωτογραφίες.


«Μπρο μπρο χοντρομπρό», έγραψε κι ο Πάνος.

Άρχισα ν' αγχώνομαι κάπως.

 

Και αμέσως μετά μπήκε κι ο Γόλιος [ο αρχηγός της ομάδας των bullies] με το σχόλιό του.
«Ο πιο αντιπαθιτικος σιμαθιτης, καλιτερα να ψωφαγαι».


Kαι τότε έγινε αυτό το οποίο είχα αψηφήσει, αυτό για το οποίο με είχαν προειδοποιήσει ο μπαμπάς και η μαμά.

 

Έμπαιναν διάφοροι, όχι μόνο συμμαθητές μου, αλλά κι από άλλες τάξεις, μικρότεροι και μεγαλύτεροι, άγνωστα σ' εμένα παιδιά, πολλά δεν ήταν καν απ' το σχολείο μου, κι έβαζαν σχόλια κάνοντας like ο ένας στο σχόλιο του άλλου.

 

«Sixamenos gliftis».

«malakismeno ante sto diavolo»

«dax ice o poio mlks file m»

«Χοντρε τον περνεις».

«san ai-vasilis tu kolou ine».

«Δε θα χωραγε στο ελκυθρο».

«Ψοφα επιτελους».

«τον αντιπαθω».

«κι εγο»

«k ego».

«ινε κανις π ν τον σιμπαθη;»

 

Tα σχόλια δεν είχαν σταματημό, τα έβλεπα να διαδέχονται το ένα το άλλο, να συναγωνίζονται ποιο θα ήταν το χειρότερο. Kάποιοι έκαναν share τη φωτογραφία μου στους τοίχους τους με απαίσια σχόλια, άλλοι έγραφαν lol κι έκαναν like στο πιο άσχημο σχόλιο.

 

Άραγε τι απ' όλα είναι χειρότερο; Να σε βρίζουν και να μην αντιδράς ή να αντιδράς και να τα κάνεις χειρότερα;


«Θα σε σπασουμαι στο ξυλο χοντρε αμα σε βρουμαι μπροστα μας».

 

Είχα τρομοκρατηθεί. Σηκώθηκα από την καρέκλα μου και πήγα στο παράθυρο. Τράβηξα τις κουρτίνες και προσπάθησα να δω κάτω, στο δρόμο, στις σκοτεινές γωνιές του τετραγώνου, μήπως κάποιοι είχαν έρθει για να με σπάσουν στο ξύλο.

 

Άκουγα τον ήχο από τις ειδοποιήσεις για νέα σχόλια που έρχονταν. Τόλμησα να κοιτάξω ξανά την οθόνη και είδα ακόμα και παλιούς συμμαθητές μου, περσινούς, που είχαμε καλή σχέση και δε με πείραζαν, να λένε πως είμαι το πιο πλάσμα στη γη, πως είμαι το σούπερ καρφί του σχολείου. Εγώ, που δεν είχα πει ποτέ τίποτα για κανέναν, ούτε και θα έλεγα ποτέ.


Είδα κι ένα σχόλιο από την Ελεονόρα:

«Είστε πολύ κακοί όλοι σας, ντρέπομαι γι' αυτά που διαβάζω».

 

Ελάχιστοι συμφώνησαν μαζί της, συνέχισαν να γράφουν ατάκες για να φύγει το σχόλιό της.


«Όλα τα κομπλεξικά άτομα εδώ μαζεύτηκαν να σχολιάσουν;» έγραψε και η Άννα μετά από καμιά δεκαριά σχόλια.

 

Αποφάσισα να γράψω κι εγώ κάτι, αν και ήταν πολύ αργά πια, αν και δεν ήθελα, αν και ήμουν σίγουρος πως ό,τι κι αν έκανα θα χειροτέρευε τα πράγματα. Άραγε τι απ' όλα είναι χειρότερο; Να σε βρίζουν και να μην αντιδράς ή να αντιδράς και να τα κάνεις χειρότερα; Δεν ξέρω, απλώς ένιωθα πως αν δεν έλεγα κάτι, θα ντρεπόμουν πλέον αφάνταστα για τον εαυτό μου.


«Είστε πολύ ανώριμοι κι έχετε πρόβλημα, καλύτερα να κοιταχτείτε».

Δεν ήξερα καν αν ήταν καλό ή κακό αυτό που έγραψα, αλλά μάλλον δεν είχε και καμία σημασία.

 

Τα σχόλια πλέον έπεφταν βροχή, είχαν περάσει τα ογδόντα, όλοι να βρίζουν ή να συμφωνούν με αυτούς που μ' έβριζαν.

 

Και τότε ο Νίκος Γόλιος έβαλε τη φωτογραφία από τις τουαλέτες, όχι αυτή με το χαιρετισμό, αλλά την άλλη, όταν κατουρούσα. Είχε βάλει συννεφάκι στο πρόσωπό μου και δε φαινόμουν.


«Κουιζ: πιος ινε αυτος που παει να τον παιξη στις τουαλετες κε δεν τον βρισκει;»

Η φωτογραφία αμέσως έγινε εφτά φορές share.

 

«Ο παπαπαπαπαπάρας;»
«Δεν ξερο εσεις τη λετε;» έκανε ο Γόλιος αθώα.


Αυτό ήταν, έσκασε τελικά η βόμβα. Ο εφιάλτης μου έγινε πραγματικότητα. Άρχισα να τρέμω. Σηκώθηκα και πήγα στο καλοριφέρ, ακούμπησα πάνω του να μου φύγουν οι κρυάδες, αλλά τα δόντια μου ακόμα χτυπούσαν.

 

Πώς θα ζούσα μ' αυτό τον εφιάλτη; Πώς θα ξαναπήγαινα σχολείο; Τι κακό είχα κάνει σε τόσα άτομα; Έπρεπε να μιλήσω με τους δικούς μου, να τους ζητήσω να με αλλάξουν σχολείο στη διάρκεια των γιορτών


Έσβησα το φως, το μόνο που έφεγγε ήταν η οθόνη. Πήγα στο παράθυρο και μισάνοιξα την κουρτίνα, να ψάξω ξανά στο σκοτάδι προσπαθώντας να διακρίνω αν υπήρχαν άτομα απέξω που με περίμεναν για να με δείρουν. Ποτέ μου δεν έχω νιώσει τέτοιο φόβο, όχι ντροπή αλλά φόβο. Ποτέ μου δεν ξανάδα τόσο μίσος μαζεμένο, και μάλιστα από παιδιά που τα συμπαθούσα, που τα είχα βοηθήσει στα διαγωνίσματα, που με είχαν πάρει παλιότερα τηλέφωνο στο σπίτι για να τους πω την ύλη, που τους είχα δώσει τις εργασίες μου για να τις αλλάξουν λίγο και να τις παραδώσουν μετά για δικές τους.


Άρχισα να κλαίω, έτσι κι αλλιώς δε μ' έβλεπε κανείς μόνος μου ήμουν, ούτε με άκουγαν οι γονείς μου από μέσα.

Πώς θα ζούσα μ' αυτό τον εφιάλτη; Πώς θα ξαναπήγαινα σχολείο; Τι κακό είχα κάνει σε τόσα άτομα; Έπρεπε να μιλήσω με τους δικούς μου, να τους ζητήσω να με αλλάξουν σχολείο στη διάρκεια των γιορτών, να με στείλουν στο δημόσιο. Δεν άντεχα άλλο. Δεν άντεχα άλλο. Δεν αντέχω πια!


Έτρεξα να ξαπλώσω στο κρεβάτι μου κι έβαλα το κεφάλι κάτω από το μαξιλάρι. Δεν ήθελα να βλέπω άλλο την ανοιχτή οθόνη...


Οι ειδοποιήσεις είχαν αραιώσει.

Μετά από λίγο βρήκα το θάρρος να σηκωθώ και με απίστευτη γενναιότητα διάβασα και τα υπόλοιπα σχόλια.

 

«Μαλακισμένα κωλόπαιδα, αν δε σταματήσετε, τα τυπώνω και τα δείχνω στους καθηγητές», είχε γράψει ο Κώστας.


«Kosta eisai roufianos?» τον είχε ρωτήσει κάποιος άλλος από το άλλο τμήμα, κάποιος που του είχα δανείσει πέρυσι ένα βιβλίο και δε μου το επέστρεψε ποτέ.


«Δε θέλεις να το μάθεις», απάντησε ο φίλος μου. «Αλλά μου φαίνεται πως έχεις ακούσει ακόμα κι εσύ που είσαι βλαμμένο για τη Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, έτσι δεν είναι;»


Τα σχόλια είχαν φτάσει πλέον τα 127.

 

Ο Κώστας μου έστειλε pm, δεν είχα το κουράγιο να το ανοίξω, ούτε την περιέργεια πια.


Ξαφνικά η φωτογραφία αφαιρέθηκε, τα shares εξαφανίστηκαν. Τα σχόλια άρχισαν να μειώνονται, να διαγράφονται.

 

Από τα 127 έπεφταν στα 115, στα 98, μετά στα 63, στα 52. Έπεφταν συνέχεια, τα παιδιά τα διέγραφαν, ενώ κάποιοι άρχισαν να κάνουν like στη φωτογραφία μου. Μετά άρχισαν να γράφουν «Ωραία φωτό» και να βάζουν καρδούλες τα κορίτσια και smilies τα αγόρια. Και όλοι αυτοί ήταν οι ίδιοι που με είχαν βρίσει προηγουμένως, που είχαν προσκαλέσει και τους φίλους τους –άγνωστα σ' εμένα άτομα– να γράψουν σχόλια.


Μετά από ώρα δεν υπήρχε ούτε ένα αρνητικό σχόλιο πια.

 

Περίμενα αρκετά, σχεδόν κρατώντας την ανάσα μου, για το αν θα έγραφε και κάποιος άλλος κάτι. Δεν έγινε τίποτα.


Έκλεισα τον υπολογιστή χωρίς να έχω συνέλθει, τρέμοντας, και πήγα για ύπνο. Θα πίεζα τον εαυτό μου να κοιμηθεί και να τα ξεχάσει όλα.


Ήταν οχτώ και μισή το βράδυ...