Ο άνδρας με την κίτρινη κελεμπία

 

Rudolf Weisse, The Dice Players (Orientalist Sale από τους Sotheby's).
Rudolf Weisse, The Dice Players (Orientalist Sale από τους Sotheby's).

Από τη στάση του τρόλεϋ τον είδα να διασχίζει την πλατεία. Κίτρινη μεταξωτή κελεμπία, κόκκινη μαντήλα, ταγάρι μπλε-άσπρο. Για 'Αραβα, κάπως φανταχτερή εμφάνιση. Αλλά και ποιός θα ήταν ο 'Ελληνας που θα κυκλοφορούσε έτσι ; Η Ομόνοια συνέχιζε και μετά τον Ταχτσή να νομιμοποιεί τις πιο εκκεντρικές παρουσίες, γι αυτό και παραιτήθηκα από τις ερωτήσεις.
'Ενα κόκκινο φανάρι στη γωνία της Σταδίου μου έδωσε την ευκαιρία να τον φτάσω σχεδόν την στιγμή που έμπαινε στο ζαχαροπλαστείο Βρετάνια. 'Αφησα να περάσουν μερικά λεπτά, κι όταν σιγουρεύτηκα πως κάθησε σε ένα τραπέζι στο βάθος, μπήκα κι εγώ να πιάσω μια θέση απ' όπου μπορούσα διαγωνίως να τον παρακολουθώ. Είχε ανάψει ένα τσιγάρο και φαινόταν απορροφημένος από τις εικόνες μιας τεράστιας τηλεόρασης - άλλος ένας δραματικός νεωτερισμός του μαγαζιού που υπονόμευε μια κεραία της κακιάς ώρας. Κάθε χρόνο, όλο και κάτι θα άλλαζαν άνευ λόγου.

 

Είχε σερβιριστεί ο καφές του, αλλά δεν τον άγγιζε. Παρέμενε σκεπτικός, χαζεύοντας πότε την τηλεόραση και πότε την κίνηση έξω. Ούτε κι οι πελάτες του ζαχαροπλαστείου τον ενδιέφεραν. Εμένα, που δεν τον άφηνα από τα μάτια μου, ίσα που μου έριξε ένα βλέμμα. Φορούσε δύο ρολόγια, ένα στο κάθε χέρι. Ενώ στο δεξί του το ένα του ρολόι ήταν καθαρά ορατό, προτίμησε για να δει την ώρα να σηκώσει το μανίκι στο αριστερό του. Και για να βρει ένα μικρό κουτάκι, χρειάστηκε να βγάλει από την τσάντα του μία ολόκληρη συλλογή από κλειδιά. Ανοιγοντάς το, άφησε να πέσουν στον καφέ του δύο μικροσκοπικά χαπάκια.

Είχα τελειώσει το ριζογαλό μου. Για να είμαι σε ετοιμότητα σε περίπτωση ξαφνικής αναχώρησης, είχα αφήσει τρία κατοστάρικα στο δίσκο. Το γκαρσόνι ήρθε πρώτα σε μένα και μέτα πήγε και σ' αυτόν. Τον ρώτησε αν είχε την καλοσύνη να τον πληρώσει γιατί τελείωνε τη βάρδιά του. Από τα λόγια που αντάλλαξαν, πείστηκα πως ήταν 'Ελληνας. Και θα ήταν σίγουρα και θαμώνας της πλατείας. Μόνο μια γουλιά είχε πιεί από τον καφέ του και μετά το δεύτερο τσιγάρο σηκώθηκε να φύγει.


Δεν άργησα κι εγώ να βγω στην πλατεία. Τον είδα δύο βήματα από το ζαχαροπλαστείο να χασομεράει σε ένα περίπτερο. Τον έκρυβαν οι εφημερίδας και δεν έβλεπα παρά το κάτω μέρος της κίτρινης κελεμπίας. Δεν φάνηκε όμως να βρήκε αυτό που ζητούσε γιατί ο περιπτεράς τον έστειλε αλλού, σε ένα απ' αυτά τα μαγαζιά της Ομόνοιας με τα ηλεκτρονικά. Τον περίμενα. 'Υστερα κατεβήκαμε τα σκαλιά του Ηλεκτρικού. Πήγε κατευθείαν σε ένα άλλο μικρομάγαζο με φτηνά ρολόγια. Εκεί έμεινε να χαζεύει άλλη μια ώρα. Διάλεξα για να τον περιμένω ένα σκοτεινό σημείο δίπλα από τα WC. 'Ενας νεαρός είχε όρεξη για κουβέντα. "Τι ώρα είναι ; Περιμένεις κάποιον ; Δεν περνάει η ώρα, ε;" Βγαίνοντας κι απ' αυτό το μαγαζί, κατευθύνθηκε προς το μέρος μου, προς τις τουαλέτες απέναντι. Κλασική κίνηση, σκέφτηκα όχι χωρίς προκατάληψη. Εκεί δεν καθυστέρησε. Είχα στο μεταξύ λίγο απομακρυνθεί κι αλλάξει τοίχο, γι' αυτό και δεν πρόσεξα πως ακριβώς απευθύνθηκε στο νεαρό 'Αραβα (Αιγύπτιος ; Σουδανός ;). Απεναντίας, είδα πολύ καλά την αντίδραση του συνομιλητή του. Στην αρχή εξεπλάγη, μετά του μπήκαν ιδέες, και ύστερα μετανιωμένος που άφησε τον άλλον να φύγει, τον έψαξε με το βλέμμα και βιάστηκε να τον αναζητήσει.

 

Μετά τα ρολόγια, ο άνδρας με την κελεμπία έδειξε ενδιαφέρον και για τις κάρτες. Αγόρασε μερικές και σε ένα απ' αυτά τα πέτρινα στρογγυλά τραπέζια όπου δίνουν τα ραντεβού τους οι Πολωνοί, ασχολήθηκε με την αλληλογραφία του. Ο νεαρός 'Αραβας έκανε κάποιες κυκλωτικές κινήσεις όσπου ακινητοποιήθηκε σε απόσταση φωνής. Ο άλλος, σκυμμένος στο γραψιμό του, δεν είχε προσέξει τίποτα. Ο νεαρός δεν πτοήθηκε. Περίμενε υπομονετικά. 'Ηταν αποφασιμένος ακόμη κι όταν τον είδε να κλείνει τους φακέλους του και να φεύγει χωρίς να τον έχει δει. Τον ακολούθησε μέχρι το μαγαζί με τις κάρτες. Εκεί επί τέλους συναντήθηκαν. Ο νεαρός του έδωσε το χέρι του. Πέντε λεπτά κράτησε η συνομιλία τους. Ο ένας άκουγε σιωπηλά κι ο άλλος μιλούσε με έντονες χειρονομίες και δεν φαινόταν τώρα καθόλου χαμένος στον κόσμο του, όπως μου είχε φανεί αρχικά. 'Οταν χώρησαν, ο άνδρας με την κελεμπία πήγε να ταχυδρομήσει τις κάρτες του, κι ενώ περίμενε στην ουρά, η κίνηση στην πλατεία επιταχύνθηκε.