YΠΑΡΧΟΥΝ ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ που όλοι αναγνωρίζουμε χωρίς δεύτερη σκέψη: ο ρατσισμός, ο σεξισμός, οι διακρίσεις λόγω ηλικίας ή αναπηρίας. Υπάρχει όμως μία μορφή διάκρισης που είναι σχεδόν πανταχού παρούσα, επηρεάζει την εργασία, τις σχέσεις, την αυτοπεποίθηση και τελικά ολόκληρη τη ζωή των ανθρώπων, αλλά σπάνια τη συζητάμε σοβαρά. Είναι το λεγόμενο lookism: η ευνοϊκή μεταχείριση των εμφανισιακά ελκυστικών ανθρώπων και, αντίστροφα, η υποτίμηση όσων δεν ανταποκρίνονται στα κυρίαρχα πρότυπα ομορφιάς.
Με αφορμή το βιβλίο Ugly: A Letter to My Daughter της δημοσιογράφου Στέφανι Φέρινγκτον, το New Yorker δημοσιεύει ένα από εκείνα τα κείμενα που δεν προσπαθούν να λύσουν ένα πρόβλημα, αλλά να σε κάνουν να το δεις με άλλα μάτια. Και η βασική του θέση είναι μάλλον απλή: ίσως ο αισθητικός ρατσισμός να είναι πολύ πιο βαθύς, πολύ πιο καθημερινός και πολύ πιο αποδεκτός απ' όσο θα θέλαμε να πιστεύουμε.
Δεν χρειάζεται να προσποιηθούμε ότι η ομορφιά δεν υπάρχει. Χρειάζεται μόνο να θυμόμαστε πόσο εύκολα της επιτρέπουμε να μας ξεγελάσει.
Η συγγραφέας του βιβλίου γράφει κάτι που είναι σχεδόν ταμπού. Ομολογεί ότι σε όλη της τη ζωή αισθανόταν άσχημη. Όχι με την έννοια της στιγμιαίας ανασφάλειας που λίγο-πολύ όλοι έχουμε νιώσει κοιτάζοντας τον καθρέφτη, αλλά ως μια μόνιμη ταυτότητα που επηρέαζε τον τρόπο με τον οποίο την αντιμετώπιζαν οι άλλοι και τελικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν τον ίδιο της τον εαυτό. Το πιο δύσκολο, λέει, δεν ήταν η εμπειρία αυτή καθαυτή· ήταν ότι δεν μπορούσε καν να τη βάλει σε λόγια. Κάθε φορά που προσπαθούσε να πει «δεν είμαι όμορφη», οι γύρω της έσπευδαν να τη διορθώσουν. Σαν να υπήρχε ένας άγραφος κοινωνικός κανόνας που απαγορεύει ακόμη και να μιλήσεις για το θέμα.
Υπάρχουν όντως εποχές που δεν μιλάς για κάτι άδικο που υφίστασαι, επειδή δεν έχει ονοματιστεί από την κοινωνία, δεν έχεις τη δυνατότητα να περιγράψεις με ακρίβεια αυτό που σου συμβαίνει. Αν δεν υπάρχουν οι κατάλληλες έννοιες ή αν η κοινωνία αρνείται να τις αποδεχτεί, δυσκολεύεσαι ακόμη και να καταλάβεις ο ίδιος τι ακριβώς ζεις. Κάπως έτσι συνέβη παλαιότερα με τη σεξουαλική παρενόχληση, προτού αποκτήσει όνομα. Κάτι ανάλογο, υποστηρίζει, ίσως συμβαίνει και με τον αισθητικό ρατσισμό.
Και όμως, τα στοιχεία είναι εντυπωσιακά. Εδώ και δεκαετίες, έρευνες στην ψυχολογία και την οικονομία δείχνουν ότι οι εμφανισιακά ελκυστικοί έχουν περισσότερες πιθανότητες να προσληφθούν, να πάρουν μεγαλύτερους μισθούς, κρίνονται ευνοϊκότερα από καθηγητές και εργοδότες, αντιμετωπίζονται πιο επιεικώς ακόμη και στα δικαστήρια. Η εξωτερική εμφάνιση λειτουργεί σαν ένα ανομολόγητο πλεονέκτημα, το οποίο οι περισσότεροι ούτε παραδέχονται ούτε συνειδητοποιούν όταν επηρεάζει τις αποφάσεις τους.
Όχι ότι η ομορφιά είναι αποκλειστικά κοινωνική κατασκευή ούτε ότι τα αισθητικά κριτήρια είναι εντελώς αυθαίρετα. Η έλξη που ασκεί η ομορφιά έχει βιολογικές, πολιτισμικές και προσωπικές διαστάσεις. Το πρόβλημα αρχίζει όταν αυτή η αισθητική προτίμηση μετατρέπεται σε αξιολόγηση του χαρακτήρα, της εξυπνάδας, της αξιοπιστίας ή της αξίας ενός ανθρώπου. Όταν, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, αποδίδουμε στους όμορφους περισσότερες αρετές από όσες πράγματι έχουν και στους λιγότερο ελκυστικούς περισσότερα ελαττώματα.
Θα έπρεπε λοιπόν να αντιμετωπίζουμε τις διακρίσεις λόγω εμφάνισης όπως αντιμετωπίζουμε άλλες μορφές διακρίσεων; Κάποιοι νομικοί το έχουν ήδη προτείνει, ζητώντας να προστατεύεται ρητά η εξωτερική εμφάνιση από την εργατική νομοθεσία. Ο ίδιος ο Ρόθμαν παραμένει επιφυλακτικός. Δεν είναι βέβαιος ότι οι νόμοι μπορούν να λύσουν ένα τόσο περίπλοκο ζήτημα. Η ομορφιά, άλλωστε, δεν χωρίζει τους ανθρώπους σε καθαρές κατηγορίες. Βρίσκεται πάνω σε μια κινούμενη άμμο και αλλάζει ανάλογα με την εποχή, τον πολιτισμό, ακόμη και το βλέμμα εκείνου που κοιτάζει.
Κάθε προκατάληψη έχει την ίδια βασική λειτουργία: μετατρέπει έναν πολύπλοκο άνθρωπο σε κάτι μονοδιάστατο, τον στενεύει σε ένα μόνο χαρακτηριστικό. Στο χρώμα του, στο φύλο του, στην ηλικία του ή, στην προκειμένη περίπτωση, στο πρόσωπό του. Η αντίσταση απέναντι στον αισθητικό ρατσισμό δεν σημαίνει ότι θα πάψουμε να βρίσκουμε κάποιους ανθρώπους όμορφους. Σημαίνει να μην επιτρέπουμε στην πρώτη εντύπωση να γίνεται τελική ετυμηγορία.
Δεν χρειάζεται να προσποιηθούμε ότι η ομορφιά δεν υπάρχει. Χρειάζεται μόνο να θυμόμαστε πόσο εύκολα της επιτρέπουμε να μας ξεγελάσει.