— Το αποτέλεσμα των επόμενων εκλογών μοιάζει αβέβαιο σε πολλές παραμέτρους του. Ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, η μεγαλύτερη πρόκληση που έχουν να αντιμετωπίσουν σε μια τέτοια συνθήκη τα πολιτικά κόμματα;
Πρακτικά, η παρατηρούμενη μεταβλητότητα των προτιμήσεων ψήφου σημαίνει ότι το τελικό αποτέλεσμα της κάλπης μπορεί να είναι διαφορετικό αν οι εκλογές γίνονταν ακόμα και τη Δευτέρα αντί της Κυριακής, πολύ περισσότερο αν γίνονταν μία ή δύο Κυριακές πριν ή μετά. Υπό αυτήν την έννοια, η μεταβλητότητα αποτελεί ευκαιρία και απειλή για όλους. Ευκαιρία να κερδίσουν, απειλή να χάσουν ψήφους. Συνεπώς, η πρόκληση για κάθε κόμμα συνίσταται στη διατήρηση θετικού ισοζυγίου μεταξύ ευκαιριών και απειλών. Η ΝΔ, ως το κόμμα με τον μεγαλύτερο αριθμό βέβαιων ψηφοφόρων, αντιμετωπίζει τη μικρότερη πρόκληση. Για τα κόμματα της αντιπολίτευσης, ιδιαιτέρως τα νεοϊδρυθέντα κόμματα, η πρόκληση είναι μεγαλύτερη, καθώς σημαντικό τμήμα όσων δηλώνουν δυνητικοί ψηφοφόροι τους διατηρούν ισχυρή και την πιθανότητα μη προσέλευσης στην κάλπη, μια «άσφαιρη» μεν επιλογή στο ατομικό επίπεδο, η οποία ωστόσο λειτουργεί στο συλλογικό επίπεδο υπέρ της ΝΔ. Για τα κόμματα της αντιπολίτευσης λοιπόν, το να πείσουν τους ψηφοφόρους να φτάσουν στην κάλπη συνιστά τη δική τους πρόκληση.
«Η μεταβλητότητα αποτελεί ευκαιρία και απειλή για όλους. Ευκαιρία να κερδίσουν, απειλή να χάσουν ψήφους. Συνεπώς, η πρόκληση για κάθε κόμμα συνίσταται στη διατήρηση θετικού ισοζυγίου μεταξύ ευκαιριών και απειλών».
— Η ΝΔ διατηρεί διψήφια διαφορά, αλλά η ΕΛ.Α.Σ. εμφανίζεται σταθερά δεύτερη. Πιστεύετε ότι πρόκειται για μια παροδική τάση ή για αναδιαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού;
Ο πολιτικός ανταγωνισμός στην Ελλάδα οργανώνεται παραδοσιακά γύρω από δύο επιλογές –άλλοτε δύο κόμματα, άλλοτε δύο πρόσωπα– που είτε ελέγχουν είτε διεκδικούν την εξουσία, δηλαδή το κράτος και τα πελατειακά δίκτυα. Χωρίς σαφείς κοινωνικές αναφορές, οι εκάστοτε δύο παίκτες δυναμώνουν από την ίδια την αντιπαράθεση μεταξύ τους, από το σχήμα «εμείς και οι άλλοι». Ο παρατεταμένος έλεγχος της εξουσίας από τη ΝΔ οδήγησε στην αγωνιώδη αναζήτηση από τους εκλογείς τού αντιπάλου της στο σχήμα «εμείς και οι άλλοι». Η αγωνία αυτή ήταν βέβαιο ότι θα ευνοούσε εκείνον που θα καταγραφόταν δημοσκοπικά υψηλότερα από τους υπόλοιπους. Τώρα που η ΕΛ.Α.Σ. απέκτησε διακριτή απόσταση από τα μικρότερα κόμματα, είναι πιθανό ότι θα ενισχυθεί περαιτέρω. Ο πολιτικός ανταγωνισμός στην Ελλάδα δείχνει να βρίσκει λοιπόν το κλασικό σημείο ισορροπίας του. Δεν πρόκειται περί αναδιαμόρφωσης του σκηνικού βεβαίως, αλλά για διαφορετική «διανομή ρόλων» στο ίδιο έργο.
αναπληρωτής καθηγητής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας
— Η οικονομία και κυρίως η ακρίβεια αναδεικνύονται ως βασική προτεραιότητα των πολιτών. Ποιο κόμμα θεωρείτε ότι έχει σήμερα το μεγαλύτερο περιθώριο να πείσει τους αναποφάσιστους σε αυτό το πεδίο και γιατί;
Το ζήτημα της ακρίβειας –και της οικονομίας γενικότερα– συνδέεται παντού και πάντα με την αξιολόγηση της εκάστοτε κυβέρνησης. Οι κυβερνήσεις είναι εκείνες που επιβραβεύονται και τιμωρούνται για τις προσλαμβανόμενες συνθήκες της οικονομίας. Συνεπώς, η γενικευμένη αίσθηση οικονομικής στενότητας –και θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι η αίσθηση είναι εκείνη που μετρά, ακόμα και αν τα αντικειμενικά δεδομένα δεν τη δικαιολογούν– αναμένεται να χρεωθεί στην κυβέρνηση. Η αντιπολίτευση σπανίως αξιολογείται για την εφικτότητα του οικονομικού της προγράμματος, πολύ περισσότερο όταν η τιμωρητική διάθεση σε βάρος μιας κυβέρνησης είναι ισχυρή. Συνεπώς, από τη μία η κυβέρνηση δεν φαίνεται να έχει περιθώριο πειθούς, ενώ από την άλλη για την αντιπολίτευση δεν υπάρχει τέτοια απαίτηση.
— Το ΠΑΣΟΚ καταγράφει χαμηλή αξιολόγηση ως αξιωματική αντιπολίτευση. Πού εντοπίζετε τις βασικές αδυναμίες του και τι θα έπρεπε να αλλάξει για να ανακτήσει πολιτική δυναμική;
Παρά τον τίτλο του ως «αξιωματικής αντιπολίτευσης», το ΠΑΣΟΚ δεν εξελήφθη ποτέ ως δυνητικός αντικαταστάτης της ΝΔ στην κυβέρνηση, για τρεις λόγους. Πρώτον, γιατί το μέγεθός του ήταν μικρό και η ανάδειξή του στην αξιωματική αντιπολίτευση ήταν προϊόν συγκυρίας. Δεύτερον, γιατί η ανάμνηση της συγκυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ υπό τον Αντώνη Σαμαρά την περίοδο 2012-2015 είναι νωπή και θέτει σε αμφιβολία την προοπτική πραγματικής πολιτικής αλλαγής. Τρίτον, γιατί ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ υστερεί ως προς τα επιθυμητά χαρακτηριστικά ηγετικότητας, γεγονός που τον αποδυναμώνει στη σύγκριση με τον πρωθυπουργό. Τα τρία παραπάνω στοιχεία έχουν διαμορφώσει μια στέρεη –σχεδόν στερεοτυπική– εικόνα για το ΠΑΣΟΚ, που δεν φαίνεται εύκολο να αλλάξει στον δρόμο για τις επόμενες εκλογές. Πολύ περισσότερο που η εδραίωση του «κόμματος Τσίπρα» στη δεύτερη δημοσκοπική θέση λειτουργεί ως φυσικός μαγνήτης για όσους αναζητούν εναγωνίως την ήττα της ΝΔ.
— Υπάρχει ενδιαφέρον για ένα ενδεχόμενο νέο κόμμα του Αντώνη Σαμαρά; Και αν ναι, πώς θα εξηγούσατε το ενδιαφέρον για ένα πολιτικό πρόσωπο που έρχεται από το παρελθόν;
Το υπό ίδρυση «κόμμα Σαμαρά» εκλαμβάνεται ως μία ακόμη δυνητική επιλογή έκφρασης του θυμού του εκλογικού σώματος κατά της κυβέρνησης και του Κυριάκου Μητσοτάκη προσωπικά, και υπό την έννοια αυτή συγκεντρώνει το ενδιαφέρον του κοινού. Η προσωπική αντιπαράθεση του Αντώνη Σαμαρά με την οικογένεια Μητσοτάκη λειτουργεί μάλιστα περαιτέρω ενισχυτικά για το υπό συζήτηση νέο εγχείρημα. Αυτό δικαιολογεί και το φαινομενικά οξύμωρο της μη αμελητέας δημοφιλίας που καταγράφει ο πρώην πρωθυπουργός, παρά το γεγονός ότι είναι ένα πρόσωπο του παρελθόντος σε μια περίοδο κατά την οποία η ανανέωση του πολιτικού προσωπικού καταγράφεται ως επιτακτικό ζητούμενο της κοινής γνώμης. Τη δημοφιλία του ερμηνεύει επίσης και ο γωνιώδης λόγος του, όπως για παράδειγμα οι αντι-ΛΟΑΤΚΙ+ και οι υπερπατριωτικές τοποθετήσεις του, ένας λόγος με ευρεία απήχηση στους πλέον συντηρητικούς ψηφοφόρους.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.