ΤΟ ΥΠΕΡΣΥΓΧΡΟΝΟ αμερικανικό αεροσκάφος 5ης γενιάς F35 διαθέτει ένα χαρακτηριστικό που το καθιστά ίσως το καλύτερο μαχητικό αεροσκάφος στον κόσμο: είναι «αόρατο» (stealth). Δεν είναι φυσικά μόνο αυτό το πλεονέκτημά του – ίσως η δυνατότητά του να συλλέγει πληροφορίες και να τις διοχετεύει σε άλλες πλατφόρμες, στο πλαίσιο αυτού που ονομάζεται «δικτυοκεντρικός πόλεμος και πεδίο μάχης», να είναι ακόμη σημαντικότερη. Για τη δική μας ιστορία, όμως, η «αόρατη φύση» του αεροσκάφους έχει μεγαλύτερο, ίσως περιπαικτικής διάθεσης ενδιαφέρον.
Στην ελληνική προεκλογική αντιπαράθεση, η οποία ήδη σοβεί, ανεξαρτήτως του αν έχουν προκηρυχθεί επισήμως εκλογές ή όχι, όσα συνέβησαν στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα σχετικά με την πρόθεση του Ντόναλντ Τραμπ να βοηθήσει τον «φίλο» του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να επιστρέψει στο πρόγραμμα των F35 και οι πληροφορίες που ακολούθησαν περί πώλησης του ρωσικού αντιπυραυλικού συστήματος S400 σε κάποιο από τα ζάπλουτα εμιράτα του Κόλπου (π.χ. Κατάρ ή Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα), ώστε να ξεπεραστούν τα εμπόδια της αμερικανικής νομοθεσίας, δεν υπήρξαν καθόλου… αόρατα.
Η μόνη λύση είναι η χώρα μας να κινητοποιήσει κάθε διαθέσιμο πόρο για τη διαμόρφωση ενός αμυντικού/βιομηχανικού συμπλέγματος που θα συμπήξει συνεργασίες με τρίτες χώρες και θα αποτελέσει όχημα τόσο οικονομικής ανάπτυξης όσο και στρατιωτικής ισχύος.
Η κυβέρνηση και η αντιπολίτευση διαγκωνίζονται ποια κόπτεται περισσότερο για την ασφάλεια και την άμυνα της χώρας – με τη Νέα Δημοκρατία να επιδιώκει να εκμεταλλευθεί το επιχείρημα που συχνά αναπαράγουν οι συντηρητικές κυβερνήσεις, ότι νοιάζεται περισσότερο για τις δύο αυτές έννοιες. Αυτή η τακτική συσπειρώνει το δεξιό ακροατήριο, «κλείνει» την τρύπα στη «δεξιά πτέρυγα» και σταθεροποιεί το κομματικό/κυβερνητικό σκάφος εν όψει της έναρξης της επίσημης προεκλογικής περιόδου.
Για την αντιπολίτευση, η πιθανή επανένταξη της Άγκυρας σε ένα πρόγραμμα στο οποίο ήταν συμπαραγωγός και μέσω του οποίου σκόπευε –πριν από την κρίση των S400– να αποκτήσει πάνω από 100 αεροσκάφη F35, προσφέρει ένα εύκολο, πλην κάπως αστείο αντικυβερνητικό επιχείρημα. Αν υπάρχουν στην αντιπολίτευση σήμερα, είτε στην ΕΛ.Α.Σ. είτε στο ΠΑΣΟΚ είτε αλλού, πρόσωπα που πιστεύουν ότι η Αθήνα θα μπορούσε να απαγορεύσει στην Ουάσινγκτον να μεταβάλει την εξοπλιστική της πολιτική έναντι της Τουρκίας, κοιμούνται ύπνο βαθύ.
Επιπλέον, δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί το ότι η παρούσα κυβέρνηση έθεσε σε κίνηση ένα σοβαρό εξοπλιστικό πρόγραμμα με εταίρους τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Γαλλία – με έμφαση στον αεροναυτικό τομέα. Βοήθησε σε αυτό η έξοδος από τα μνημόνια της οικονομικής κρίσης αλλά και οι συνθήκες που ανάγκασαν τη χώρα «να αγοράσει» προστασία εν όψει και της τουρκικής επιθετικότητας. Ωστόσο, όπως σημείωσε πρόσφατα στην «Καθημερινή» ο συνάδελφος Βασίλης Νέδος, η σύγχρονη εξοπλιστική ιστορία δεν ξεκίνησε το 2019: ήταν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ. που άρχισε το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού των 84 μαχητικών F16 στην έκδοση Viper.
Το πρόβλημα όμως βρίσκεται αλλού και δεν είναι καθόλου… αόρατο. Θα αρκούσε να αναρωτηθούν τα ελληνικά πολιτικά κόμματα και παλαιότερες ηγεσίες του υπουργείου Εθνικής Άμυνας για ποιους λόγους απέρριψαν τις προτάσεις της κατασκευάστριας εταιρείας των F35 να συμμετάσχει η Ελλάδα ως συμπαραγωγός στο πρόγραμμα τα έτη 2001, 2003 και 2007. Το ποσό συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο της κοινοπραξίας ήταν χαμηλό (περί τα 50 εκατομμύρια δολάρια) και παρά το μικρό της μέγεθος, η ασθενική ελληνική αμυντική βιομηχανία θα είχε ωφεληθεί τα μέγιστα. Αντ’ αυτού –και με ελάχιστες, πλην φωτεινές, εξαιρέσεις– εξακολουθεί «να βράζει στο ζουμί της».
Την ίδια στιγμή, η αμυντική βιομηχανία της γείτονος καλπάζει. Άλλα τα μεγέθη φυσικά, άλλες όμως και οι μέθοδοι που ακολουθήθηκαν για να επιτευχθεί ο στόχος. Για τον λόγο αυτό –και με δεδομένο τον τουρκικό αναθεωρητισμό– καλό θα ήταν να παύσει η φθηνή κριτική μεταξύ των ελληνικών πολιτικών δυνάμεων για το ποιος θα φταίει αν η Τουρκία επανέλθει στο πρόγραμμα των F35.
Η Άγκυρα αξιοποιεί το όπλο της αμυντικής της βιομηχανίας ως διπλωματικό και πολιτικό όχημα για διαμόρφωση δεσμών και σχέσεων ακόμη και με χώρες που εμείς θεωρούμε στρατηγικούς εταίρους, όπως π.χ. η Αίγυπτος. Περιττό να πούμε πόσο αυτή η εξέλιξη θα μπορούσε να επηρεάσει ένα ζήτημα που καίει την Ελλάδα, όπως η οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η μόνη λύση είναι η χώρα μας να κινητοποιήσει κάθε διαθέσιμο πόρο για τη διαμόρφωση ενός αμυντικού/βιομηχανικού συμπλέγματος (αρχικά μικρού και ίσως αργότερα μεγαλύτερου) που θα συμπήξει συνεργασίες με τρίτες χώρες και θα αποτελέσει όχημα τόσο οικονομικής ανάπτυξης όσο και στρατιωτικής ισχύος. Αυτό θα έπρεπε να βρίσκεται στον πυρήνα μιας σοβαρής στρατηγικής εθνικής ασφάλειας που εδώ και χρόνια έχει χαθεί σε κάποιο συρτάρι και παραμένει κι αυτή «αόρατη». Όλα τα υπόλοιπα αποτελούν καύσιμο σε μια συζήτηση που δεν οδηγεί πουθενά, παρά μόνο σε κινδύνους για την απώλεια εθνικής ισχύος.