«ΩΡΑΙΑ ΠΟΥ ΤΑ ΛΕΣ, μα έλα που σε ξέρω». Αναμφίβολα, ελάχιστοι περίμεναν να προσωποποιήσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης το δίλημμα των επόμενων εκλογών χρησιμοποιώντας ένα τραγούδι του Δημήτρη Μητροπάνου και της Αλέκας Κανελλίδου. Ίσως ακόμη λιγότεροι να πίστευαν ότι ο πρωθυπουργός ακούει Μητροπάνο, ένεκα του δυτικοευρωπαϊκού του στυλ.
Όπως και ‘χει, όμως, το δίλημμα των προσώπων τέθηκε. Μπορεί ο επικεφαλής της κυβέρνησης να έθεσε τον «ορίζοντα» ως σύνθημα της προσπάθειας για τη διεκδίκηση μιας τρίτης συναπτής θητείας, η επίκληση όμως του εν λόγω άσματος και η «φωτογράφιση» –ή, ορθότερα, η επιλογή– του Αλέξη Τσίπρα ως βασικού αντιπάλου και ανταγωνιστή στην προσεχή εκλογική αναμέτρηση γύρισε τον χρόνο επτά χρόνια πίσω, στο 2019 και στο τότε δίλημμα «Μητσοτάκης ή Τσίπρας». Μπορεί ο βασικός αντίπαλος της Νέας Δημοκρατίας να είναι τα προβλήματα, όπως επίσης είπε ο πρωθυπουργός, αλλά τα προβλήματα δεν… συσπειρώνουν. Η ΕΛΑΣ προσφέρει τον κατάλληλο αντίπαλο για συσπείρωση αλλά και για την έμμεση αποδυνάμωση και εκλογική αφαίμαξη του ΠΑΣΟΚ.
Δεν είναι σαφές με ποιον τρόπο θα μπορούσε να προσληφθεί αυτή η πρωθυπουργική προειδοποίηση από τους ψηφοφόρους όταν θα στηθούν οι κάλπες. Θα μπορούσε να μετατραπεί σε δίκοπο μαχαίρι, θα μπορούσε να κινητοποιήσει, θα μπορούσε να φοβίσει. Για έναν συνειδητοποιημένο πολίτη, όμως, ίσως να ήταν προσβλητική.
Δεν θα ασχοληθούμε εδώ με τις λεπτομέρειες των οικονομικών μέτρων που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός για δημοσίους υπαλλήλους, συνταξιούχους, ελεύθερους επαγγελματίες και επιχειρήσεις. Υπάρχουν ειδικότεροι για να κρίνουν τη σκοπιμότητά τους. Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στο κυβερνητικό επιτελείο υπάρχουν αρκετοί και πολύ αξιόλογοι οικονομολόγοι που έχουν τα προσόντα να καταρτίσουν τέτοιου είδους προγραμματικές δεσμεύσεις – άλλωστε δεν είναι όλα τα στατιστικά στοιχεία της ελληνικής οικονομίας άσχημα, θα ήταν λάθος να ισχυριστεί κάποιος ότι δεν έχει συντελεστεί πρόοδος σε ζητήματα όπως η ανεργία.
Εδώ μας ενδιαφέρει το καθαρά πολιτικό μήνυμα του πρωθυπουργού, με το βλέμμα τόσο στις προσεχείς εκλογές όσο και στο χρονικό ορόσημο του 2030, το οποίο συμβολίζει τα 200 χρόνια από την ίδρυση του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Είναι άλλωστε σαφές ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν ήθελε να εγκλωβιστεί σε έναν απολογισμό της επταετούς διακυβέρνησής του διότι οι απολογισμοί κρύβουν φθορά και ανοίγουν παράθυρο στην κριτική. Γι' αυτό τον λόγο αναφέρθηκε και σε κομβικά ζητήματα του μέλλοντος, τα οποία θα κληθεί να αντιμετωπίσει η επόμενη κυβέρνηση, όπως η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης και οι υψηλοί «γεωπολιτικοί κυματισμοί».
Αντίθετα, επέλεξε να ανοίξει τον ορίζοντα ώστε να θέσει, κατά κάποιον τρόπο, τους ψηφοφόρους προ των ευθυνών τους, θέτοντας το ερώτημα: «Θέλετε σταθερότητα ή αβεβαιότητα»; Πρότεινε, δε, μια «νέα εθνική ενότητα», η οποία θα βασίζεται σε μια «μεγάλη κοινωνική συμμαχία» επί τη βάσει του πατριωτισμού της ευθύνης, του εκσυγχρονισμού της δημιουργίας και της φροντίδας της κοινωνίας. Υπάρχει όμως ένα σημείο στο μήνυμα του πρωθυπουργού που προκαλεί μια, ελαφρώς ανησυχητική, ενόχληση.
Η εκ μέρους του αναγνώριση της καθημερινής αγωνίας των πολιτών λόγω του κόστους ζωής είναι ιδιαίτερα σημαντική και ορισμένα από τα μέτρα που ανακοινώθηκαν κινούνται προς την αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης. Προς το τέλος όμως της ομιλίας του, απηύθυνε μια μάλλον αυστηρή προειδοποίηση προς όσους ίσως σκεφτούν να στείλουν κάποιο μήνυμα δυσαρέσκειας προς την επταετή του διακυβέρνηση και ψηφίσουν άλλα κόμματα.
«Στην ίδια πορεία», σημείωσε, «θα υπάρξουν και πολίτες που ίσως δουν την Κυριακή της κάλπης ως ευκαιρία να στείλουν, υποτίθεται, κάποιο μήνυμα διαμαρτυρίας. Ας γνωρίζουν όμως από τώρα», πρόσθεσε, «ότι μια τέτοια στάση τη Δευτέρα μπορεί να οδηγήσει ώστε να μην υπάρχει κάποιος να το παραλάβει αυτό το μήνυμα, ότι η μάχη είναι μία και αυτή μόνο θα επιλέξει την ελπίδα ή την περιπέτεια. Απαντώντας στα μεγάλα και όχι στα μικρά ερωτήματα. Και κυρίως», κατέληξε, «χωρίς δικαίωμα στο λάθος, λάθος για τον εαυτό τους, για τα παιδιά τους, για τον τόπο τους».
Δεν είναι σαφές με ποιον τρόπο θα μπορούσε να προσληφθεί αυτή η πρωθυπουργική προειδοποίηση από τους ψηφοφόρους όταν θα στηθούν οι κάλπες. Θα μπορούσε να μετατραπεί σε δίκοπο μαχαίρι, θα μπορούσε να κινητοποιήσει, θα μπορούσε να φοβίσει. Για έναν συνειδητοποιημένο πολίτη, όμως, ίσως να ήταν προσβλητική. Ο ψηφοφόρος δικαιούται να αποφασίσει, με βάση τις επιθυμίες, τις γνώσεις, τις παραστάσεις και τις πεποιθήσεις του, ελεύθερος και χωρίς εκβιασμούς, τι θα πράξει πίσω από το παραβάν. Πίσω από αυτό, κάθε ψηφοφόρος είναι, έστω και προσωρινά, ελεύθερος. Άλλωστε, δικαίωμα στο λάθος έχουν όλοι, κυβερνώντες και κυβερνώμενοι.