ΤΟ ΦΕΤΙΝΟ ΘΕΜΑ της έκθεσης στις Πανελλήνιες, που ξεκινάει με την υπογεννητικότητα στη Δύση, παρουσιάζει ενδιαφέρον λιγότερο επειδή εξετάζει διάφορους λόγους για το φαινόμενο –την κρίση των σχέσεων και τη μοναξιά, πέρα απ’ τους οικονομικούς παράγοντες– και περισσότερο επειδή, σε απόλυτη εναρμόνιση με τον κυρίαρχο δημόσιο λόγο, δεν αμφισβητεί ούτε ιστορικοποιεί τη «φύση» του ζητήματος. Παίρνει, με άλλα λόγια, την υπογεννητικότητα ως κάτι προφανώς προβληματικό, έναν κίνδυνο που χρήζει αντιμετώπισης. Είναι πράγματι έτσι;
Με ιστορικούς όρους, το δημογραφικό είναι ένα «νεαρό πρόβλημα», όχι επειδή η υπογεννητικότητα είναι καινούργια αλλά επειδή η ίδια η προβληματοποίηση των γεννήσεων και των θανάτων, η ίδια η αξιολόγηση της εξέλιξης και της υγείας του πληθυσμού, είναι μια πρόσφατη, και πολιτικά φορτισμένη, διαδικασία. Όπως δείχνει μεταξύ άλλων ο Φουκό, οι τεχνικές εξουσίας που παίρνουν ως αντικείμενό τους τον πληθυσμό και οι μορφές επιστημονικής γνώσης που τις συνοδεύουν (δημογραφία, επιδημιολογία, στατιστική κ.ά.) αναπτύσσονται απ’ το νεωτερικό κράτος κατά τον 18ο αιώνα. Σκοπός είναι η «βελτιστοποίηση της ζωής», η υποστήριξη του νεογέννητου καπιταλιστικού συστήματος με την παραγωγική δύναμη ενός λαού που αυξάνεται και παραμένει υγιής.
Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε τα νιάτα της μεγάλης ηλικίας να εξαλείφονται και τα γεράματα της μικρής να γίνονται ο κανόνας.
Αυτή η μορφή «βιοπολιτικής» περιλαμβάνει τόσο προτροπές (καμπάνιες δημόσιας υγείας, ενθάρρυνση της αναπαραγωγής) όσο και καταστολή ενάντια σε όλους τους Άλλους που θεωρούνται επικίνδυνοι για την υγεία του πληθυσμού (πρωτίστως γυναίκες που δεν κάνουν παιδιά, αλλά επίσης queer άτομα, εθνικότητες που «μολύνουν» την κυρίαρχη ομάδα, ανάπηροι, άεργοι, φορείς νοσημάτων). Ο αποκλεισμός των παραπάνω απ’ την κοινωνία και, στο όριο, η «έκθεσή τους σε θάνατο», θεωρούνται απαραίτητα στοιχεία για την ενδυνάμωση του εθνικού κορμού, υποδαυλίζοντας διάφορες βίαιες πρακτικές, απ’ τον εγκλεισμό και τις θεραπείες μεταστροφής ως την ευγονική.¹
Δεν μπορούμε να αγνοούμε τα παραπάνω όταν μιλάμε για «δημογραφικό πρόβλημα». Ούτε μπορούμε να αγνοούμε το γεγονός ότι η μετανάστευση έχει εν πολλοίς λειτουργήσει ως αντίβαρο στην υπογεννητικότητα της Δύσης, εγγυώμενη την αυξανόμενη, φτηνή παραγωγική δύναμη που απαιτεί ο καπιταλισμός. Ο λόγος περί δημογραφικού, ωστόσο, και οι πολιτικές που τον συνοδεύουν παραμένουν εν ισχύ, αφενός ως μηχανισμός πειθάρχησης των προαναφερθέντων Άλλων (έλεγχος επί της σεξουαλικότητας, επί των μειονοτήτων, επί των γυναικών) και αφετέρου ως ανησυχία για την επιβίωση της «εθνικής ταυτότητας» (φόβος παρακμής, θεωρίες αντικατάστασης), ένα φλερτ με την ακροδεξιά στο οποίο επιδίδονται τακτικά οι κυβερνήσεις.
Τρία στιγμιότυπα απ’ την τελευταία διετία. Μάρτιος 2025 – ο βουλευτής της ΝΔ Δημήτρης Κυριαζίδης φωνάζει στη Ζωή Κωνσταντοπούλου όσο εκείνη μιλάει στη Βουλή: «Κάνε κάνα παιδί!». Δεκέμβριος 2025 – η υπουργός Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας Δόμνα Μιχαηλίδου συμμετέχει σε debate στο οποίο επιχειρηματολογεί κατά της πολυσυντροφικότητας. Μάιος 2026 – ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης αναγνωρίζει ότι σε πολλά δημόσια νοσοκομεία δεν πραγματοποιούνται αμβλώσεις, αλλά δηλώνει πως, αντί να επικεντρωνόμαστε σε αυτό, προτεραιότητα θα έπρεπε να είναι «μια συζήτηση στην επιτροπή για το δημογραφικό: πώς θα κάνουμε περισσότερα παιδιά».
Αυτό που μένει, συνεπώς, απ’ το δημογραφικό είναι ένας μηχανισμός αποκλεισμού και πειθάρχησης και μια ανησυχία για την επιβίωση του «ελληνικού πολιτισμού», η οποία εργαλειοποιείται επικοινωνιακά απ’ τις κυβερνήσεις, ενώ δεν έχει πραγματική βάση – λες και οι πολιτισμοί δεν μεταλλάσσονται συνεχώς, λες και ο «ελληνισμός» είναι κάτι σταθερό μες στους αιώνες, χωρίς την επιρροή ξένων, λες και ο «ελληνικός τρόπος ζωής» (τι είναι καν αυτό; Η Εκκλησία; Ο φραπές; Οι μίζες;) πρέπει, πάση θυσία, να επιβιώσει.
Εντούτοις, αν πολλοί εμμένουν στο δημογραφικό, προτάσσοντας ότι οι κοινωνίες της Δύσης γίνονται «κοινωνίες ηλικιωμένων» (βγάζοντας, υπόρρητα, για μια ακόμα φορά, τους μετανάστες εκτός κοινωνίας), μου φαίνεται πως ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι η πληθυσμιακή αύξηση του γήρατος αλλά η ψυχοκοινωνική «εκγήρανση» των νέων, η απομάκρυνσή τους απ’ τα παραδοσιακά πρότυπα της νεότητας. Εδώ μπορούμε να στραφούμε και στο δεύτερο θέμα της έκθεσης στις Πανελλήνιες, ένα κείμενο του Παπανούτσου που υποστηρίζει ότι, ενώ τυπικά βλέπουμε τα νιάτα ως επαναστατικά και τα γηρατειά ως συντηρητικά, ενίοτε συναντάμε το αντίθετο, «τα γεράματα της μικρής ηλικίας και τα νιάτα της μεγάλης ηλικίας». Η κοινωνία, καταλήγει ο συγγραφέας, χρειάζεται και τα δύο, μια ισορροπία ρίσκου και σύνεσης.
Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, βλέπουμε τα νιάτα της μεγάλης ηλικίας να εξαλείφονται και τα γεράματα της μικρής να γίνονται ο κανόνας. Από τη μία, οι ηλικιωμένοι ζουν όλο και πιο μοναχικά, καθώς ο σεβασμός με τον οποίον αντιμετωπίζονταν τα γηρατειά φθίνει σε μια κοινωνία που εστιάζει στην ταχύτητα, την ομορφιά, την παραγωγικότητα. Από την άλλη, οι νέοι γίνονται όλο και πιο κλειστοί, συντηρητικοί, φοβισμένοι και κουρασμένοι. Στην εποχή της γενικής επισφάλειας, οι άνθρωποι ενηλικιώνονται πιο γρήγορα, «σοβαρεύουν» πιο νωρίς: αντιμέτωποι με την αβεβαιότητα του επαγγελματικού κόσμου, ψάχνουν τη σταθερότητα στους υπόλοιπους τομείς· μονίμως τραυματισμένοι από έναν συνδυασμό παλιών και νέων κρίσεων, αποζητούν ασφάλεια αποφεύγοντας το ρίσκο, την ένταση και τις συγκρούσεις. Καταγεγραμμένα, η Gen Z ξενυχτάει λιγότερο απ’ τις προηγούμενες γενιές, πίνει λιγότερο, κοινωνικοποιείται λιγότερο, κάνει λιγότερο σεξ.
Πόσοι νέοι μπορούν πράγματι ν’ απαντήσουν στο κάλεσμα των στίχων του Εμπειρίκου που κλείνουν τη φετινή έκθεση στις Πανελλήνιες:
Πρέπει να πολεμήσης να χαρής / Κι ακόμα να χαρής […] Πρέπει να νιώσης όλες τις ηδονές που σε τραβάνε.
Φοβάμαι πως σήμερα μάς ταιριάζει ένας άλλος στίχος, στίχος που γράφτηκε απ’ τη σκοπιά μιας ωριμότητας επικριτικής προς τους νέους, αλλά που εδώ αντιστρέφεται:
(Μας γέρασαν προώρως, Γιώργο, το κατάλαβες;)
¹ Michel Foucault. [1976]. Ιστορία της σεξουαλικότητας Ι: Η βούληση για γνώση (μτφρ. Τάσος Μπέτζελος). Πλέθρον. Δείτε επίσης: Michel Foucault. [1976]. Για την υπεράσπιση της κοινωνίας (μτφρ.: Τιτίκα Δημητρούλια). Ψυχογιός.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO