— Τι μπορεί να οδηγήσει έναν γονιό στο σημείο να κακοποιεί συστηματικά τα παιδιά του και, στην πιο ακραία περίπτωση, στην παιδοκτονία; Ποιοι ψυχολογικοί και κοινωνικοί παράγοντες μπορεί να κρύβονται πίσω από μια τόσο ακραία συμπεριφορά;
Η συστηματική παιδική κακοποίηση και η παιδοκτονία αποτελούν συνήθως πολυπαραγοντικά φαινόμενα. Τέτοιες ακραίες συμπεριφορές δεν αποδίδονται ποτέ σε μία μόνο αιτία αλλά στην αλληλεπίδραση πολλών παραγόντων, όπως η σοβαρή ψυχοπαθολογία του γονιού, οι διαταραχές προσωπικότητας, το διαγενεακό τραύμα, δηλαδή το τραύμα που μεταδίδεται από γενιά σε γενιά, η συναισθηματική κακοποίηση και η εξάρτηση από ουσίες. Επιπλέον, σημαντικό ρόλο έχουν οι κοινωνικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες, όπως ο κοινωνικός αποκλεισμός και η έλλειψη υποστηρικτικού δικτύου, επειδή αυξάνεται η απομόνωση του γονέα, γεγονός που εμποδίζει τον πρώιμο εντοπισμό επικίνδυνων συμπεριφορών. Η φτώχεια και η βία μεταξύ των γονιών αποτελούν έμμεσους παράγοντες που μπορεί επίσης να οδηγήσουν στην κακοποίηση των παιδιών, επειδή εξαντλούν τα ψυχικά αποθέματα του γονέα.
«Η κοινωνική πεποίθηση ότι η οικογένεια είναι ένας ασφαλής θεσμός εμποδίζει τους γύρω να πιστέψουν ή να διανοηθούν ότι ένας γονέας μπορεί να βλάψει το παιδί του».
— Τι μας λέει μια υπόθεση σαν αυτή της Κυψέλης για το τι μπορεί να συμβαίνει πίσω από τις κλειστές πόρτες μιας οικογένειας; Υπάρχουν σημάδια κακοποίησης που συχνά δεν βλέπουμε ή επιλέγουμε να μην δούμε;
Η υπόθεση της Κυψέλης φέρνει στην επιφάνεια τη σκοτεινή πλευρά της οικογενειακής ιδιωτικότητας και αναδεικνύει ότι πολύ συχνά η βία παραμένει αόρατη. Πολλοί θύτες έχουν μια καλή και αποδεκτή εικόνα προς τα έξω. Η κακοποίηση εκδηλώνεται συστηματικά στον ιδιωτικό χώρο, συνήθως στο σπίτι, όπου ο δράστης ασκεί απόλυτο έλεγχο. Για τη συντήρηση της κακοποίησης ο θύτης φροντίζει τον αποκλεισμό της οικογένειας από φίλους και συγγενείς, για να μη διαρρεύσουν πληροφορίες και τα θύματα να μη ζητήσουν βοήθεια. Η κακοποίηση είναι συνήθως και συναισθηματική και οικονομική, ώστε να υπάρχει πλήρη εξάρτηση από τον θύτη. Ας μιλήσουμε τώρα για τα σημάδια που δείχνουν κακοποίηση: στα παιδιά βλέπουμε απόσυρση, υπερβολική συστολή, αναπτυξιακή παλινδρόμηση, προσκόλληση σε ξένους ή, αντίθετα, ακραίο φόβος προς τους ενήλικες, συχνές απουσίες από το σχολείο. Τα παιδιά από φόβο και ντροπή κρύβουν τα σημάδια στο σώμα τους φορώντας μακριά ρούχα το καλοκαίρι. Η κοινωνική πεποίθηση ότι η οικογένεια είναι ένας ασφαλής θεσμός εμποδίζει τους γύρω να πιστέψουν ή να διανοηθούν ότι ένας γονέας μπορεί να βλάψει το παιδί του. Ενώ αντιλαμβανόμαστε ότι μπορεί να υπάρχει κακοποίηση, επιλέγουμε να «μη βλέπουμε και να μην ακούμε» με την ελπίδα ότι κάποιος άλλος θα πάρει την πρωτοβουλία να ειδοποιήσει τις αρχές, από φόβο μην εμπλακούμε σε ξένες οικογενειακές υποθέσεις και δικαστικές διαμάχες.
ψυχολόγος
— Πώς μπορεί ένα παιδί που μεγαλώνει μέσα στη βία να αντιληφθεί ότι αυτό που ζει δεν είναι «φυσιολογικό»; Και πόσο δύσκολο είναι για ένα παιδί να μιλήσει όταν ο άνθρωπος που το κακοποιεί είναι ταυτόχρονα ο άνθρωπος από τον οποίο εξαρτάται;
Η συνήθεια είναι ένα πολύ ισχυρό φαινόμενο, το παιδί που μεγαλώνει μέσα στη βία θεωρεί ότι αυτό είναι το φυσιολογικό περιβάλλον, ότι και οι άλλες οικογένειες έτσι είναι. Επίσης, σε μικρές ηλικίες, όταν υπάρχει κακοποίηση, τα παιδιά νιώθουν ότι τα ίδια φταίνε και ότι με τη συμπεριφορά τους έχουν προκαλέσει την αρνητική συμπεριφορά του γονιού. Το παιδί δεν μπορεί να αντιληφθεί τη βία σε μικρή ηλικία, εκτός κι αν υπάρχουν σημάδια που γίνονται αντιληπτά από το σχολικό περιβάλλον ώστε να γίνει η ανάλογη καταγγελία. Συνήθως ο γονιός που ασκεί βία στο παιδί φροντίζει ώστε το παιδί να φοβάται και να μη μιλήσει στο σχολικό περιβάλλον. Τα παιδιά συχνά τρέφουν βαθιά πίστη και αγάπη προς τους γονείς τους, ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά των τελευταίων. Φοβούνται ότι αν μιλήσουν θα «καταστρέψουν» την οικογένεια και θα οδηγήσουν τον γονέα στη φυλακή ή θα τα απομακρύνουν από το σπίτι. Οι θύτες συχνά επιβάλλουν ένα «συμβόλαιο σιωπής», χρησιμοποιώντας απειλές ή συναισθηματικό εκβιασμό, καλλιεργώντας στο παιδί έντονες ενοχές.
— Γιατί πολλές φορές το περιβάλλον ενός παιδιού αντιλαμβάνεται ότι κάτι δεν πάει καλά αλλά δεν παρεμβαίνει; Είναι φόβος, αδιαφορία, άρνηση ή μήπως μια βαθύτερη δυσκολία μας να αναγνωρίσουμε την οικογενειακή βία;
Η αδράνεια του περιβάλλοντος δεν οφείλεται σε αδιαφορία αλλά σε έναν συνδυασμό φόβου, ψυχολογικής άρνησης και κολλημένων νοοτροπιών. Αρχικά υπάρχει η ψυχολογική άρνηση επειδή ο νους μας δυσκολεύεται να αποδεχθεί ότι ο διπλανός κακοποιεί το παιδί του. Έτσι υποτιμάμε τα σημάδια για να μην αντιμετωπίσουμε μια σκληρή πραγματικότητα. Επίσης υπάρχει ο φόβος της εκδίκησης από τον δράστη, για τα μπλεξίματα με τις αρχές, αλλά και η αγωνία μήπως κάνουμε λάθος εκτίμηση. Στη συνέχεια μπορούμε να προσθέσουμε τη μετάθεση ευθύνης, δηλαδή πολλοί υποψιάζονται κάτι, όμως ο καθένας υποθέτει ότι κάποιος άλλος θα μιλήσει. Τέλος, έχουμε τη νοοτροπία «δεν ανακατεύομαι», μια παλιά αντίληψη που μας κάνει να βάζουμε την ιδιωτικότητα της οικογένειας πάνω από την ασφάλεια ενός παιδιού.
— Όταν ένα παιδί έχει μεγαλώσει μέσα στην κακοποίηση, τι αφήνει αυτή η εμπειρία στην ψυχολογία του; Μπορεί να αποκατασταθεί η αίσθηση ασφάλειας και εμπιστοσύνης ή η βία γίνεται μέρος του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον κόσμο;
Η χρόνια κακοποίηση αφήνει βαθύ αποτύπωμα στην ψυχή του παιδιού, δημιουργώντας σύνθετο τραύμα, διαρκή καχυποψία και την πεποίθηση ότι ο κόσμος είναι επικίνδυνος και οι άνθρωποι αναξιόπιστοι. Σταδιακά και εφόσον οι συνθήκες αλλάξουν, η αίσθηση ασφάλειας μπορεί να αποκατασταθεί σε μεγάλο βαθμό, χάρη στη νευροπλαστικότητα του εγκεφάλου και μέσα από ψυχοθεραπεία και σταθερές υγιείς σχέσεις. Χρειάζεται προσπάθεια, όμως δεν είναι ακατόρθωτο, ώστε το παιδί, μεγαλώνοντας με τους κατάλληλους ανθρώπους δίπλα του, να επαναπροσδιορίσει τον τρόπο που βλέπει τον εαυτό του και τους άλλους.
— Με αφορμή όσα βλέπουμε στην Κυψέλη, μήπως ως κοινωνία θυμόμαστε τα παιδιά μόνο όταν συμβεί κάτι ακραίο; Τι θα έπρεπε να αλλάξει στον τρόπο με τον οποίο σχολείο, γειτονιά, κοινωνικές υπηρεσίες και οικογένεια εντοπίζουν έγκαιρα ένα παιδί που κινδυνεύει;
Δυστυχώς ως κοινωνία αντιδρούμε τις περισσότερες φορές κατόπιν εορτής, όταν μια τραγωδία έρθει στη δημοσιότητα, αποδεικνύοντας την απουσία ενός μόνιμου δικτύου προστασίας. Για να περάσουμε στην πρόληψη, απαιτείται ριζική αναδιάρθρωση, η οποία πρέπει να ξεκινάει από τους παιδικούς σταθμούς και τα νηπιαγωγεία και να συνεχίζεται στα σχολεία, τα οποία πρέπει να είναι μόνιμα στελεχωμένα με ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς που θα ανιχνεύουν έγκαιρα τις αλλαγές στη συμπεριφορά των παιδιών. Επίσης, οι κοινωνικές υπηρεσίες πρέπει να ενισχυθούν δραστικά ώστε να κάνουν ουσιαστικές παρεμβάσεις στην κοινότητα και η γειτονιά να αποβάλει τον φόβο και την κουλτούρα της σιωπής. Η έγκαιρη προστασία ενός παιδιού δεν είναι υπόθεση ατομικής ευαισθησίας αλλά συλλογική και θεσμική ευθύνη.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.