ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΚΑΠΟΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ο Μισέλ Σερ, φιλόσοφος της επιστήμης κι ένα από τα πιο ανήσυχα πνεύματα του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα, έβγαλε ένα δοκίμιο ογδόντα σελίδων με τον προκλητικό τίτλο: «Παλιά, ήταν καλύτερα»¹. Ο Σερ, άνθρωπος που η παιδική του ηλικία είχε μνήμες από τον πόλεμο και από τις κακουχίες της δεκαετίας του ’40 (γενν. το 1930), αισθάνθηκε την ανάγκη να διαμαρτυρηθεί για κάτι που το συναντούσε, λέει, στην κλάση του: την τάση για εξύψωση και εξιδανίκευση των παλιών, καλών ημερών σε σχέση με τα «σημερινά αίσχη». Έβαλε ιδίως στο στόχαστρο τους «γκρινιάρηδες παππούδες» που φαρμακώνουν τους νεότερους, παρουσιάζοντας ζοφερό το σήμερα και φωτεινό το μακρινό παρελθόν.
Όπως και άλλοι που έχουν ασχοληθεί με το φαινόμενο, ο Σερ επιμένει πως το μοτίβο περί παρακμής κρατάει από την αρχαιότητα και πως κάθε γενιά έχει την αίσθηση ότι έχασε τα καλύτερα χρόνια ή πως γεννήθηκε στη λάθος εποχή. Το «παλιά, ήταν καλύτερα» μοιάζει έτσι με αδύναμη γεροντική κουβέντα ή μπορεί να γίνει και νοσταλγικό χάπι που το αναμασούν και νεότερα άτομα.
Το ειρωνικό είναι πως όλο αυτό το απάνθισμα ευτυχισμένων, ωραίων στιγμών το καταναλώνουμε μέσα στις οθόνες και με τις υπηρεσίες της ίδιας αλγοριθμικής τρέλας από την οποία επιδιώκει να ξεφύγει η αναλογική μας νοσταλγία.
Στο επιχείρημά του ο Σερ καταφεύγει στις γνωστές συγκρίσεις με τις πολιτικές ή καθημερινές πλευρές των παλαιών καιρών: την καθαριότητα των συγχρόνων σε σύγκριση με τις οσμές και την κακή υγιεινή των ανθρώπων του παλιού καιρού, τον πόλεμο και τις καταστροφές στην Ευρώπη, τη φτώχεια και τις ολοκληρωτικές δικτατορίες, τα φάρμακα και τις ανέσεις. Ανάλογες λίστες ωφελημάτων διαβάζουμε αργότερα στον Στίβεν Πίνκερ και σε άλλους υπερασπιστές των παγκοσμιοποιημένων προόδων.
Γιατί όμως τώρα, αρχές Σεπτέμβρη και στις αρχές της νέας πολιτικής σεζόν, να ασχοληθεί κανείς με το «παλιά, ήταν καλύτερα»; Αφορμή είναι μια σειρά βίντεο όπου κάποιος προσεγγίζει οπαδούς του ΜAGA κινήματος στις Ηνωμένες Πολιτείες ρωτώντας τους διάφορα. Το πλαίσιο σε αυτά τα βίντεο είναι κατά βάση η αποκάλυψη κωμικών αντιφάσεων και η κατάδειξη στον θεατή της ασυνέπειας και του «παραλογισμού» των οπαδών του Τραμπ καθώς επιχειρούν να δικαιολογήσουν τη στάση του Προέδρου ή αλλοπρόσαλλες αποφάσεις της κυβέρνησής του. Αυτήν τη φορά όμως το ενδιαφέρον δεν ήταν στο τέχνασμα της ερώτησης όσο στην απάντηση ενός πολίτη. Κάποιος θα πει ευθέως στην κάμερα: «Ναι, θέλω την Αμερική της δεκαετίας του ’50 και του ’60. Θέλω να επιστρέψει εκείνη η χώρα. Να ξαναγίνουμε ό,τι υπήρξαμε, φίλε».
Ο άνθρωπος που μιλάει ή νιώθει έτσι (γιατί ελάχιστοι θα το ομολογούσαν ευθέως σε μια συνέντευξη), είναι γεννημένος στη δεκαετία του ’70. Με άλλα λόγια, δεν έχει ζήσει από πρώτο χέρι τον χρόνο της νοσταλγίας του. Δεν πρόκειται δηλαδή για ανθρώπους της γενιάς του ’60 που αναπολούν την πραγματική τους νεότητα ή εξωραΐζουν τους κόσμους της παιδικής τους ηλικίας. Εδώ και καιρό αναγνωρίζει κανείς κάτι καινούργιο στην ανάκληση των παλιών, καλών ημερών. Ακόμα και αν το μοτίβο το συναντούμε σε γραπτά από την ελληνιστική ή τη ρωμαϊκή εποχή και αν κάθε γενιά έχει αυτούς που δεν συμπαθούν το παρόν, προβάλλοντας μια χρυσή εποχή της αρεσκείας τους, υπάρχει μια καινούργια διάσταση σε αυτή την επιθυμία για παρελθόν.
Το μέλλον, έστω το άμεσο, δεν προσφέρει την παραμικρή συναισθηματική «έξοδο». Το αύριο, έτσι όπως το συναντούν οι πολλοί σε δημόσιες αφηγήσεις και stories, επιφυλάσσει κυρίως ψυχρόαιμες δυστοπίες ή μια δυσμετάφραστη τεχνο-μελλοντολογία με κάποια θαύματα και πολλά τέρατα. Ακούνε βέβαιους τεχνοκράτες και επαγγελματίες της καινοτομίας να μιλούν με εξαιρετική άνεση για υποκατάσταση ή αντικατάσταση τρόπων ζωής, φυσικών και ανθρώπινων τοπίων, ακόμα και της ίδιας της φυσικής πραγματικότητας. Εκατομμύρια απώλειες θέσεων, καταρρεύσεις, συνθετικά τρόφιμα, μετα-ανθρώπινα σχήματα ζωής ή εποικιστικά σχέδια. Την ίδια στιγμή, μόνο το παρελθόν υπόσχεται θερμότητα, ένα απαλό όραμα αποκατάστασης και επούλωσης που μπορεί να χαρίσει συγκεκριμένα σχήματα, εικόνες και ήχους. Με άλλα λόγια, η επιστροφή σε παλαιότερες μορφές ζωής γίνεται η μοναδική κοινωνική ουτοπία που διασώζεται, αν δεν επιβραβεύεται από τον ύστερο καπιταλισμό και τις μηχανές του.
Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που δυο αντιθετικές αφηγήσεις εκτινάσσονται παράλληλα και η μια εισχωρεί μέσα στην άλλη. Η πρώτη αφήγηση περιέχει τεράστιες δόσεις αναλογικής νοσταλγίας. Αποσπάσματα από ταινίες όπου ένας δωδεκάχρονος του 1960 μιλά «ώριμα», με ωραίες εκφράσεις, με σοβαρότητα και αθωότητα, και ο σημερινός σχολιαστής καταλήγει πάντα να αντιδιαστέλλει το παιδί του ’60 από τον βραχυκυκλωμένο λόγο των «ισχύει» και «το ακούω» των σημερινών εικοσάρηδων. Ή αυτά τα άπειρα θραύσματα ασπρόμαυρης τέχνης και έγχρωμου κιτς που επειδή προέρχονται από μια εποχή πριν από πενήντα ή εξήντα χρόνια τα υποδεχόμαστε σαν ανακουφιστικές σφήνες και παυσίλυπα. Μια αφήγηση, εν τέλει, όπου η μοναδική Γη της Επαγγελίας είναι ονόματα, ήχοι, πρόσωπα και φάσεις του παρελθόντος που έρχεται προς το μέρος μας για να μας σώσει ή, μάλλον, να μας παρηγορήσει.
Το ειρωνικό είναι πως όλο αυτό το απάνθισμα ευτυχισμένων, ωραίων στιγμών το καταναλώνουμε μέσα στις οθόνες και με τις υπηρεσίες της ίδιας αλγοριθμικής τρέλας από την οποία επιδιώκει να ξεφύγει η αναλογική μας νοσταλγία. Όλο αυτό το πακέτο ευσυγκίνητης συνάντησης με ρεπλίκες ή reels παλαιών κόσμων και τρόπων είναι ψηφιακή παροχή.
Μαζί με την αναλογική νοσταλγία βρίσκουμε φυσικά και τα «ρεαλιστικά» σενάρια με προέλευση τον συμβατικό κόσμο των θεσμών και της πολιτικής. Και, όπως είπαμε, τον φουτουρισμό των γκουρού της τεχνολογικής και ανθρωπολογικής μεταμόρφωσης. Πράγματα, ωστόσο, με τα οποία ούτε μπορεί να ταυτιστούν ούτε φυσικά να συγκινηθούν οι πολλοί, εκτός από μικρά σχετικά ακροατήρια και μια ορισμένη επαγγελματική διευθυντική κάστα. Ούτε καν η Gen Z δεν έχει ενθουσιαστεί από αυτό που υποτίθεται πως είναι ο δικός της κλήρος – απλώς κολυμπάει κι αυτή μέσα στο ρεύμα.
Σε αυτήν τη φάση της τεχνολογίας, της πολιτικής και των συναισθημάτων, η επιθυμία να ζήσει κανείς ξανά τη χώρα του ’50 και του ’60 είναι κάτι άλλο από μια προβλέψιμη νοσταλγία/δυσφορία ηλικιωμένων ανθρώπων. Στην Αμερική, το «τι καλά που ήταν τότε» περιέχει προφανώς και νοσταλγία για τη φυλετική υπεροχή, για τους καιρούς πριν από τα δικαιώματα των μαύρων ή άλλων ομάδων. Και στα δικά μας, περιέχει ακόμα και την αναπόληση της ψευδούς ασφάλειας που πρόσφερε ο αυταρχισμός, να όμως που στη φυλή των νεότερων νοσταλγών της παπαδοπουλικής «ευδαιμονίας» προσμένουν τον Λιάκο τους.
Αλλά πέρα από αναπόληση μιας εποχής όπου κανείς πίστευε πως είχε το πάνω χέρι ή πως δεν είχε εκπέσει κοινωνικά, κάτω από τα πόδια μας παίζεται τώρα ένα σοβαρότερο δράμα: η μεγέθυνση της σαγήνης που ασκούν οι παλαιοί καιροί σε σχέση με τις ψυχρές και αδιάφορες εκδοχές ενός μέλλοντος που μεταπηδάει από το 5G στο 6G.
Η ισχύς της φαντασίωσης μαζί με την ανάγκη για ανακούφιση και έναν φόβο αποξένωσης χτίζουν γύρω μας «μετα-φασιστικά» συναισθήματα. Όλο και περισσότεροι εξαγριώνονται πλέον με κάτι που χάθηκε, δίχως να μπορούν να φανταστούν άλλη δυνατότητα για το μέλλον από αυτό της μετάθεσης της καταπίεσης και της βαναυσότητας σε άλλους.
¹ Michel Serres, «C’ était mieux avant», Le Pommier, Essais et documents, 2017.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO