Επί δύο χρόνια τιμούσε το μεροκάματό του και μέρα με τη μέρα κέρδιζε την εμπιστοσύνη της οικογένειας του Μιχάλη Χρυσαφίδη, που τον είχε εσωτερικό οικιακό βοηθό στη βίλα της οδού Θησέως 10 στην Εκάλη. Ο Πράσερτ Σερτουασάνα, ή Τάι, όπως τον φώναζαν, ήταν εργατικός, ευγενικός και πάντα με το χαμόγελο στα χείλη. Πρόθυμος με την οικογένεια και διακριτικός με τους επισκέπτες. Είχε το δικό του δωμάτιο και δεν έμπλεκε στα πόδια τους, όταν είχαν κόσμο στο σπίτι. Τόσο μεγάλη εμπιστοσύνη του είχαν ο επιχειρηματίας και η σύζυγός του, που έφυγαν ταξίδι στις Ηνωμένες Πολιτείες, αφήνοντάς του αρκετά χρήματα και τη φροντίδα των δύο αγοριών, του 18χρονου Γιώργου και του 16χρονου Άλεξ, που έμειναν πίσω.
Ο κηπουρός Κυριάκος Κοίλιαρης, ο οποίος πήγαινε τρεις φορές την εβδομάδα στη βίλα του 48χρονου εμπόρου βιομηχανικών ειδών για να περιποιείται τα λουλούδια, απόρησε όταν εκείνο το πρωί της Τρίτης, 18 Ιουνίου 1991, δεν είδε στο σπίτι κανέναν από την οικογένεια, αν και τα δύο αυτοκίνητα, ένα Mercedes και ένα Honda Accord, ήταν παρκαρισμένα και ξεκλείδωτα στο γκαράζ. Ρώτησε τον Τάι και εκείνος του είπε ότι είχαν βγει για ψώνια, καθώς ετοιμάζονταν για διακοπές.
Το επόμενο πρωί χτύπησε ο συναγερμός του σπιτιού, που ήταν συνδεδεμένος με το κέντρο της Άμεσης Δράσης. Όταν έφτασε το περιπολικό στην έπαυλη της Εκάλης, ο Ταϊλανδός μπάτλερ βγήκε στην εξωτερική πόρτα και καθησύχασε τους δύο αστυνομικούς, λέγοντας ότι είχε χτυπήσει κατά λάθος και όλα ήταν εντάξει. Εκείνοι ενημέρωσαν το κέντρο τους για να καταχωρίσει το περιστατικό και αποχώρησαν.
Oι αξιωματικοί του Τμήματος Ανθρωποκτονιών που έφτασαν στην Εκάλη βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα πραγματικό θρίλερ. Μετά την πρώτη αυτοψία, άρχισαν να «ξεσκονίζουν» τη βίλα για ευρήματα και στοιχεία σε κάθε πιθανό και απίθανο σημείο.
Ο Μιχάλης Χρυσαφίδης δεν είχε πάει στο γραφείο του, στην οδό Αγρινίου στον Ταύρο, έδρα των έξι εταιρειών του, που του απέδιδαν τζίρο 600 εκατομμυρίων δραχμών ετησίως. Στο τηλεφώνημα του διευθυντή πωλήσεων, Αντώνη Γεωργιάδη, απάντησε ο Τάι, λέγοντας ότι είχαν φύγει οικογενειακώς για διακοπές και θα επέστρεφαν στις 28 του μηνός. Του φάνηκε παράξενο, καθώς ο επιχειρηματίας πάντα τον ενημέρωνε όταν είχε σκοπό να λείψει για μέρες από το γραφείο, αλλά δεν είχε λόγο να μην πιστέψει τον έμπιστο μπάτλερ της οικογένειας.
Το μεσημέρι η σύντροφος του Τάι, Ουαζίτα, έφτασε στο σπίτι του πρεσβευτή της Αιγύπτου, όπου η πεθερά της εργαζόταν ως οικιακή βοηθός. «Η μητέρα μου είναι πολύ άρρωστη και πρέπει να πάμε κοντά της», είπε με δάκρυα στα μάτια. Ο πρεσβευτής τής έδωσε άδεια να λείψει για μερικές ημέρες στην Ταϊλάνδη. Η Ουαζίτα ενημέρωσε την αδελφή της, τη Μαλιράτ, ότι έπρεπε να φύγουν εσπευσμένως για την πατρίδα τους. Εκείνη ανησύχησε και τηλεφώνησε αμέσως στην Ταϊλάνδη. Έμαθε ότι η μητέρα τους δεν αντιμετώπιζε κανένα πρόβλημα υγείας! Όμως, η Ουαζίτα την έπεισε ότι το ταξίδι ήταν επιβεβλημένο. Μάλιστα, το ίδιο απόγευμα πήγε με μια φίλη της στα κεντρικά γραφεία της Thai Airways στην οδό Βασιλίσσης Σοφίας στο κέντρο της Αθήνας και έκλεισε εισιτήρια γι’ αυτήν και τον Τάι, με προορισμό την Μπανγκόκ. Για σχεδόν δύο 24ωρα έλειπε αδικαιολόγητα από το σπίτι της οικογένειας Πουλιάση στη Βάρη, όπου εργαζόταν και αυτή ως οικιακή βοηθός τα τελευταία δύο χρόνια. Μάλιστα, όταν εμφανίστηκε, το πρωί της Πέμπτης 20 Ιουνίου 1991, έδειχνε πολύ ταραγμένη.
Λίγες ώρες αργότερα η μητέρα του Ταϊλανδού μπάτλερ πήγε στην Πρεσβεία της Αιγύπτου μόνο και μόνο για να πάρει τα χρήματα που είχε συμφωνήσει να δανειστεί, 113.000 δραχμές, για να βγάλει τα εισιτήρια και «να πάει στην άρρωστη μάνα της». Η Ουαζίτα, από την πλευρά της, είχε ήδη μαζέψει τα καλοκαιρινά της ρούχα και τα απαραίτητα προσωπικά της αντικείμενα και είχε φύγει αξημέρωτα από το σπίτι της οικογένειας Πουλιάση, χωρίς να ενημερώσει ή να γίνει αντιληπτή. Όλα πλέον ήταν έτοιμα για το ταξίδι τους στην Ταϊλάνδη. Η πτήση 967 της Thai Airways αναχώρησε λίγο πριν από τις 6 το απόγευμα της Παρασκευής 21 Ιουνίου 1991, με προορισμό την Μπανγκόκ, έχοντας στη λίστα επιβατών τον Τάι, τη σύντροφο, τη μάνα και τη θεία του.
Το σημείωμα στην εξώπορτα
Λίγες ώρες νωρίτερα, ένα σημείωμα είχε εμφανιστεί στη σιδερένια εξώπορτα της βίλας της οικογένειας Χρυσαφίδη. Ήταν γραμμένο σε ανορθόγραφα αγγλικά και ενημέρωνε για την απουσία της οικογένειας σε κάποιο νησί για διακοπές, όπως είχε διαβεβαιώσει και ο μπάτλερ, τουλάχιστον έως τις 28 Ιουνίου, ίσως και αργότερα: «Sorry we have gone in island (holiday). We come back 28-6. Maybe later. Alice». Η υπογραφή έβαλε σε σκέψεις τον εξάδελφο του Μιχάλη Χρυσαφίδη, που είχε ραντεβού μαζί του και ήξερε ότι ήταν πάντα συνεπής. Καμία Άλις δεν υπήρχε στην οικογένεια. Το όνομα της 49χρονης Αγγλίδας συζύγου του Χρυσαφίδη ήταν Ελίζαμπεθ και τη φώναζαν Λιζ. Όμως, το μυαλό του δεν πήγε στο κακό, καθώς ο 48χρονος επιχειρηματίας συνήθιζε τις κοντινές «αποδράσεις» με το ιστιοπλοϊκό.
Την επόμενη ημέρα, Σάββατο 22 Ιουνίου 1991, ο κηπουρός, ο οποίος είχε κλειδί της εξώπορτας, πήγε και πάλι στη βίλα για να φροντίσει τα λουλούδια. Παρατήρησε ότι το πιάτο του σκύλου ήταν γεμάτο με ξηρά τροφή. Δεν είχε φάει καθόλου, σαν να διαισθανόταν ότι τα αφεντικά του είχαν πάθει κακό! Oι τέσσερις Ταϊλανδοί βρίσκονταν πλέον στην πατρίδα τους, απ’ όπου δεν θα επέστρεφαν ποτέ για να λογοδοτήσουν και να φωτίσουν τις σκοτεινές πτυχές της συγκλονιστικής τελετουργίας θανάτου που αποκαλύφθηκε το απόγευμα της Δευτέρας 24 Ιουνίου 1991.
Θρίλερ στο υπόγειο
Ο οικονομικός διευθυντής της εταιρείας του Χρυσαφίδη, αφού όλο το Σαββατοκύριακο δεν πήρε απάντηση στα αλλεπάλληλα τηλεφωνήματα στο σπίτι του, ειδοποίησε ανήσυχος έναν γείτονα της οικογένειας και το απόγευμα της Δευτέρας πήρε τον ανιψιό του, επιχειρηματία Αλέξανδρο Μακρίδη, και πήγαν στην Εκάλη. Οι τρεις τους ειδοποίησαν κλειδαρά, αφού όλες οι πόρτες και τα παράθυρα ήταν κλειδωμένα και ασφαλισμένα. Το θέαμα που αντίκρισαν, κατεβαίνοντας στο υπόγειο της βίλας, τους έκοψε την ανάσα. Ο εύπορος επιχειρηματίας, η σύζυγός του και οι δυο γιοι τους, ο 18χρονος Γιώργος, που μόλις είχε τελειώσει το λύκειο και ετοιμαζόταν για σπουδές Ιατρικής στην Αγγλία, και ο 16χρονος Άλεξ, μαθητής σε αγγλικό κολέγιο, ήταν νεκροί σε τρία διαφορετικά δωμάτια του υπογείου, που η οικογένεια χρησιμοποιούσε ως αποθήκες. Ο δολοφόνος τούς είχε φιμώσει με παλιά πουκάμισα, είχε δέσει χειροπόδαρα τα δύο αγόρια και τα είχε σκεπάσει με σεντόνια και κουβέρτες. Επιπλέον, τους είχε ραντίσει με αρωματικά σπρέι και είχε καλύψει όλες τις χαραμάδες του σπιτιού από την εξωτερική πλευρά με πετσέτες ποτισμένες με απορρυπαντικό, για να μη βγαίνει η έντονη δυσοσμία!
Oι αξιωματικοί του Τμήματος Ανθρωποκτονιών που έφτασαν στην Εκάλη βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα πραγματικό θρίλερ. Μετά την πρώτη αυτοψία, άρχισαν να «ξεσκονίζουν» τη βίλα για ευρήματα και στοιχεία σε κάθε πιθανό και απίθανο σημείο. Στο λεβητοστάσιο βρήκαν κρυμμένα κάτω από μια τάβλα τα όργανα του εγκλήματος, που ήταν ένα τσεκούρι και μια βαριοπούλα, ενώ στο ντουλάπι κάτω από τον νεροχύτη της κουζίνας στο ισόγειο ήταν παρατημένο ένα σκεπάρνι, που είχε χρησιμοποιηθεί και αυτό, αφού είχε ίχνη αίματος. Κηλίδες αίματος που είχαν ξεπλυθεί υπήρχαν και στο γκαράζ, εκεί όπου εντοπίστηκε και ένα κομμάτι από τα σπασμένα γυαλιά του Τάι, σημάδι, ίσως, ότι είχε γίνει συμπλοκή.
«Δεν έχω ξαναδεί παρόμοιο έγκλημα σε αριθμό πτωμάτων και με τέτοιον τρόπο», δήλωσε στους δημοσιογράφους ο έμπειρος ιατροδικαστής Φίλιππος Κουτσαύτης. Την επόμενη ημέρα στο νεκροτομείο διαπίστωσε ότι τα θύματα είχαν βασανιστεί άγρια προτού δολοφονηθούν. Μάλιστα, ο μικρότερος γιος είχε δεχθεί τόσο ισχυρά χτυπήματα που του έσπασαν το στέρνο. Ωστόσο, η διαφορετική χρονική στιγμή θανάτου των θυμάτων περιέπλεκε τα πράγματα. Εκτιμούσε ότι τα παιδιά δολοφονήθηκαν την Πέμπτη, ο πατέρας το πρωί της Παρασκευής και η μητέρα το απόγευμα της Κυριακής, όταν ο μπάτλερ και οι συγγενείς του βρίσκονταν ήδη στην Μπανγκόκ, όπως επιβεβαίωσε από τη λίστα επιβατών η Ιnterpol, που μπήκε στις έρευνες. Κι έτσι προέκυψαν νέα ερωτήματα: μπορούσε, άραγε, ένας και μόνο άνθρωπος χωρίς όπλο να εξουδετερώσει μια οικογένεια με τρεις άνδρες; Είχε συνεργούς ο Τάι που έμειναν πίσω για να αποτελειώσουν το φρικτό έγκλημα; Οι δράστες ήθελαν να αποσπάσουν κάποιο μυστικό και γι’ αυτό βασάνισαν και σκότωσαν ένα-ένα τα μέλη της οικογένειας με σαδιστικό τρόπο;
Η ανακοίνωση της Αστυνομίας
Στη λακωνική ανακοίνωση της Ασφάλειας Αττικής, που δόθηκε στα μέσα ενημέρωσης την επομένη της αποκάλυψης της μαζικής δολοφονίας, αναφερόταν ότι ο Πράσερτ Σερτουασάνα «ήταν ένας τουλάχιστον εκ των δραστών του εγκλήματος». Το σημείωμα στην είσοδο της βίλας που ενημέρωνε ότι η οικογένεια είχε πάει διακοπές ήταν κατά πάσα πιθανότητα γραμμένο απ’ αυτόν, καθώς οι αστυνομικοί συνέκριναν τον γραφικό του χαρακτήρα με κάποιες σημειώσεις που βρέθηκαν σε δύο σακούλες με προσωπικά του αντικείμενα. Εξέφραζαν, μάλιστα, τη σιγουριά τους ότι ο Τάι θα εντοπιστεί και θα συλληφθεί. Στην ανάγκη, θα έφευγε κλιμάκιο από την Αθήνα, ώστε να τον αναζητήσει στην Μπανγκόκ, σε συνεργασία με την Interpol.
Ο τελευταίος άνθρωπος που είδε την οικογένεια πριν από την ομαδική σφαγή ήταν η γειτόνισσα και οικογενειακή φίλη Αγγελική Παπαλεξανδράτου. «Πήγα επίσκεψη στο σπίτι τους αργά το βράδυ της Τρίτης 18 Ιουνίου και έφυγα μετά τα μεσάνυχτα», είπε στην κατάθεσή της στους αστυνομικούς. «Συζητούσα με τη Λιζ για το πάρτι που ετοίμαζαν οι κόρες μου. Ήταν όλοι ευδιάθετοι, δεν έδειχναν να τους απασχολεί οτιδήποτε. Τον μπάτλερ δεν τον είδα, άλλωστε κοιμόταν πάντα νωρίς και ήταν διακριτικός. Δεν τριγυρνούσε στο σπίτι εάν δεν είχε δουλειά, ειδικά όταν υπήρχαν επισκέπτες».
Ο Μιχάλης Χρυσαφίδης είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του μια μικρομεσαία επιχείρηση και με σκληρή δουλειά κατάφερε να τη γιγαντώσει. Αν και είχε αποκτήσει μεγάλη οικονομική επιφάνεια, ήταν χαμηλών τόνων, όπως και η Αγγλίδα σύζυγός του, που φρόντιζε το νοικοκυριό και τα παιδιά. Προτού μετακομίσουν στη βίλα της Εκάλης, έμεναν στο Καπανδρίτι. Από τα ρούχα που φορούσαν φάνηκε ότι ετοιμάζονταν να βγουν τη μοιραία νύχτα, ενώ τα δύο αγόρια θα έμεναν στο σπίτι. Ο Γιώργος ήταν με το σορτσάκι, ενώ ο Άλεξ φορούσε μπουρνούζι.
Όλα έδειχναν ότι κίνητρο του πρωτοφανούς εγκλήματος ήταν η ληστεία. Το χρηματοκιβώτιο της οικογένειας, το οποίο ανοίχτηκε με τη βοήθεια του κλειδαρά, περιείχε λίγα χρυσαφικά, ομόλογα και άλλα μικροαντικείμενα. Κανείς, ωστόσο, δεν μπορούσε να γνωρίζει εάν υπήρχαν μετρητά ή αντικείμενα μεγαλύτερης αξίας, που ήταν και το πιο πιθανό σενάριο, το οποίο δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ. Πάντως, τα ακριβά κοσμήματα που φορούσε η Ελίζαμπεθ Χρυσαφίδη ήταν άθικτα στα χέρια και τον λαιμό της, όπως και ο χαρτοφύλακας του Μιχάλη Χρυσαφίδη, με προσωπικά του αντικείμενα, ο οποίος βρέθηκε μέσα σε μια βαλίτσα.
Θυμάμαι, όταν βρέθηκα την επόμενη ημέρα στο αρμόδιο τμήμα της Ασφάλειας, πήρα με περίσσιο θάρρος –ή θράσος;– από το γραφείο του προϊστάμενου, Σωτήρη Ηλιόπουλου, τις φωτογραφίες που είχαν τραβήξει οι άνδρες της Σήμανσης στο σκοτεινό υπόγειο όπου είχαν βρεθεί τα τέσσερα «τουμπανιασμένα» πτώματα. Πρόλαβα να δω τέσσερις-πέντε μέχρι να επιστρέψει. Ανατρίχιασα! Ο αξιωματικός μού τις άρπαξε με μια απότομη κίνηση και τις έβαλε στη θέση τους, χωρίς να πει κουβέντα. Το ύφος του, όμως, τα έλεγε όλα!
Στις 27 Ιουνίου 1991 η Αστυνομία έδωσε και νέα ανακοίνωση στα μέσα ενημέρωσης. Ανέφερε τα πλήρη στοιχεία των τεσσάρων Ταϊλανδών, την πτήση με την οποία έφυγαν και τις κινήσεις για τον εντοπισμό τους. «Ο Σερτουασάνα είναι ο δράστης των ανθρωποκτονιών και εξετάζεται η συμμετοχή των τριών γυναικών, ιδίως της μητέρας του», έλεγε χαρακτηριστικά.
Τα σενάρια της ομαδικής σφαγής
H είδηση της μαζικής δολοφονίας απασχόλησε για μέρες όχι μόνο τον ελληνικό Τύπο, που έψαξε κάθε σκοτεινή πτυχή της ζωής του «σατανικού» μπάτλερ, αλλά και τα βρετανικά μέσα ενημέρωσης, λόγω της υπηκοότητας της Ελίζαμπεθ Χρυσαφίδη. Για τους αστυνομικούς της Ασφάλειας δεν προέκυψε το σενάριο ο Τάι να είχε συνεργούς που έμειναν στην Αθήνα και ολοκλήρωσαν το ξεκλήρισμα της οικογένειας με τη δολοφονία της Ελίζαμπεθ Χρυσαφίδη, σε μια χρονική στιγμή που, όπως εκτιμούσε ο ιατροδικαστής, είχε ήδη πετάξει για την πατρίδα του. Απέδωσαν τον καθυστερημένο θάνατό της στα ηπιότερα χτυπήματα και στον δυνατό οργανισμό της, που της επέτρεψε να αντέξει περισσότερο από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Σε περίπτωση, όμως, που το κίνητρο ήταν να αποσπάσουν κάποιο μυστικό, πώς θα άντεχε να το κρατήσει ακούγοντας τα αγαπημένα του πρόσωπα να υποφέρουν και να βασανίζονται μέχρι θανάτου;
Το Τμήμα Ανθρωποκτονιών εξέτασε ακόμη και την πιθανότητα ο Τάι να ήταν το «εκτελεστικό όργανο» ενός πιθανού ξεκαθαρίσματος προσωπικών ή επαγγελματικών διαφορών με τον Χρυσαφίδη, καθώς το παρελθόν του ίσως να μπορούσε να εξηγήσει ένα τέτοιο έγκλημα. Από το περιβάλλον του επιχειρηματία, πάντως, δεν ακούστηκε οτιδήποτε για συγκεκριμένα ανοιχτά «μέτωπα» ή απειλές που μπορεί να είχε δεχτεί. Άλλωστε, εάν ο 28χρονος μπάτλερ είχε πληρωθεί ή εκβιαστεί για να εξοντώσει την οικογένεια, δεν θα φρόντιζαν οι εντολείς του να του κλείσουν το στόμα; Ερευνήθηκε ακόμη το σενάριο να επρόκειτο για σχέδιο εκδίκησης του Τάι, το οποίο βασίστηκε στην πληροφορία ότι ένα βράδυ έχασε στο καζίνο 300.000 δραχμές, μέρος των χρημάτων που του είχε αφήσει ο επιχειρηματίας πριν από το ταξίδι στις Ηνωμένες Πολιτείες και μέχρι να του τα επιστρέψει τού κρατούσε το διαβατήριο και ένα ποσό από τον μισθό του κάθε μήνα. Σενάριο που παρέμεινε σενάριο...
Οι αστυνομικοί δεν κατάφεραν να βγάλουν άκρη ούτε και με τη χειρόγραφη διαθήκη του Μιχάλη Χρυσαφίδη, που βρέθηκε στην έπαυλη, στην οποία έγραφε, μεταξύ άλλων, τη φράση «εάν πάθει κακό όλη η οικογένεια...», κάτι που δεν συνηθίζεται. Σύμφωνα με τη διαθήκη, ο επιχειρηματίας άφηνε όλη την περιουσία του στον ανιψιό του, τον γιο της αδελφής του, αλλά εκείνος, όπως διαπιστώθηκε, δεν είχε καμία σχέση. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι δεν κρυβόταν το οργανωμένο έγκλημα πίσω από την ομαδική σφαγή, αφού οι δράστες δεν ήταν οπλισμένοι, αλλά χρησιμοποίησαν τα εργαλεία που βρήκαν στο σπίτι. Οι Έλληνες αξιωματικοί, σε μια εποχή που το DNA ήταν λέξη άγνωστη στα εγκληματολογικά εργαστήρια, είχαν πειστεί ότι ο «μπάτλερ Τάι», όπως συνηθίσαμε τότε να τον αποκαλούμε, ήταν ο μοναδικός φυσικός αυτουργός και σ’ αυτόν έριξαν όλο το βάρος, ώστε να τον επαναφέρουν στην Ελλάδα.
Η έκδοση που δεν έγινε ποτέ
Ακολούθησαν όλες οι νόμιμες ενέργειες για την έκδοση του 28χρονου Ταϊλανδού, αλλά οι αστυνομικές αρχές της ασιατικής χώρας δεν έδειξαν και τόσο πρόθυμες να βοηθήσουν, οπότε η εκτίμηση της Ελληνικής Αστυνομίας για εμπλοκή του Τάι να γίνει και βεβαιότητα. Κάποια στιγμή ενημέρωσαν την Ασφάλεια Αττικής ότι ο Σερτουασάνα και η σύζυγός του είχαν συλληφθεί, αλλά, όταν οι Έλληνες αστυνομικοί ζήτησαν να κληθούν επισήμως, μέσω της διπλωματικής οδού, να μεταβούν στην Ταϊλάνδη, ακολούθησε σιγή.
Δύο φορές ήρθαν στην Αθήνα Ταϊλανδοί αξιωματικοί, κατόπιν πιέσεων της Interpol, αλλά και πάλι έμειναν στα λόγια και τις καλές προθέσεις. Την πρώτη, το 1993, απλώς ενημερώθηκαν για την υπόθεση και έφυγαν. Τους δόθηκε μάλιστα και αντίγραφο της δικογραφίας που είχε μεταφραστεί, ενώ οι επικεφαλής του Τμήματος Ανθρωποκτονιών, Σωτήρης Ηλιόπουλος και Βασίλης Τσιατούρας, τους συνόδευσαν στη βίλα της Εκάλης για να έχουν ιδίαν αντίληψη. Αλλά μέχρι εκεί...
Δύο χρόνια αργότερα, το 1995, οι έξι ανώτεροι αξιωματικοί της τοπικής Αστυνομίας, οι οποίοι συνοδεύονταν από δύο εισαγγελικούς λειτουργούς, μίλησαν πιο διεξοδικά με τους Έλληνες αξιωματικούς και τον 8ο Τακτικό Ανακριτή που είχε χειριστεί την υπόθεση, στα δικαστήρια της πρώην Σχολής Ευελπίδων. Αρνήθηκαν, ωστόσο, να εκδώσουν τον συμπατριώτη τους, με τη δικαιολογία ότι οι δύο χώρες δεν είχαν υπογράψει συμφωνία δικαστικής συνδρομής. Ο Πράσερτ Σερουασάνα είναι σήμερα 63 ετών και σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες ζει σε μια μικρή πόλη, τρεις ώρες από την Μπανγκόκ... Τόσα χρόνια μετά, πολλά ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα. Και η ομαδική σφαγή της Εκάλης ατιμώρητη…