Ο 71ΧΡΟΝΟΣ ΡΕΠΟΥΜΠΛΙΚΑΝΟΣ ΓΕΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ, Λίντσεϊ Γκράχαμ, πέθανε από «σύντομη και ξαφνική ασθένεια», λίγο μετά την επιστροφή του από ένα ακόμη ταξίδι στην Ουκρανία. «Τον τεθνηκóτα μη κακολογείν», υπέδειξε ο Χίλων ο Λακεδαιμόνιος, και ύστερα από περίπου 2.000 χρόνια η Δύση υιοθέτησε τον αφορισμό του ως «De mortuis nil nisi bonum» («για τους νεκρούς [πες] μόνο καλό»). Ο κανόνας τηρείται σχεδόν ευλαβικά στον δημόσιο λόγο. Σεβόμαστε τον θάνατο, ακόμη και αν δεν σεβόμαστε τον θανόντα. Άλλωστε, ο Χίλων καταδικάζει μεν την κακολογία, αλλά δεν προτρέπει να επαινεθεί ανάξιος νεκρός.
Εντούτοις, μόλις μαθεύτηκε ο θάνατος του Γκράχαμ, ξέσπασαν δύο ειδών αντιδράσεις. Από τη μία εκδηλώσεις χαράς και ενθουσιασμού και από την άλλη εγκώμια για την προσωπικότητά του. Η ευχαρίστηση είναι ανησυχητικό φαινόμενο για τα ήθη της κοινωνίας, αφού η σιωπή είναι υπεραρκετή. Εξίσου ακατανόητο είναι γιατί κάποιος δεν αρκείται σε συμβατικές υποχρεώσεις και φτιάχνει ανούσιες αγιογραφίες. Όταν μάλιστα ο ακροδεξιός υπουργός του Ισραήλ, Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ, εκθειάζει την «ηθική σαφήνεια» του Γκράχαμ, η αγιογραφία καταντά πρόκληση.
Ο Λίντσεϊ Γκράχαμ θεωρούσε τον εαυτό του αντιλαϊκιστή και αντιμετώπιζε σοβαρά την πρακτική της αμερικανικής δημοκρατίας στο εσωτερικό. Συντηρητικός με αρχές, αλλά και φιλοπόλεμο γεράκι.
Ωστόσο, τα πράγματα είναι και εύκολα και πολιτικά πολύ ενδιαφέροντα για τον γερουσιαστή από τη Νότια Καρολίνα. Είναι εύκολα διότι υπάρχουν αναρίθμητα βίντεο και δηλώσεις του, οπότε δεν χρειάζεται κανείς να καταφύγει σε ψυχολογικού τύπου ερμηνείες. Είναι ο ίδιος που μιλάει και η μεροληψία περιορίζεται δραστικά. Επιπλέον, ο Γκράχαμ είναι πιθανόν ο πολιτικός που ενσάρκωσε περισσότερο από κάθε άλλον τη μετάλλαξη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος από συντηρητικό σε τραμπικό μόρφωμα. Από τούτη την άποψη, συγκεφαλαιώνει την παρακμή του κλασικού αμερικανικού συντηρητισμού.
Υπάρχουν δύο Λίντσεϊ Γκράχαμ: ο πριν και ο μετά τη νίκη του Τραμπ το 2016. Αναμφίβολα υπήρξε κεντρική μορφή των Ρεπουμπλικάνων σε θέματα εξωτερικής πολιτικής ήδη από τις αρχές του αιώνα, που εξελέγη στη Γερουσία. Στενός φίλος του γερουσιαστή Τζον Μακέιν, με τον οποίο σίγουρα έμοιαζε «και, από πολλές απόψεις, κληρονόμησε αυτόν τον ρόλο, αν και όχι με την ίδια ηθική σαφήνεια που ο Μακέιν φαινόταν να διατηρεί» (Μπρετ Μπρουέν, πρώην διευθυντής διεθνών σχέσεων στον Λευκό Οίκο επί Ομπάμα). Επιπλέον, θεωρούσε τον εαυτό του αντιλαϊκιστή και αντιμετώπιζε σοβαρά την πρακτική της αμερικανικής δημοκρατίας στο εσωτερικό. Συντηρητικός με αρχές, αλλά και φιλοπόλεμο γεράκι από τότε. Υποστήριξε την επέμβαση στο Ιράκ το 2003 υιοθετώντας απροκάλυπτα τα κραυγαλέα ψεύδη της διοίκησης Μπους για την ύπαρξη όπλων μαζικής καταστροφής: «Η ιρακινή απάντηση “δεν έχουμε όπλα μαζικής καταστροφής” είναι ξεκάθαρο ψέμα. Ελπίζω ότι ο κόσμος θα υποστηρίξει τον Πρόεδρο Μπους για να διασφαλίσει ότι αυτός ο άνθρωπος [ο Σαντάμ] δεν μπορεί να συνεχίσει το εξοπλιστικό του πρόγραμμα. Πρέπει είτε να αφοπλιστεί είτε να αντικατασταθεί».
Μετά τη νίκη του Ομπάμα το 2012 που άρχισε να φουσκώνει η τραμπική παλίρροια, στάθηκε απέναντι στον νεοφερμένο Τραμπ χρησιμοποιώντας βαριές εκφράσεις: «Ο Τραμπ είναι ένας ρατσιστής, ξενοφοβικός και θρησκευτικά μισαλλόδοξος. Δεν εκπροσωπεί το κόμμα μου. Δεν εκπροσωπεί τις αξίες για τις οποίες αγωνίζονται οι άνδρες και οι γυναίκες που φορούν τη στολή». Και λίγο αργότερα έγραψε το διάσημο πλέον τουίτ του: «Αν χρίσουμε υποψήφιο τον Τραμπ, θα καταστραφούμε… και θα το αξίζουμε».
Όταν ο Τραμπ κέρδισε, εμφανίστηκε ο δεύτερος Γκράχαμ που, με μια τεράστια κωλοτούμπα, μεταμορφώθηκε σε ένθερμο υποστηρικτή του νέου Προέδρου. Δεν ήταν ο μόνος Ρεπουμπλικάνος με τέτοια καιροσκοπική συμπεριφορά, αλλά σίγουρα ήταν μία από τις εντυπωσιακές περιπτώσεις. Έκτοτε, έγινε ένας φωνακλάς συνήγορος του Τραμπ, δικαιολογώντας παντοιοτρόπως τις ασυναρτησίες του στη διεθνή πολιτική και την υπονόμευση των θεσμών στη χώρα. Η αμετάκλητη υποταγή του στον Τραμπ συνέβη το 2021, όταν ο Γκράχαμ αρνήθηκε να ψηφίσει υπέρ της καταδίκης του Τραμπ εξαιτίας της επίθεσής του στο Καπιτώλιο και της προσπάθειας να ανατρέψει τα αποτελέσματα των εκλογών. «Η κληρονομιά του αφορά μόνο ένα πράγμα, και δεν είναι καλό… Θα μπορούσε να προσπαθήσει να σταματήσει τον Ντόναλντ Τραμπ, ειδικά μετά τις 6 Ιανουαρίου. Επέλεξε να μην το κάνει. Αυτό πρέπει να θυμόμαστε σήμερα» («The New Republic», 13/7/2026).
Οι Αμερικανοί θα θυμούνται την καιροσκοπική μεταστροφή του, αλλά η διεθνής κοινότητα θα έχει εντυπωμένη την εικόνα ενός πολεμοχαρούς γερακιού με ακραία μανιχαϊστική άποψη για την εξωτερική πολιτική. Η κλιμάκωση των συγκρούσεων και οι ακραίες λύσεις ανεξαρτήτως του κόστους σε ανθρώπινες ζωές και καταστροφές υπήρξαν το σταθερό του μοτίβο, οπουδήποτε η Αμερική είχε άμεσα ή έμμεσα συμφέροντα. Η εμπρηστική ρητορεία και η αναισθησία του ήταν αναπόσπαστα συνδεδεμένες με την όποια επιχειρηματολογία του («Η Γάζα πρέπει να ισοπεδωθεί», «Αν πεθάνουν χιλιάδες, θα πεθάνουν εκεί. Δεν πρόκειται να πεθάνουν εδώ», για ενδεχόμενο πόλεμο με τη Βόρεια Κορέα).
Ο Μάικλ Χάνα του International Crisis Group δήλωσε ότι η κληρονομιά του εκλιπόντος γερουσιαστή θα καθοριστεί από την ψυχροπολεμική υποστήριξή του στις στρατιωτικές επεμβάσεις και την ακλόνητη στήριξή του προς τον Ντόναλντ Τραμπ. Είναι πάντως αμφίβολο αν είτε το ένα είτε το άλλο θα καταγραφεί στις χρυσές σελίδες της αμερικανικής πολιτικής ζωής.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO