«Το να αλλάζεις πάνα στη μητέρα σου είναι κάτι που δεν περιγράφεται»

«Το να αλλάζεις πάνα στη μητέρα σου είναι κάτι που δεν περιγράφεται» Facebook Twitter
Αυτές οι μανάδες τελειώνουν άραγε ποτέ;
0


ΕΙΝΑΙ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΚΑΙ ΕΙΜΑΙ 
στην Αθήνα. Η μαμά μου είναι «ογδόντα φεύγα» και η υγεία της είναι σε κακό χάλι. Έμεινε ξαφνικά χωρίς βοήθεια. Έφυγε απρόοπτα η «κυρία» που τη φρόντιζε. Κάτι σοβαρό, είπε, της έτυχε και μέσα σε μια μέρα έγινε καπνός.

Ο κλήρος πέφτει σε μένα. Οφείλω και να τη φροντίσω και να βρω λύση. Η μεγάλη μου αδελφή ζει μόνιμα στο εξωτερικό. «Κατέληξα μοναχοπαίδι», έχω δηλώσει στην ψυχοθεραπεύτριά μου, καθώς τελικά τα ζόρια με τους γονείς τα περνάω μόνη. Είμαι στο καράβι της επιστροφής. Τριάντα ολόκληρα χρόνια ψυχοθεραπείας για να «γλιτώσω» απ’ τον ίσκιο της μαμάς και τελικά εκείνη με γυρίζει πίσω μόνο με ένα τηλέφωνο. «Η Ταμάρα έφυγε». Η παντοδυναμία της κάθε μητέρας. Σαν να έσκασε βόμβα στην παραλία. Τα μάζεψα και γύρισα πίσω σε λίγες ώρες. Μέχρι πρότινος, προτού φύγω διακοπές, είχα το βάσανο να βρω ποιος θα φροντίζει τις γάτες και τους σκύλους μου. Έχω πέντε κατοικίδια και δεν είναι εύκολο εγχείρημα. Φέτος όμως άλλαξα πίστα. Ήρθε κάτι που δεν είχα φανταστεί και ακούει στο όνομα «τι να την κάνω Αύγουστο τη μαμά;». Είμαι τώρα μέρες στην Αθήνα, χωρίς λύση. Έπεσα στο «φιλότιμο» της αλλοδαπής. Έχω μάθει όλα τα γραφεία που βρίσκουν φροντιστές, έχω μιλήσει με πάνω από τριάντα κοπέλες. Μπερδεύω ονόματα, εθνικότητες, τι λεφτά ζητάνε και τι ωράρια θέλουν.

Για μια στιγμή δεν έβλεπα πια τη μάνα μου. Έβλεπα εμένα σε τριάντα χρόνια. Το δικό μου σώμα πεσμένο, ανήμπορο, παραδομένο σε κάποια άλλα χέρια. Σαν να έκανε ο χρόνος ένα απότομο άλμα προς τα εμπρός και να μου έδειξε, χωρίς να τον ρωτήσω, μια φωτογραφία από το μέλλον μου.

Μέσα στη φούρια μου, επισκέφτηκα και τις Μονάδες Φροντίδας Ηλικιωμένων. Κάποιες, πιο «ξενοδοχειακές», δέχονται ηλικιωμένους ακόμα και για έναν μήνα, οπότε σκέφτηκα μήπως ήταν μια κάποια λύση. Έφυγα με κανονική κατάθλιψη. Δεν ξέρω αν έφταιγαν οι χώροι, οι άνθρωποι ή απλώς η εικόνα του μέλλοντος μαζεμένη σε ένα κτίριο. Και αυτή η μυρωδιά. Ίσως και χειρότερη από τη νοσοκομειακή, γιατί δεν μυρίζει μόνο αντισηπτικό. Μυρίζει μοναξιά, εγκατάλειψη και φόβο. Ήξερα μόνο ένα πράγμα: τη μάνα μου εκεί μέσα δεν την έβαζα. Είναι μέρες που θυμίζω τον ήρωα που υποδυόταν ο Ντάνι ΝτεΒίτο στην κωμωδία «Πέτα τη μαμά απ’ το τρένο» και φαντασιωνόταν να την εκσφενδονίζει από το τρένο. Να πω πως δεν το σκέφτηκα; Το σκέφτηκα. Γιατί μαζί με όλα τα δεινά που την έχουν βρει, δεν έχει μαλακώσει. Το αγύριστο κεφάλι της έχει γίνει ακόμα πιο αγύριστο, πράγμα που δυσχεραίνει το έργο μου. Όσο μεγαλώνω και παρατηρώ τους ανθρώπους, τόσο λιγότερο πιστεύω ότι τα γεράματα φέρνουν σε όλους σοφία. Νομίζω πως μάλλον μεγεθύνουν αυτό που ήδη είσαι. Αν δεν έχεις δουλέψει, δε, με τον εαυτό σου, αν δεν έχεις λειάνει τις «προεξοχές» σου, αυτές με τα χρόνια σκληραίνουν. Γίνονται βράχοι. Σκάω στα βράχια της μάνας μου. Αυτό μου συμβαίνει. Ενώ δεν βλέπει να ανοίξει το καπάκι της τουαλέτας, μπορεί να δει τι φοράω και να με ρωτήσει «είναι τώρα αυτό για την ηλικία σου; Αυτό το φοράνε τα κοριτσάκια».

Σ’ αυτό το σημείο να πω ότι βρίσκω τα γεράματα «χυδαία» ηλικία. Τα έβρισκα πάντα και εξακολουθώ να το πιστεύω, παρόλο που είμαι κι εγώ πια μεσόκοπη. Δεν είναι μόνο το ζαρωμένο δέρμα, η ανημποριά, οι πόνοι στο σώμα. Είναι που ο θάνατός σου έχει φωλιάσει χωρίς να τον αντιληφθείς και σε έχει βάλει στο χολ της αναμονής, να περιμένεις μέχρι να σου ανοίξει την πόρτα – όχι για να μπεις αλλά για να βγεις.

Η ζωή σαν άμπωτη. Τραβιέται πίσω κι εσύ ακολουθείς αυτήν τη χορογραφία. Φτάνεις μερικές φορές να περιμένεις με λαχτάρα αυτό το αόρατο «κάτι» που θα σε τελειώσει.

Η μαμά μου συχνά εύχεται να έρθει ο θάνατός της. Είναι, λέει, «έτοιμη». Θα πάει να βρει τον μπαμπά. Βρίσκω συγκινητική αυτή της τη σιγουριά και δεν της τη χαλάω. Τον τελευταίο καιρό μού λέει ότι νιώθει πως το τέλος της κοντοζυγώνει και μου ζητάει να μη στενοχωρηθώ γιατί θα είναι για εκείνη ξεκούραση. Μου μιλάει για τον θάνατό της σαν να πρόκειται για θέρετρο διακοπών.

Τέτοια συζητάμε. Τέτοια «θανατερά». Και τα συζητάμε ενώ μου σερβίρει σουτζουκάκια που ήρθαν από το οινομαγειρείο. Πλέον δεν μπορεί να μαγειρέψει τα νόστιμα φαγητά που έφτιαχνε κάποτε. Αλλά όσο χάλια κι αν είναι η υγεία της, με ένα μάτι, με ένα πόδι, το ζήτημα είναι τι θα φάω εγώ, η «μικρή». Μην τυχόν και μείνω νηστική.

«Αρκετά με τις γυναίκες, κάποια θα βρεθεί. Το θέμα είναι εσύ τι θα φας», λέει συγκινητικά. Μα μόλις αρχίζω να τρώω, να σου ξανά τα θανατερά. Αν της ανεβάσω φωνή και της πω «φτάνει μ’ αυτά», λέει «μα δεν βλέπεις πώς έχω καταντήσει;».

Η μαύρη αλήθεια είναι πως εθελοτυφλώ. Αλλά ποιος μπορεί να ευχηθεί το τέλος του γονιού του όταν εκείνος είναι ακόμη περίπου λειτουργικός και όταν σε αντικρίζει στην πόρτα και λέει: «Καλώς το, το παιδάκι μου»;

Δεν ξέρω πια τι να ευχηθώ για εκείνη.

Ο μπαμπάς μου, με τον οποίο ήταν μέρα νύχτα μαζί, μας «χαιρέτησε» για την αντίπερα όχθη. Οι φίλοι, οι συγγενείς της και τόσοι αγαπημένοι της είναι πια χρόνια πεθαμένοι. «Στη γαλαρία εκεί ψηλά είναι όλοι μου οι αγαπημένοι», λέει, και ο θάνατος για τη μαμά μοιάζει με εκδρομικό πούλμαν.

Άτιμο γήρας. Σου παίρνει αυτούς που αγαπάς, σου παίρνει τη ρώμη, σου παίρνει τη μνήμη και την αξιοπρέπεια. Σε λιγοστεύει λίγο λίγο. Κι όταν το μέλλον στενεύει, μένει μόνο το παρελθόν. Γι’ αυτό οι ηλικιωμένοι λένε ξανά και ξανά τις ίδιες ιστορίες. Δεν θυμούνται απλώς. Κρατιούνται.

Θυμάμαι τη γιαγιά με τα «ίδια και τα ίδια» της νιότης της που ως παιδί μού άρεσε να ακούω γιατί ήταν σαν να την έβλεπα μπροστά μου νέα. Η γιαγιά έχει πεθάνει πάνω από τριάντα χρόνια. Τη σκυτάλη στο γήρας πήρε η μάνα μου, ενώ εγώ έφτασα στην ηλικία που είχε εκείνη όταν η μητέρα της ήταν ηλικιωμένη.

Το «εδώ που είσαι ήμουνα κι εδώ που είμαι θα ’ρθεις» παίζει στερεοφωνικά στο κεφάλι μου, σαν να ’χει κολλήσει μέρες η βελόνα. Σαν τραγουδάκι σε ταινία τρόμου. Η μητέρα μου στην ηλικία της γιαγιάς μου; Πώς; Πότε; Κι αν πέρασε τόσο γρήγορα το εκεί στο εδώ, γιατί να μην περάσει γρήγορα και το εδώ στο εκεί; Στο δικό μου εκεί.

Τέτοια σκέφτομαι καθώς τη φροντίζω. Πολύ υπαρξιακός μάς βγήκε αυτός ο Αύγουστος, να τον ελαφρύνω λίγο, λέω, και με το ένα χέρι την καθαρίζω και με το άλλο ρίχνω κλεφτές ματιές στο Tinder.

Η ανήμπορη μητέρα μου μοιάζει δυστυχώς σαν ένα σακί με κόκαλα. Η παραμορφωτική αρθρίτιδα που ήρθε όταν ήταν μόνο σαράντα χρονών ήταν όνομα και πράγμα και παραμόρφωσε τα κόκαλά της για τα καλά. Τα χέρια της έχουν πάρει απότομη κλίση. Σαν άχαρα κουπιά. Όλα τής πέφτουν.

Βλέπει άλλωστε μόνο κατά τα τρία δέκατα. Ωχρά κηλίδα η πάθησή της στα μάτια. Η μαγνητική έδειξε και άνοια και Αλτσχάιμερ. Απ’ όλα έχει ο μπαξές. Το πάμε με τη μέρα. Προς το παρόν θυμάται.

Η φθορά, άλλωστε, δεν ήρθε θεαματικά. Ήρθε ύπουλα. Δεν σου τα σκάει έτσι, μπαμ. Τη μια μέρα δυσκολευόταν να σηκωθεί από το κρεβάτι. Την άλλη δεν μπορούσε να κάνει μπάνιο μόνη της. Λίγο μετά κατάλαβε ότι χρειάζεται βοήθεια για την ακράτεια τη νύχτα και ξεκίνησε την πάνα.

Αυτό το τελευταίο την τσάκισε περισσότερο απ’ όλα. Τον πόνο τον αντέχει. Η πάνα ήταν το ταβάνι της ταπείνωσής της.

Το να αλλάζεις πάνα στη μητέρα σου είναι κάτι που δεν περιγράφεται. Είναι σωματικό, σπαρακτικό. Υπαρξιακό και ανατριχιαστικό μαζί. Μ’ αυτήν τη σειρά. Το να βλέπω τους δύο άσπρους, πεσμένους γλουτούς είναι σπλαχνικό ανακάτεμα. Το σώμα που σε γέννησε, σε κράτησε, σε έπλυνε, τώρα περιμένει να το πλύνεις και να το σκουπίσεις εσύ.

Υπάρχει κάτι απόλυτα δημοκρατικό σε αυτό. Αλλά η δημοκρατία είναι το τελευταίο που σκέφτεσαι με μια βρεγμένη πάνα της μάνας σου στο χέρι. Ο χρόνος δεν χαρίζεται. Κι αυτή η γύμνια είναι χαράδρα. Μέρες μετά αναρωτιέμαι γιατί με τάραξε τόσο. Είναι μάνα. Κάτι έξω από το σώμα. Σαν θεσμός που θα λειτουργεί για πάντα. Την είχα δει γυμνή όταν ήταν νέα τόσες φορές. Δεν είναι το ίδιο. Έτσι, έσκαψα πιο πολύ μέσα μου και κατάλαβα τι ήταν αυτό που με είχε σοκάρει τόσο. Τα οπίσθιά της είχαν γίνει καθρέφτης. Και μέσα τους καθρεφτίστηκα εγώ, γριά.

Για μια στιγμή δεν έβλεπα πια τη μάνα μου. Έβλεπα εμένα σε τριάντα χρόνια. Το δικό μου σώμα πεσμένο, ανήμπορο, παραδομένο σε κάποια άλλα χέρια. Σαν να έκανε ο χρόνος ένα απότομο άλμα προς τα εμπρός και να μου έδειξε, χωρίς να τον ρωτήσω, μια φωτογραφία από το μέλλον μου.

Ίσως αυτό να είναι το πιο σκληρό στη φροντίδα ενός ηλικιωμένου γονιού: μαζί με τη δική του φθορά, βλέπεις να έρχεται και η δική σου.

Στα δύο άσπρα, πεσμένα, ντροπιασμένα οπίσθιά της είχε καθίσει όλος ο χρόνος. Ο δικός της που τέλειωνε κι ο δικός μου που ερχόταν.

Την πρώτη μέρα που την άλλαξα υπήρξε μια μεγάλη σιωπή. Ήθελε να δικαιολογηθεί. Μου είπε ότι φοράει την πάνα για ασφάλεια. Της είπα: «Μαμά, δεν έχει σημασία». Μετά ήταν σαν να πέρασε η ντροπή. Όπως το σεξ λίγο πριν βγάλεις τα ρούχα. Μετά τελειώνει μια για πάντα. Δεν ξαναείπε τίποτα.

Εγώ, πάλι, πάω κι έρχομαι σαν εκκρεμές. Τρυφερότητα και θυμός. Φροντίδα και αγανάκτηση. Επιθυμία να ζήσει και σκέψη να τελειώσει. (Το τελευταίο σημειώνω να το συζητήσω με την ψυχοθεραπεύτριά μου.)

Η αγάπη δεν είναι καθαρή, ειδικά με πάνες, φάρμακα και επαναλήψεις. Και κάπου εκεί είναι και η δική μου ζωή.

Είναι αμαρτία που θέλω να συνεχίσω; Που θέλω να την αφήσω; Είναι καλοκαίρι, θέλω να ξεκουραστώ, να πάω διακοπές, να πιω έναν καφέ στη θάλασσα, να αδειάσω το κεφάλι μου. Αλλά το μισό μου κεφάλι είναι εκεί.

Έφαγε; Πήρε τα χάπια; Σηκώθηκε; Μήπως έπεσε; Είναι καλή η “γυναίκα” που της βρήκα τελικά στο παρά πέντε; Ή την ξεπέταξα τη μαμά με το ό,τι να ’ναι, αρκεί άλλος να τη φροντίζει; Έφυγα νύχτα. Μια που της βρήκα άνθρωπο, μια που της είπα «Μαμά, εγώ την κάνω».

Το τηλέφωνο χτυπάει, η καρδιά τινάζεται και θυμώνω. Γιατί θέλω χρόνο. Λίγες ώρες –καλύτερα λίγες μέρες– χωρίς να είμαι κόρη κανενός.

Και μετά ακούγεται τόσο γλυκιά η φωνή της στο τηλέφωνο. «Ευχαριστώ, παιδάκι μου, για ό,τι έκανες για μένα, κοίτα να περάσεις καλά και μη με σκέφτεσαι». Ξανά ενοχές. Αυτές οι μανάδες τελειώνουν άραγε ποτέ;

Ένας φαύλος κύκλος. Οικογενειακός. Κληρονομικός.

Ο φωτεινός Αύγουστος δεν μ’ έβαλε να τακτοποιήσω μόνο τη μάνα μου αλλά και τον χρόνο που μου ψιθυρίζει «είσαι η επόμενη».

«Σκάσε», λέω δυνατά.

Και τότε θέλω μόνο ταξίδια, θάλασσα, δυνατή μουσική, θόρυβο, κρασιά και νιάτα. Οπωσδήποτε νιάτα. Οτιδήποτε δηλαδή με αποσπά.

Οπτική Γωνία
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Πώς έβαλα σε τάξη το εσωτερικό μου αχούρι μετά την απώλεια

Living / Πώς έβαλα σε τάξη το εσωτερικό μου αχούρι μετά την απώλεια

Η Τζούλη Αγοράκη, μετά τον θάνατο του πατέρα της, προσπαθεί να βρει παρηγοριά σε ό,τι της το υπόσχεται. Ακολούθησε γνωσιακές και πνευματικές εμπειρίες και ισχυρίζεται ότι ο πόνος έγινε πιο απαλός.
ΤΖΟΥΛΗ ΑΓΟΡΑΚΗ
Eνηλικίωση, αυτή η αναπόφευκτη

Οπτική Γωνία / «Όταν, μεγάλος πια, χάνεις έναν γονιό, είσαι πολύ μεγάλος για να μεγαλώσεις»

Βγάζεις ταυτότητα στα 12, παίρνεις δίπλωμα οδήγησης μετά το λύκειο, έχεις δικαίωμα ψήφου στα 17. Όμως η αληθινή ενηλικίωση έρχεται όταν δεν είσαι πια το παιδί κάποιου.
ΛΙΝΑ ΙΝΤΖΕΓΙΑΝΝΗ
«Πάλι λάθος τα έκανες»: Πόσο πληγώνει η κριτική τα παιδιά μας;

Ψυχή & Σώμα / «Πάλι λάθος τα έκανες»: Πόσο πληγώνει η κριτική τα παιδιά μας;

Θεωρητικά, οι γονείς ασκούν κριτική στα παιδιά τους με σκοπό να τα βοηθήσουν να βελτιωθούν. Κάποτε όμως σταματάει να είναι εποικοδομητική και αρχίζει η υποτίμηση. Η ψυχολόγος Αγνή Μαριακάκη μιλά στη LiFO γι’ αυτήν τη λεπτή γραμμή που οι γονείς δεν πρέπει να ξεπερνούν.
ΤΖΟΥΛΗ ΑΓΟΡΑΚΗ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΕΠΕΞ Πώς φτάνει ένας γονιός στο σημείο να κακοποιεί το παιδί του;

Οπτική Γωνία / Πώς φτάνει ένας γονιός στο σημείο να κακοποιεί το παιδί του;

Η υπόθεση της Κυψέλης φέρνει ξανά στο προσκήνιο την αόρατη βία μέσα στην οικογένεια. Η ψυχολόγος Αντιγόνη Γινοπούλου μιλά στη LiFO για τα σημάδια που συχνά αγνοούμε και για την ευθύνη της κοινωνίας να παρέμβει προτού να είναι αργά.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Καθαρό νερό ή αμβλώσεις; Ο Πάπας και οι τραμπικοί

Νέος Άγνωστος Κόσμος / Καθαρό νερό ή αμβλώσεις; Ο Πάπας και οι τραμπικοί

Ο Πάπας καλεί τους χριστιανούς να υπερασπιστούν το δικαίωμα όλων στο νερό. Πριν αλέκτορα φωνήσαι, όμως, γνωστοί τραμπικοί ξεσηκώθηκαν εναντίον του, καλώντας τον να αφήσει τις «σάχλες» και να ασχοληθεί με τη σωτηρία των ψυχών.
ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
Κόμμα Σαμαρά: Μα καλά, από πότε είναι αυτή η εφημερίδα;

Εν Ψυχρώ / Κόμμα Σαμαρά: Μα καλά, από πότε είναι αυτή η εφημερίδα;

Ένα νέο κόμμα, ένας παλιός πρωταγωνιστής και μια πολιτική ρητορική που μοιάζει να έρχονται από άλλη εποχή. Ο Αντώνης Σαμαράς ετοιμάζεται να επιστρέψει, αλλά το ερώτημα είναι τι ακριβώς έχει να πει σήμερα που δεν το έχει ήδη πει.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Η άνοδος της ακροδεξιάς, τα δώρα στους πλούσιους και το φιλολαϊκό προφίλ

Οπτική Γωνία / Η άνοδος της ακροδεξιάς, τα δώρα στους πλούσιους και το φιλολαϊκό προφίλ

Ένα κρατίδιο της Γερμανίας περιγράφει τη μεγάλη εικόνα, όπου η εκτίναξη ακροδεξιών κομμάτων σε χώρες της Ευρώπης και όχι μόνο βρίσκει καινούργια ερείσματα, ακολουθώντας μια συνταγή γενικευμένου κινδύνου.
ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗΣ
Τα διλήμματα της ΔΕΘ και το δικαίωμα των ψηφοφόρων

Οπτική Γωνία / Τα διλήμματα της ΔΕΘ και το δικαίωμα των ψηφοφόρων

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έθεσε στη ΔΕΘ το δίλημμα «σταθερότητα ή αβεβαιότητα», επανέφερε τον Αλέξη Τσίπρα στο κάδρο και προειδοποίησε τους ψηφοφόρους για τις συνέπειες μιας ψήφου διαμαρτυρίας.
ΑΓΓΕΛΟΣ ΑΛ. ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ
Γιατί είναι τόσο δύσκολο για τους νέους να κρατήσουν παρέες;

Ιλεκτρίσιτυ / Γιατί η Gen Z δυσκολεύεται να κρατήσει τις παρέες της;

Πριν από τριάντα χρόνια, η ταινία «Απόντες» έδειχνε τα μέλη μιας παρέας να απομακρύνονται σταδιακά· για τους σημερινούς νέους, αυτή η διαδικασία συμβαίνει πιο απότομα και αρκετά πιο νωρίς.
ΧΑΡΗΣ ΚΑΛΑΪΤΖΙΔΗΣ