ΟΛΟ ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ, δίνουμε έμφαση στην ευκολία, σε υπηρεσίες και τεχνολογίες που υπόσχονται ότι θα κάνουν τη ζωή μας πιο άνετη και πιο απλή. Η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης για επαγγελματικούς ή προσωπικούς λόγους είναι μόνο το τελευταίο στάδιο σ’ αυτήν τη διαδικασία. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια ευρύτερη «ανθρωπολογική» μεταμόρφωση, μια σταδιακή αλλαγή νοοτροπίας και συμπεριφοράς, καθώς η λογική του on demand απλώνεται σε όλους τους τομείς της ζωής: όχι μόνο on demand μουσική, ταινίες, σειρές (streaming), αλλά και on demand γνώση (search engines), on demand επικοινωνία (social media), on demand φαγητό, προϊόντα απ’ το σούπερ μάρκετ, κοκτέιλ (delivery), on demand σεξουαλική διέγερση (πορνό) – οτιδήποτε θελήσεις, ένα κλικ μακριά.
Ως έναν βαθμό, η στροφή στην ευκολία είναι απολύτως λογική. Όσο η ζωή μας γίνεται όλο και πιο περίπλοκη, όσο τα άγχη και οι υποχρεώσεις αυξάνονται, περιορίζοντας τον ελεύθερο χρόνο, τόσο θα βλέπουμε «αυτήν τη χαρακτηριστικά σύγχρονη κούραση που ψάχνει αποφόρτιση και ανάθεση»¹, την προσπάθεια να πάρουμε αυτό που θέλουμε (γνώση, σύνδεση, διασκέδαση, τροφή) χωρίς μεγάλο κόπο, γρήγορα και αποτελεσματικά.
Μου φαίνεται πως αυτή η επένδυση στην ευκολία –η οποία έχει συνδεθεί με μια ολόκληρη επιχειρηματική κουλτούρα, το πνεύμα των startups και της «καινοτομίας» που προσπαθεί ν’ απλοποιήσει ή να βελτιστοποιήσει την καθημερινότητα– γυρίζει μπούμερανγκ και καταλήγει να κάνει τη ζωή μας πιο δύσβατη, πιο εξαντλητική.
Ωστόσο, μου φαίνεται πως αυτή η επένδυση στην ευκολία –η οποία έχει συνδεθεί με μια ολόκληρη επιχειρηματική κουλτούρα, το πνεύμα των startups και της «καινοτομίας» που προσπαθεί ν’ απλοποιήσει ή να βελτιστοποιήσει την καθημερινότητα– γυρίζει μπούμερανγκ και καταλήγει να κάνει τη ζωή μας πιο δύσβατη, πιο εξαντλητική. Αφενός, οι υπηρεσίες της «ευκολίας» εισάγουν νέα προβλήματα, δομώντας ένα ακόμα πεδίο πολυπλοκότητας και δυσκολίας· αφετέρου, η εξάπλωση αυτών των τεχνολογιών τροφοδοτεί τις εξελίξεις που επιβαρύνουν τη ζωή μας, αυξάνοντας την κούραση και τη μοναξιά και κάνοντάς μας ν’ αναζητήσουμε εκ νέου το εύκολο, σ’ έναν φαύλο κύκλο όπου το παυσίπονο επιδεινώνει την ασθένεια.
Ξεκινώντας με τις άμεσες επιπτώσεις της λογικής του on demand, βλέπει κανείς πως η απλότητα και η άνεση που υπόσχονται αυτές οι τεχνολογίες φέρνουν διάφορες νέες δυσκολίες, καθώς η διαμεσολάβηση των αναγκών μας αποδεικνύεται προβληματική. Στο πεδίο της επικοινωνίας, για παράδειγμα, τα social σού επιτρέπουν μεν να μιλήσεις με οποιονδήποτε άμεσα, αλλά σε αναγκάζουν, πλέον, να διαχειριστείς μια ιστορικών διαστάσεων αλληλογραφία, μηνύματα που δεν έχεις ανοίξει ή στα οποία αργείς ν’ απαντήσεις. Παράλληλα, η δυνατότητα αποστολής μηνύματος σού επιτρέπει ενδεχομένως ν’ αποφύγεις τον «κόπο» και την ένταση ενός τηλεφωνήματος ή μιας συνάντησης, αλλά σε αναγκάζει να ελέγξεις τον τρόπο γραφής προσεκτικά έτσι ώστε το κείμενο να είναι επαρκώς ευγενικό και ξεκάθαρο, μη παρερμηνεύσιμο και μη παρεξηγήσιμο. «Μήπως δεν το έγραψα καλά;». Το άγχος πάνω από ένα ανοιχτό τσατ είναι γνωστό σε όλους.
Ένα αντίστοιχο οξύμωρο παράγεται απ’ τις εφαρμογές που καταγράφουν τις συνήθειές σου χάριν της υγείας και της αποτελεσματικότητας. Η ευκολία τού να ξέρεις πόσα βήματα έκανες χθες, πόσες θερμίδες κατανάλωσες και πόσο χρόνο πέρασες στο κινητό σου γρήγορα μεταλλάσσεται σε δυσκολία και άγχος για το σήμερα, πίεση ώστε να τα κάνεις όλα εξίσου, αν όχι περισσότερο, σωστά. Ακόμα και η χρήση τεχνητής νοημοσύνης για κάποια δουλειά –το κατεξοχήν παράδειγμα τεχνολογικής διευκόλυνσης– εισάγει απευθείας ένα νέο πεδίο προβληματισμού: Ποιο μοντέλο θα χρησιμοποιήσεις; Με συνδρομή ή χωρίς; Μήπως να κάνεις free trial; Να θυμηθείς να το ακυρώσεις… Κι αν το μοντέλο κάνει λάθος; Κι αν καταλάβουν απ’ τη δουλειά ότι δεν το έγραψες εσύ; Μήπως να το περάσεις από humanizer; Ναι, αλλά από ποιο; Με συνδρομή ή χωρίς; Και πάει λέγοντας.
Στα παραπάνω παραδείγματα βλέπουμε πως οι υπηρεσίες που υπόσχονται ευκολία αυτοϋπονομεύονται, καθώς απομακρύνουν παλιά εμπόδια παράγοντας καινούργια. Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι βαθύτερο. Οι νέες τεχνολογίες δεν εισάγουν απλώς επιπλέον δυσκολίες που πάνε κόντρα στην υπόσχεσή τους· συμβάλλουν έμμεσα στη γενική επιβάρυνση και επιτάχυνση της ζωής, την κατάσταση που μας εξωθεί σε ακριβώς αυτού του τύπου τις «εύκολες λύσεις». Ως οικονομικές και πολιτικές δυνάμεις, με άλλα λόγια, τροφοδοτούν τις εξελίξεις που κάνουν τη ζωή μας πιο αγχώδη, κουραστική, μοναχική και γρήγορη – κοινώς, πιο δύσκολη.
Πουθενά δεν φαίνεται πιο ξεκάθαρα αυτό απ’ όσο στο πεδίο της χρήσης τεχνητής νοημοσύνης για επαγγελματικές υποχρεώσεις. Ο γραφίστας, η coder, ο υπάλληλος HR, η μεταφράστρια και η δημοσιογράφος που χρησιμοποιούν chatbots για να κλέψουν χρόνο και να διαχειριστούν ένα υπερβολικά απαιτητικό πρόγραμμα προετοιμάζουν το έδαφος για τη μελλοντική τους αντικατάσταση, τη στιγμή που οι εκδοτικοί, οι εφημερίδες και οι οργανισμοί θα πάνε «κατευθείαν στην πηγή» του ΑΙ. Η ευκολία που ενδεχομένως επιτυγχάνεται βραχυπρόθεσμα επιδεινώνει τις επερχόμενες δυσκολίες σε βάθος χρόνου.
Κάτι παρόμοιο συμβαίνει με τη δυνατότητα της on demand επικοινωνίας μέσω του ίντερνετ. Όταν, για ν’ ανταπεξέλθουμε στην αγχώδη και γεμάτη καθημερινότητά μας, αντικαθιστούμε μια έξοδο με μια ανταλλαγή μηνυμάτων, ένα ποτό με μια βιντεοκλήση ή, στο όριο, ένα φλερτ, έναν φίλο και έναν σύντροφο μ’ έναν online companion, ανακουφίζουμε μεν το σύμπτωμα, αλλά εντείνουμε την υποβόσκουσα ασθένεια που το παράγει. Επιδεινώνουμε, δηλαδή, το άγχος και τη μοναξιά και σταδιακά γινόμαστε «αλλεργικοί» στις παραδοσιακές μορφές σύνδεσης, οι οποίες φαντάζουν υπερβολικά έντονες και κοπιαστικές (ένα ποτό με φίλους γίνεται γρήγορα εξαντλητικό σε σύγκριση με την ανεμελιά του scrolling· ένα τηλεφώνημα που λαμβάνουμε μάς τρομάζει, δεν ξέρουμε τι θ’ ακούσουμε, ενώ τα μηνύματα είναι ελέγξιμα και ασφαλή).
Ξανά και ξανά, η επιλογή της ευκολίας οξύνει το πλήθος των καθημερινών δυσκολιών – καθώς η πρόσβαση σε ωκεανούς πληροφορίας στο ίντερνετ δεν αυξάνει τη φιλομάθεια, παρά μας κάνει πιο αδιάφορους και μουδιασμένους· καθώς οι πλατφόρμες με ταινίες και σειρές σπάνια προσφέρουν πραγματική ψυχαγωγία, δομώντας αντ’ αυτού μια μοναχική απόλαυση που μας αφήνει ακόμα πιο κενούς απ’ ό,τι πριν· καθώς η ευκολία του delivery βασίζεται σε αυξανόμενες δυσκολίες για τον εαυτό (που φτάνει να βλέπει τη μαγειρική ή το σούπερ μάρκετ ως κάτι πολύπλοκο) και για τον άλλον (που δουλεύει υπό εξαντλητικές συνθήκες για να φέρει φαγητό, κοκτέιλ, προϊόντα).
Απέναντι σ’ αυτό το σύγχρονο «φάρμακον», το φάρμακο-φαρμάκι της άνεσης και αποτελεσματικότητας, βρίσκεται η αξία της προτίμησης της δυσκολίας, όχι ως αυτοσκοπού, ούτε ως τρόπου διαφοροποίησης απ’ τη μάζα (ένας ελιτισμός ή χιπστερισμός του «δύσκολου»), αλλά ως μέσου για μια βαθύτερη σύνδεση με τους άλλους και τα πράγματα. Υπάρχει κάτι στο να συντηρείς φιλίες και επαφές ακόμα και σε δύσκολους καιρούς, στο να πιστεύεις έμπρακτα σε μια ιδέα που σε ξεπερνάει, υπάρχει κάτι στους δημιουργούς που μοχθούν να μάθουν και να εξελίξουν το πεδίο τους, χωρίς τεχνητά βοηθήματα ή γρήγορες λύσεις, οι οποίες είναι φύσει αντίθετες με την έννοια της τέχνης.
Πρόκειται για μια εξαιρετικά απαιτητική επιλογή: η ζωή μας είναι ήδη τόσο κουραστική, τόσο γεμάτη. Ωστόσο, μια βαθύτερη απόλαυση, μια ουσιαστικότερη ένταση προκύπτει όταν αφήνουμε τον προβληματισμό να υπάρξει, την ανάγκη να ωριμάσει, τον κόπο να μας μάθει κάτι διαφορετικό. Σε μια εποχή στην οποία η στροφή στην ευκολία ενισχύει τις δυσκολίες ποικιλοτρόπως, ενδέχεται η εθελοντική επιλογή ενός «δύσκολου» δρόμου να κάνει τη ζωή μας, παράδοξα, πιο απλή.
[1] Νικόλας Σεβαστάκης. 12/03/2026. Αναθέτοντας ασύστολα. Το Βήμα.