ΤΗΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ εβδομάδα, η περίφημη Μεταπολίτευση συμπλήρωσε πενήντα δύο χρόνια ζωής. Αν θέλαμε να προσεγγίσουμε αυτήν τη συνθήκη με ελαφρύ σαρκασμό, θα λέγαμε ότι η Μεταπολίτευση είναι πλέον μεσήλιξ. Το ερώτημα είναι αν, στην πλειονότητά τους, οι ταγοί της έβαλαν μυαλό ώστε να αποφύγουν τα λάθη που παρ’ ολίγον να την οδηγήσουν στην απόλυτη καταστροφή τη δεκαετία 2009-2019. Μοιάζει αρκετά πιθανό αυτό να μη συμβαίνει και η μεταπολιτευτική ροπή προς «το εύκολο» ή και το «φυσιολογικό» να παραμένει ζωντανή, αγνοώντας τα παθήματα του παρελθόντος. Κρίνοντας δε από τη μετατροπή της δεξίωσης για την αποκατάσταση της δημοκρατίας σε… ντεφιλέ οσκαρικών βραβείων, τότε «όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν».
Η Ελλάδα κινείται σήμερα στον αστερισμό του κατακερματισμού, όχι της συνοχής, αλλά και μιας επαναφοράς του λαϊκισμού ακόμη και από εκείνους που ομνύουν εναντίον του, όχι ενός σοβαρού και μακροπρόθεσμου οράματος.
Η ελληνική κοινωνία είναι, ψυχολογικά αλλά και οικονομικά, εξουθενωμένη. Σχεδόν σε όλη τη διάρκεια αυτών των πέντε δεκαετιών έμαθε (ή την έμαθαν) να αναμένει από τις πολιτικές ηγεσίες της τις λύσεις σε όλα τα προβλήματά της. Αυτό δεν είναι κάτι που αλλάζει εύκολα. Κι εκείνο που κάνει την κατάσταση δυσκολότερη είναι το γεγονός ότι η κρίση δεν σταμάτησε το 2019. Παραμένει μαζί μας υπό άλλες μορφές, ως κανονικότητα. Ουσιαστικά, η διαρκής κρίση είναι η νέα κανονικότητα, είτε είναι οικονομική, είτε φέρει τον μανδύα μιας πανδημίας, είτε της κλιματικής κρίσης, είτε των συνεπειών μιας νέας εποχής πολέμων (στην Ουκρανία, στο Ιράν ή ποιος ξέρει σε ποιο άλλο σημείο του πλανήτη στο μέλλον).
Το 2009, οι ελληνικές πολιτικές ηγεσίες δεν είχαν την παραμικρή επίγνωση της καταιγίδας που επρόκειτο να σαρώσει τόσο τις ίδιες όσο και το κοινωνικό σώμα. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά. Τι συμβαίνει όμως σήμερα; Έχουμε επίγνωση των βαθιών αλλαγών που συντελούνται; Μπορούμε να σκεφτούμε και να σχεδιάσουμε –άρα και να προετοιμαστούμε– στρατηγικά ως χώρα; Ή μήπως εξακολουθεί να μας απασχολεί, στενόμυαλα, η απλή και κυνική νομή της εξουσίας, η εξόντωση του πολιτικού αντιπάλου μέσα και από νομοθετικά κόλπα ή μη γενναίες συνταγματικές μεταρρυθμίσεις;
Η απάντηση σε όλα αυτά τα ερωτήματα είναι μάλλον όχι. Η χάραξη στρατηγικής έχει καταστεί αποκλειστικό χαρακτηριστικό ενός «σκληρού» πρωθυπουργοκεντρικού συστήματος που ουσιαστικά υπόκειται σε ελάχιστο έλεγχο. Η φύση του συστήματος αυτού οδηγεί στην επιδίωξη αυτοδύναμων κυβερνήσεων στο όνομα μιας –μάλλον ακαθόριστης– αποτελεσματικότητας. Δομές χάραξης μακροπρόθεσμης στρατηγικής λείπουν και αυτό δεν φαίνεται να αλλάζει. Ένα παράδειγμα αρκεί στο σημείο αυτό. Ποιος αλήθεια διαμορφώνει την ελληνική στρατηγική για την Ευρωπαϊκή Ένωση – έστω τη σημερινή Ένωση με όλα τα προβλήματα και τις αδυναμίες της; Ή μήπως η στρατηγική αυτή περιορίζεται στην ανάληψη της Προεδρίας του Συμβουλίου κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2027;
Η Ελλάδα κινείται σήμερα στον αστερισμό του κατακερματισμού, όχι της συνοχής –αλλά και μιας επαναφοράς του λαϊκισμού ακόμη και από εκείνους που ομνύουν εναντίον του–, όχι ενός σοβαρού και μακροπρόθεσμου οράματος. Το όραμα αυτό δεν μπορεί να είναι άλλο από αυτό της εθνικής ισχύος. Τέτοιου είδους οράματα δεν συνιστούν αφηρημένες κινήσεις. Δεν μπορούν να εκπροσωπούνται από αλαλάζοντες υπουργούς στα τηλεοπτικά παράθυρα, οι οποίοι μιλούν επί παντός επιστητού υπό το πρόσχημα της συσπείρωσης της δεξιάς βάσης της συντηρητικής παράταξης, ή από άλλους που μας περιγράφουν την προσωπική τους ζωή σε lifestyle διαδικτυακές συνεντεύξεις – πόσο μάλλον από μια αντιπολίτευση που κάνει πόλεμο χαρακωμάτων και αδυνατεί να μεταδώσει με τρόπο ουσιαστικό τις ιδέες και τις προτάσεις της.
Ευρισκόμενη στην έκτη δεκαετία της ζωής της, η μεταπολιτευτική Ελληνική Δημοκρατία οφείλει να αναζητήσει τη δική της «γκολική στιγμή». Χρησιμοποιώντας τον όρο «γκολική» δεν εννοούμε τη διαμόρφωση ενός πολιτειακού καθεστώτος υπό τη γαλλική μορφή, αλλά την εκ βάθρων αλλαγή κρίσιμων πυλώνων του συστήματος για να προσαρμοστούν στη νέα δύσκολη και απρόβλεπτη εποχή που ανατέλλει. Χωρίς σαφείς δομές που θα έχουν στον γενετικό τους κώδικα τη δυνατότητα μακροπρόθεσμου σχεδιασμού και πρόβλεψης και θα μπορούσαν να κατοχυρωθούν θεσμικά (ίσως και συνταγματικά;) για να μη σαρώνονται από τον εκάστοτε εκλογικό κύκλο, ο δρόμος θα είναι δύσβατος. Και αυτό που τον καθιστά παράλληλα σκοτεινό είναι ότι οι πολιτικές δυνάμεις δεν εμφανίζουν την αναγκαία γενναιότητα ή και ικανότητα να αντιληφθούν όσα βρίσκονται μπροστά μας.