ΟΠΩΣ ΜΕ ΚΑΘΕ εκλογική εκτίναξη ακροδεξιών κομμάτων, όλα βρίσκονται πάλι στο «τραπέζι» της ανάλυσης. Σαν σε λούπα εδώ και δεκαετίες, από την εποχή του 2000 με τον πατέρα Λεπέν στη Γαλλία και τον Χάιντερ στην Αυστρία ως αυτές τις μέρες με το 44% της «Εναλλακτικής για τη Γερμανία» στη Σαξονία-Άνχαλτ, στα ανατολικά της Γερμανίας.
Ατέρμονη και συχνά δίχως έρμα είναι η διαμάχη για τους βαθύτερους λόγους αυτών των κυμάτων που τώρα, στη συγκυρία μετά το 2020-22 (τραμπισμός, πόλεμος στην Ουκρανία, γεωπολιτικό χάος και AΙ τεχνολογίες), αποκτούν και άλλες διαστάσεις. Οικονομία ή κουλτούρα; Καρποί ενός σοκ υποβάθμισης για τους εργάτες (το 60% των εργατών ψήφισαν ακροδεξιά προχθές) ή η γενικότερη δυσφορία απέναντι στη «λιγότερο λευκή» Ευρώπη; Οι οικονομικές αγωνίες ή τα πολιτισμικά άγχη;
Κάπως έτσι πάμε να απαντήσουμε, είτε πιο συγκεκριμένα ερευνητικά είτε με θεωρητικές γενικεύσεις, στην πρόκληση. Στο μεταξύ, όμως, όσες εξηγήσεις και αν έχουν δει το φως (και υπάρχουν πια πολλές και η καθεμιά με το ενδιαφέρον αποδεικτικό της υλικό), το ζήτημα είναι ότι κάποια ποσοστά έχουν εκτοξευτεί και μαζί οι ιδέες και ένας τρόπος να εξηγούν οι άνθρωποι τα προβλήματά τους. Μια ολόκληρη πλατφόρμα ιδεών και συνθημάτων θυμίζει σε πολλά τον ριζοσπαστικό εθνικισμό της δεκαετίας του ’30, ασκώντας έλξη σε περισσότερα κοινά, σε μια μεγάλη φέτα νεότερων ανδρών, όπως και σε σημαντικό κομμάτι από τις εργατικές τάξεις.
Το μεγαλύτερο παράλογο, όχι όμως ανεξήγητο της στιγμής αυτής: το κόμμα με τα πολλά δώρα στους πλούσιους σκηνοθετεί τον εαυτό του και αναγνωρίζεται από το εκλογικό σώμα ως το πιο λαϊκό και πληβειακό κόμμα.
Θα έπρεπε όμως οι σκέψεις μας να ξεσυνηθίσουν το στερεότυπο, κι ας είχε, και έχει, ακόμα την αλήθεια του. Δεν πρόκειται πια για τον κόσμο των λιγότερων εκπαιδευτικών τίτλων, το «μη εγγράμματο» και πιο λαϊκό μέρος της κοινωνίας.
Ναι μεν η πλειοψηφία των εργατών (ανδρών και λιγότερο γυναικών) ψήφισε την «Εναλλακτική για τη Γερμανία», ωστόσο τα στοιχεία δίνουν και ένα μεγάλο ποσοστό επιχειρηματιών που φαίνεται πως στράφηκε στην ίδια κατεύθυνση. Σε άλλες χώρες, μάλιστα, στη Γαλλία ας πούμε, η νέα επικράτεια των συμπαθούντων τον Εθνικό Συναγερμό περιλαμβάνει εδώ και καιρό ικανό μέρος ελεύθερων επαγγελματιών και επιχειρηματιών, μικρομεσαίων όπως και «εθνικών» πρωταθλητών (όχι μόνο τον μιντιάρχη Βενσάν Μπολορέ).
Δεν το συνάντησα σε πολλά σχόλια, όμως η άνοδος της άκρας δεξιάς σε χώρες της Ευρώπης –για να μην αναφερθούμε στη Νότια Αμερική ή αλλού– βρίσκει καινούργια ερείσματα και στον επιχειρηματικό κόσμο. Όλο το προηγούμενο διάστημα στις Ηνωμένες Πολιτείες είδαμε την ύφανση δεσμών ανάμεσα στους επικεφαλής των μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών και τον Τραμπ και τις προτεραιότητες του Λευκού Οίκου. Από μια άποψη, όμως, στη Γερμανία τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Μέχρι πριν από λίγες μέρες, εμβληματικές εταιρείες όπως η Ζίμενς, η Μερσέντες-Μπενζ, η Μπάγιερ, η Μπος και δεκάδες άλλες πήραν θέση υπέρ του diversity και σχεδόν ευθέως κατά της άκρας δεξιάς. Ο Έκχαρτ φον Κλάιντεν, υπεύθυνος εξωτερικών υποθέσεων της Μερσέντες-Μπενζ, είχε δηλώσει ότι «η ξενοφοβία, το μίσος και ο κάθε λογής αντισημιτισμός είναι ξένα προς τις αξίες της Μερσέντες-Μπενζ». Ανάλογες δηλώσεις και κινήσεις έχουν υπάρξει και από άλλους μεγάλους παράγοντες των οικονομικών ελίτ της χώρας. Στον χώρο της γερμανικής ακροδεξιάς τα είδωλα είναι φυσικά ο Έλον Μασκ, ο Τραμπ και ο Πούτιν, όχι οι παραδοσιακοί ιθύνοντες της επιχειρηματικής τάξης που μέχρι πρότινος θα κατηγορούνταν από τον λαό της άκρας δεξιάς για την ιδεολογία woke και την «εισβολή του Ισλάμ».
Αυτή όμως είναι, σε μεγάλο βαθμό, μια εικόνα πρώτου επιπέδου. Γιατί, όπως και στη δεκαετία του ’30, οι κοινωνικές σχέσεις εξελίσσονται, τα σενάρια διακυβέρνησης τροποποιούνται και οι γέφυρες (που γίνονται συμμαχίες αμοιβαίων προσδοκιών) στήνονται με βάση τη δυναμική των πραγμάτων.
Εδώ θα σταθώ. Από πλήθος κειμένων που διάβασα αυτό τον καιρό, αυτό που μου έκανε περισσότερο εντύπωση είναι μια συγκριτική έρευνα του Zew, του σημαντικού «Κέντρου για την ευρωπαϊκή οικονομική έρευνα». To συγκεκριμένο ινστιτούτο με έδρα την πόλη του Μανχάιμ¹ ερεύνησε τις συνέπειες ή το «ποιους ωφελούν περισσότερο» τα οικονομικά προγράμματα των γερμανικών πολιτικών δυνάμεων. Η έρευνα είναι του 2025, όμως τα δεδομένα των προτάσεων δεν έχουν αλλάξει. Η σύγκριση, λοιπόν, με πολλά παραδείγματα και τεχνικές λεπτομέρειες, έδωσε σαφή αποτελέσματα. Από τα σχέδια για φορολογικές μεταρρυθμίσεις που προτείνουν τα κόμματα της δεξιάς και άκρας δεξιάς επωφελούνται περισσότερο τα «νοικοκυριά υψηλού εισοδήματος». Εκεί όμως που βρίσκεται η αιχμή του ενδιαφέροντος είναι στο πώς αξιολογούνται οι εξαγγελίες της «Εναλλακτικής για τη Γερμανία». Είναι λοιπόν το δικό της πρόγραμμα που αφήνει περισσότερα χρήματα στους εύπορους μέσα από μαζικές περικοπές φόρων και άλλες διευκολύνσεις. Με άλλα λόγια, το κόμμα που κερδίζει τη λαϊκή ψήφο εμφανίζεται πιο δελεαστικό και από τους γνωστούς οπαδούς του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού Ελεύθερους Δημοκράτες (FDP) και από την κεντροδεξιά της CDU.
Η έρευνα σκιτσάρει, μεταξύ άλλων, ένα παράδειγμα: Ένα παντρεμένο ζευγάρι με δύο παιδιά και ετήσιο ακαθάριστο εισόδημα 180.000 ευρώ θα λάμβανε επιπλέον 19.190 ευρώ (Εναλλακτική για τη Γερμανία), 11.990 ευρώ (Φιλελεύθεροι) ή 5.840 ευρώ (Χριστιανοδημοκρατική Ένωση). Με το πρόγραμμα του σοσιαλδημοκρατικού SPD, το εισόδημα της ίδιας οικογένειας θα αυξηθεί μεν αλλά κατά 2.200 ευρώ, με το πρόγραμμα των Πρασίνων μόνο κατά 100 ευρώ και με το σχέδιο του BSW (Εθνικιστική Φιλορωσική Αριστερά της Σάρας Βάγκενεχτ) θα παραμείνει αμετάβλητο. Το πρόγραμμα του κόμματος της αριστεράς (Die Linke) είναι το μόνο που θα μείωνε το εισόδημα αυτής της οικογένειας κατά περίπου 800 ευρώ.
Θα σκεφτεί κανείς πως μέσα σε έναν πλούτο δεδομένων υπάρχουν πολλοί παράγοντες που επηρεάζουν τις συμπεριφορές των ατόμων και τη στάση των επιχειρήσεων. Λογικά, στον βαθμό που για μια ιστορική και κοινωνική φάση τόσο η «θεσμική» κεντροδεξιά με τη σφραγίδα της Μέρκελ όσο και η αριστερά και οι Πράσινοι είχαν αποδεχτεί και ενθαρρύνει κάποιες συμπεριληπτικές και ανοιχτές πολιτικές, μεγάλο τμήμα της επιχειρηματικής κοινότητας είχε σπεύσει να ενσωματώσει μια αντίστοιχη ρητορική και «φιλοσοφία» – κάτι αντίστοιχο με τη «φιλο-woke» φάση των μεγάλων επιχειρήσεων στις ΗΠΑ. Αυτή η φάση έχει περιοριστεί εδώ και κάποιο καιρό και μαζί με την έκρηξη των ινφλουένσερ του ΤikTok και τα ακροδεξιά pop icons, o άξονας έχει μετατοπιστεί. Ως γνωστόν, τα τελευταία χρόνια αλλάζει αισθητά το κυρίαρχο ιδεολογικό μείγμα και όλες οι εκδοχές φιλελευθερισμού των αξιών (είτε αστικές είτε πιο αριστερές) βρίσκονται σε άμυνα και συρρίκνωση. Αν δεν δούμε αυτή την ευρύτερη διάσταση, δηλαδή πέρα από τα γερμανικά επαρχιακά δράματα, θα πέφτουμε σε αξεπέραστες δυσκολίες.
Τι σημαίνει όμως αυτό; Επιστρέφοντας στη διάθεση των ακροδεξιών της «Εναλλακτικής» για την οικονομία, είναι εμφανής η τάση τους να συντονιστούν με τις βαθύτερες προσδοκίες των επιχειρηματικών κύκλων της χώρας. Ανεξάρτητα από το αν ο συγκεκριμένος πολιτικός χώρος αποπνέει ερασιτεχνισμούς και «αδεξιότητες» (σύμφωνα τουλάχιστον με τη συμβατική επίκρισή του από επιχειρηματικούς παράγοντες και οικονομικά έντυπα), προωθεί το βασικό αφήγημα. Δεν υπόσχεται απλώς λιγότερους φόρους. Ο Ούλριχ Σίγκμουντ, ο φωτογενής σταρ του κόμματος στη Σαξονία-Άνχαλτ, προδικάζει ένα οικονομικό-αναπτυξιακό «μπουμ» με τη διευκόλυνση των επενδύσεων και την άρση εμποδίων και φραγμών. Με την κατάργηση των περιβαλλοντικών κανονισμών και την εγκατάλειψη των πράσινων πολιτικών και με άλλα μέτρα φιλικά προς την απαραίτητη ταχύτητα και αποτελεσματικότητα.
Ως προς αυτό το παιχνίδι, μπορεί κανείς να ανατρέξει όντως σε κάποια στοιχεία από τις δυο δεκαετίες του Μεσοπολέμου. Τότε, σημαντικό μέρος του προγράμματος εξουσίας του εθνικοσοσιαλισμού προωθούσε προνόμια και απαλλαγές για την υψηλή βιομηχανική ελίτ, αλλά υπήρχε παράλληλα ένα δεύτερο κοινωνικό «πρόγραμμα», ένα εθνικο-προστατευτικό πλέγμα που έπρεπε να γοητεύσει τα λαϊκά και μεσαία στρώματα. Οι ευκαιρίες συντονίζονταν έτσι με γενναία βοηθήματα στην οικογένεια ή άλλα «φιλολαϊκά» μέτρα, σε εθνοφυλετική βάση εννοείται.
Ένα παρόμοιο μείγμα επανέρχεται σήμερα με άλλους όρους, έχοντας αντικαταστήσει προ πολλού τον επικίνδυνο Εβραίο με τον μολυσματικό μουσουλμάνο. Το μείγμα περιέχει υποσχέσεις ελευθερίας για εύπορες και ισχυρές μερίδες του επιχειρείν και μέτρα προστασίας για τον γηγενή κόσμο της εργασίας. Πάντα με τους όρους ενός σοβινισμού της ευζωίας, συνδέοντας δηλαδή την όποια ανάκαμψη της ζωής των γηγενών «αληθινών Γερμανών» με την έξωση των πολλών ξένων. Προβάλλοντας τις δυσκολίες των ντόπιων με τη φαντασίωση καλοπέρασης των μεταναστών, σαν η δεύτερη να εξηγούσε τα δεινά των πρώτων.
Όπως συμβαίνει με κάθε σύνθετη πραγματικότητα, κανένα μεμονωμένο αίτιο δεν εξηγεί πολιτικά αποτελέσματα. Ούτε όλα είναι οικονομία, ούτε κρίνονται μόνο από τη σύγκρουση τρόπων ζωής και αξιών. Δεν μπορούμε όμως πια να συνεχίσουμε να μιλάμε αφηρημένα για τη δημοκρατία, τον αυταρχισμό και τις φιλελεύθερες αξίες. Στην περίπτωση της Σαξονίας-Άνχαλτ, η αμιγώς τοπική διάσταση, δηλαδή οι τραυματικές μνήμες των Ανατολικοευρωπαίων πολιτών από την περιφρόνηση και την υποβάθμισή τους μετά το 1990, υπάρχει στο φόντο ιδεών και αισθημάτων που αναπτύσσονται μέσα στον χρόνο. Όμως η άκρα δεξιά «κάνει πολιτική». Διπλή πολιτική, και υλιστική και μετα-υλιστική, και για την ακρίβεια στα τρόφιμα και για την «υπαρξιακή απειλή» του έθνους. Και στη φάση που διανύουμε, εποχή των Τραμπ και των Πούτιν, τα ίδια τα κυρίαρχα συμφέροντα του μεγάλου εταιρικού καπιταλισμού και της οικονομίας μπορεί να αλλάζουν «ιδέες» πηδώντας (συχνά εν μια νυκτί) από τα ουράνια τόξα της συμπερίληψης στην ιδεολογία της «εθνικής ισχύος» και των σφικτών αποκλεισμών.
Το μεγαλύτερο παράλογο, όχι όμως ανεξήγητο της στιγμής αυτής: το κόμμα με τα πολλά δώρα στους πλούσιους σκηνοθετεί τον εαυτό του και αναγνωρίζεται από το εκλογικό σώμα ως το πιο λαϊκό και πληβειακό κόμμα. Ο αντι-ελιτισμός αποδεικνύεται κι εδώ μέρος μιας στρατηγικής για την αντικατάσταση μιας παλιάς και φθαρμένης ηγετικής κάστας από νέους φιλόδοξους παίκτες.
Παίζεται έτσι μια άλλη εκδοχή «σοσιαλδημοκρατικής» συνάντησης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, αυτήν τη φορά με πρωτοβουλία της άκρας δεξιάς και όχι του κέντρου ή της κεντροαριστεράς. Με υπόσχεση για ευνοϊκό περιβάλλον για τους πλούσιους και για ασφάλεια και ανακούφιση για τους υπόλοιπους. Η διαφορά είναι ότι αυτή η «συναίνεση» χτίζεται πάνω σε μια ιδεολογία του ανταγωνιστικού μίσους, όχι φυσικά πάνω σε κάποιο ιδεαλιστικό σχήμα ταξικής συνεργασίας όπως στην κλασική σοσιαλδημοκρατία.
Αυτό περισσότερο από άλλα δείχνει την ιδεολογική υποχώρηση των αριστερών ιδεών και κινημάτων. Το ότι το «κοινωνικό» περνάει στα χέρια ανθρώπων που έχουν ως είδωλό τους έναν τρισεκατομμυριούχο και τους Προέδρους των ΗΠΑ και της Ρωσίας.
Δεν είναι επομένως ένα κρατίδιο ή μία περιοχή που θα αποφασίσει το συλλογικό μας μέλλον στην Ευρώπη, όμως αυτή η συνάντηση δημοφιλών τύπων, κοινωνικής δημαγωγίας και επιλογών υπέρ των ελίτ είναι μια συνταγή γενικευμένου κινδύνου. Ίσως τη βρούμε κι εμείς μπροστά μας.
[1] https://www.zew.de/fileadmin/FTP/gutachten/Bundestagswahlprogramme_ZEW_2025.pdf