ΤΙΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΒΔΟΜΑΔΕΣ, στη λίστα με τις 10 πιο δημοφιλείς ταινίες του Cinobo παραμένουν οι «Απόντες» του Νίκου Γραμματικού, που φέτος κλείνουν τα 30. Έπειτα από διαδοχικές φουρνιές πιστών φαν –η ταινία ανέβαινε και κατέβαινε συνέχεια στο YouTube–, το έργο φαίνεται να το αγκαλιάζει ένα νέο, Gen Z κοινό: έξι διαφορετικοί γνωστοί μου που είναι ηλικιακά μικρότεροι απ’ την ταινία ενθουσιάστηκαν με αυτήν τον Αύγουστο.
Δεν είναι δύσκολο να δει κανείς γιατί οι νέοι νιώθουν κοντά στο έργο, το οποίο ακολουθεί την εξέλιξη μιας παρέας στη Σαλαμίνα –έξι αγοριών γεννημένων το ’64– από τα 23 μέχρι τα 30 τους. Σταδιακά, η ανέμελη και αγαπημένη σχέση των παιδιών διαβρώνεται καθώς τα χρόνια περνούν και εκείνα μεγαλώνουν: κάποια απ’ τα αγόρια «ωριμάζουν» και απομακρύνονται από τα τελετουργικά της ομάδας· επαγγελματικές και οικογενειακές υποχρεώσεις, λανθασμένες επιλογές και ματαιώσεις μπαίνουν στη μέση· ασυμφωνίες που έβραζαν κάτω από την επιφάνεια εκφράζονται και γίνονται ρήξεις.
Η ταινία του Νίκου Γραμματικού θέτει ένα καίριο ζήτημα που αφορά το ίδιο το συλλογικό: Βρισκόμαστε; Μαζευόμαστε; Βγαίνουμε απ’ το σπίτι για να συναντήσουμε τον άλλον και να αναμετρηθούμε μαζί του;
Όλα αυτά είναι απολύτως φυσικά – οι άνθρωποι αλλάζουν, η ζωή παίρνει τον δρόμο της, ο κόσμος προχωράει. Το πρόβλημα είναι ότι, για τους νέους σήμερα, η παρακμή ή η διάλυση της μετεφηβικής παρέας έρχεται πιο απότομα και πολύ πιο νωρίς, όχι στα 30 όπως συμβαίνει στην ταινία, αλλά σαφώς πριν από τα 25 και, φαινομενικά, απ’ τη μια μέρα στην άλλη.
Οι παράγοντες που συμβάλλουν σε αυτή την επιτάχυνση είναι πολλοί. Αρχικά, βλέπουμε το οξύμωρο οι νέοι να «ενηλικιώνονται» πιο αργά (παραμένοντας, π.χ., στην οικογενειακή εστία, σπουδάζοντας για περισσότερο καιρό), αλλά να εντάσσονται πιο νωρίς στην εργασία ή, έστω, στην αγορά (με πρακτικές, χτίσιμο βιογραφικού, την καλλιέργεια ενός «marketable» προφίλ κ.λπ.). Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η Gen Z να είναι συγχρόνως λιγότερο αυτόνομη και περισσότερο πολυάσχολη συγκριτικά με τις προηγούμενες γενιές – μια κατάσταση που περιορίζει τη δυνατότητα για σύνδεση. Αν στο παραπάνω προστεθεί η αυξανόμενη ανάγκη και ευκολία της μετανάστευσης στο εξωτερικό, καταλαβαίνει κανείς γιατί οι παρέες των νέων διαλύονται, ολοένα και συχνότερα, πριν από το τέλος των σπουδών.
Φυσικά, καίριο ρόλο παίζουν και οι νέες τεχνολογίες, όχι μόνο ως υποκατάστατο της σχέσης με τον άλλον (καθώς η διαρκής «διάδραση» προσφέρει μια ψευδαίσθηση κοινωνικοποίησης), αλλά και ως παυσίπονο για τη μοναξιά, ένα αναλγητικό που παρατείνει τη μοναχικότητα, ώσπου η ίδια η διά ζώσης επαφή να φαντάζει κουραστική και ενδεχομένως στρεσογόνα.
Ωστόσο, ένας βαθύτερος λόγος που οι παρέες των νέων σπάνε όλο και πιο νωρίς αφορά τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε το ατομικό και το συλλογικό ανά τα χρόνια, πώς χαράζουμε τα όρια ανάμεσα σε εαυτό και άλλον. Αν οι «Απόντες» –γυρισμένοι την εποχή της παρακμής των συλλογικών οραμάτων, του «τέλους της Ιστορίας και των ιδεολογιών»– διαγιγνώσκουν έναν αυξανόμενο ατομικισμό ο οποίος διαβρώνει τις ανθρώπινες σχέσεις (ο Αντώνης που νιώθει πως δεν χρειάζεται τους υπόλοιπους καθώς κάνει καριέρα, ο Μανώλης που υποχωρεί σε πιο συμβατικές μορφές κοινωνικότητας, στην εργασία και την πυρηνική οικογένεια), είναι σαφές ότι αυτός ο ατομικισμός έχει γιγαντωθεί την τελευταία τριακονταετία.
Η κουλτούρα στην οποία μεγάλωσαν οι millennials και, ακόμα περισσότερο, η Gen Z δεν αποδίδει μεγάλη αξία στην «παρέα» ως κοινωνικό θεσμό. Οι μεμονωμένες φιλίες, η μορφή του ζευγαριού και, ακόμα περισσότερο, η σχέση τού εγώ με τον εαυτό του (μια σχέση κατανόησης, όσο και βελτίωσης, αξιοποίησης) ιεραρχούνται υψηλότερα απ’ την κοινωνικότητα του γκρουπ και της ομάδας. Το αφήγημα της προσωπικής επιτυχίας, της προσωπικής ανέλιξης και ευθύνης είναι πια ηγεμονικό και εγγυάται ότι κάθε φορά που κάποιος καλείται να επιλέξει μεταξύ εαυτού και άλλου (π.χ. στο πώς θα διαθέσει τον χρόνο του, αν θα τον αφιερώσει σε φίλους ή αν θα τον αξιοποιήσει «παραγωγικά»), η πλάστιγγα γέρνει προς τη μεριά τού εγώ.
Αυτό είναι που κάνει και την ταινία του Γραμματικού βαθιά πολιτική, αφού όχι μόνο ακολουθεί την ελληνική ιστορία και ακουμπάει, επιφανειακά έστω, κάποιες βουνοκορφές (μνήμες Εμφυλίου, ενσωμάτωση και εξημέρωση της αριστεράς, σκάνδαλο Κοσκωτά, κυβέρνηση ειδικού σκοπού), όχι μόνο ψηλαφεί την έννοια του συμβιβασμού και στηλιτεύει έναν συγκεκριμένο ανθρωπότυπο (τον φιλόδοξο καριερίστα), αλλά ταυτόχρονα, και πολύ πιο ουσιαστικά, θέτει ένα καίριο ζήτημα που αφορά το ίδιο το συλλογικό: Βρισκόμαστε; Μαζευόμαστε; Βγαίνουμε απ’ το σπίτι για να συναντήσουμε τον άλλον και να αναμετρηθούμε μαζί του;
Δυστυχώς, η πίκρα του άδειου τραπεζιού που ρίχνει την αυλαία στους «Απόντες» είναι ένα μάθημα που η Gen Z παίρνει νωρίς.