«ΟΛΟΙ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟΙ και όλοι ψάχνουν». «Τόσοι μόνοι και ποτέ δεν συναντιούνται». «Όλοι θέλουν να αγαπηθούν, μα κανείς δεν πλησιάζει τον άλλον». «Ποτέ δεν υπήρχαν τόσοι τρόποι να συνδεθείς με τους άλλους». «Γιατί τόση επιδημία μοναξιάς;» Τόσο πολλοί διαθέσιμοι άνθρωποι και παρ’ όλα αυτά τόσο λίγη εγγύτητα. Πώς γίνεται αυτό; Παρόμοια ερωτήματα, σε διάφορες παραλλαγές, έστω και αν κάποιες φορές ακούγονται απλοϊκά, διατυπώνονται συχνά. Είναι, όμως, απλοϊκά; Είμαστε όντως τόσο μόνοι όσο λέμε; Και είναι πράγματι τόσο μεγάλη η διαθεσιμότητα όσο μας κάνουν να πιστεύουμε οι θεωρητικά αμέτρητες επιλογές;
Τι έχει αντικαταστήσει τη σύνδεση; Το «κάτι σαν σχέση» βασιλεύει. Θα μπορούσε να είναι και το μότο της εποχής. Πόσους ξέρετε που έχουν μια «κανονική» σχέση σήμερα; Δεν είναι εύκολο να οριστεί το «κανονικό», αλλά ας συμφωνήσουμε πως αναφερόμαστε σε εκείνες τις παλιές, τις ρετρό σχέσεις, όπου υπολόγιζες τον άλλον, ο οποίος ήταν προτεραιότητά σου, ή έστω μία από τις προτεραιότητές σου, υπήρχε κάποιος βαθμός σύνδεσης και, το κυριότερο, ο άλλος άνθρωπος δεν ήταν απλώς μία ακόμα επιλογή με αστερίσκο. Έχουμε γεμίσει επιλογές με αστερίσκους. Ο αστερίσκος μπορεί να παραπέμπει σε πολλά: «μέχρι να βρω κάτι καλύτερο», «δεν με καλύπτεις αλλά πού να ψάχνω τώρα για κάτι άλλο», «είμαστε μαζί αλλά κρατώ ανοιχτές τις επιλογές μου», «είμαστε μαζί αλλά δεν δεσμευόμαστε». Πόσους ξέρετε, πάλι, που έχουν κάτι που να προσομοιάζει έστω σε σχέση;
Τι έχουμε αντί για σχέση; Τι είναι αυτό το «κάτι σαν σχέση»; Situationships, flirtationships, friends with benefits, fuck buddies, hookups, no strings attached, booty calls, casual φάσεις, on-and-off φάσεις και γενικά καταστάσεις που μπαίνουν κάτω από την ευρύχωρη ομπρέλα της «φάσης». Τελευταία, είναι στη μόδα και το cushioning, που σημαίνει να κρατάς γύρω σου πρώην ή «φίλους» ως εφεδρεία, ως backup, σε περίπτωση που η τωρινή σου σχέση αποτύχει. Τόσοι αγγλισμοί για να περιγράψουν τις αμέτρητες ενδιάμεσες καταστάσεις που αφορούν το πώς σχετίζονται ερωτικά οι άνθρωποι σήμερα. Ομολογουμένως, η αγγλική γλώσσα έχει αποδειχθεί πολύ πιο ευσύνοπτη και ευρηματική από τα ελληνικά αλλά και από άλλες γλώσσες στο να ονομάζει τις χίλιες αποχρώσεις του dating, κρατώντας τα σκήπτρα στην ορολογία του.
Ίσως τελικά το ερώτημα «γιατί δεν βρίσκω σχέση;» να μην έχει να κάνει μόνο με το αν υπάρχει κάποιος εκεί έξω για εμάς, αλλά και με το αν, όταν εμφανιστεί μπροστά μας, θα σταθούμε για ένα λεπτό ή θα βιαστούμε να κάνουμε swipe left.
Ήταν πιο απλά τα πράγματα παλιά; Σίγουρα ήταν, αλλά όχι απαραίτητα και πιο ειλικρινή. Για την ακρίβεια, ήταν και πολύ πιο υποκριτικά. Το σεξ ήταν ένα είδος ανταλλακτικού νομίσματος ελέω πατριαρχίας και έμφυλων στερεοτύπων: «Σου δίνω σεξ για να πάρω σχέση» αν ήσουν γυναίκα, «σου πουλάω σχέση για να πάρω σεξ», αν ήσουν άντρας. Οι ενδιάμεσοι σταθμοί, τα μεσοβέζικα και οι ασαφείς καταστάσεις υπήρχαν πάντα. Απλώς δεν είχαμε τόσες αγγλικές εκφράσεις για να τις ονομάσουμε και, κυρίως, δεν είχαμε το ίντερνετ.
Η κατακλυσμιαία αλλαγή, το σημείο μηδέν, το μεγάλο turning point στις σχέσεις δεν ήταν τα dating apps. Ήταν το ίντερνετ. Πολύ πριν από το Tinder, υπήρχαν τα chatrooms και υπήρχε το mIRC. Και μαζί τους ήρθε κάτι που έμελλε να μεταμορφώσει οριστικά τον τρόπο με τον οποίο γνωρίζονται και σχετίζονται οι άνθρωποι. Ξαφνικά, δεν χρειαζόταν να βγεις από το σπίτι, να πας στο μπαρ, να συναντήσεις τους φίλους σου, να κοινωνικοποιηθείς. Δεν χρειαζόταν καν να σηκωθείς από τον καναπέ. Μπορούσες να γνωρίσεις τον έρωτα της ζωής σου ενώ ήσουν με τις πιτζάμες. Έμπαινες σε μια πλατφόρμα, μιλούσες με αγνώστους και μπορούσες να «ματσάρεις». Αυτός ήταν ο στόχος, ακόμα και προτού καθιερωθεί ο όρος. Και είναι κάπως ειρωνικό που η λέξη «match», δηλαδή το «ταίριασμα», είναι η βασική λέξη του dating και του τρόπου με τον οποίο ερχόμαστε κοντά με τους άλλους, ενώ ουσιαστικά αφορά μια κοινωνία όπου κανείς δεν ταιριάζει με κανέναν, παρόλο που οι επιλογές μοιάζουν, φαινομενικά τουλάχιστον, να έχουν αυξηθεί.
Η υπερπληθώρα επιλογών είναι το τυράκι. Μία από τις βασικές αιτίες του προβλήματος είναι ότι, στην πραγματικότητα, δεν έχουμε καν τις επιλογές που νομίζουμε ότι έχουμε. Κάνοντας αδιάκοπα swipe, όμως, έχουμε την αίσθηση ότι τις έχουμε, πράγμα που δρα ύπουλα και υπονομευτικά, χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε. Μοιάζει με το να διαλέγουμε τι θα φάμε σε μια πλατφόρμα delivery: ατελείωτες επιλογές, ατελείωτες εικόνες, ατελείωτο σκρολάρισμα. Μια ολόκληρη γενιά έχει «ποτιστεί» με εικόνες που εναλλάσσονται διαρκώς, είτε πρόκειται για βίντεο στο TikTok, είτε για το timeline μας στο Instagram, είτε για υποψήφιους συντρόφους. Όλα περνούν μπροστά από τα μάτια μας με την ίδια λογική και την ίδια ταχύτητα: επόμενος, επόμενος, επόμενος. Την επόμενη στιγμή, θα εμφανιστεί κάτι καλύτερο. Θα υπάρχει σίγουρα κάτι καλύτερο για μας. Δεν είναι δύσκολο, λοιπόν, να αρχίσουμε να αντιμετωπίζουμε έτσι και τους ανθρώπους: σαν επιλογές από έναν ατελείωτο κατάλογο.
Πώς διαλέγουμε, όμως, ακόμα και όταν αποφασίζουμε τελικά να καταλήξουμε σε μία από τις πολλές επιλογές του «καταλόγου»; Με ποια κριτήρια; Κι εδώ βρίσκεται η πιο προφανής, σχεδόν μαθηματική εξήγηση, που δεν αφορά μόνο το ίντερνετ αλλά και το πώς σχετιζόμαστε στον έξω κόσμο. Δυσκολευόμαστε να βρούμε κάποιον να συνδεθούμε επειδή τα στάνταρ μας δεν συμπίπτουν. Και δεν είναι εύκολο να συμπέσουν γιατί έχουν πολλαπλασιαστεί. Είναι απλό. Αν βγεις στην αγορά αναζητώντας ένα συγκεκριμένο προϊόν και τίποτα από όσα βρίσκεις δεν ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές σου, θα γυρίσεις σπίτι με άδεια χέρια. Σε μια άλλη ζωή, που σήμερα μας φαίνεται αρχαία, έψαχνες σύμφωνα με πέντε κριτήρια και δοκίμαζες όσους υποψηφίους πίστευες ότι τα πληρούσαν. Τώρα ψάχνεις με εκατό.Τα κριτήρια ποικίλλουν ανά περίπτωση και μπορεί να είναι από προβλέψιμα, όπως η εμφάνιση, το κοινωνικοοικονομικό στάτους, οι σεξουαλικές επιδόσεις και οι πολιτικές πεποιθήσεις, μέχρι λιγότερο συνηθισμένα: πόσο ψαγμένα είναι τα μαγαζιά που συχνάζει, πόσους followers έχει, τι διατροφικές συνήθειες έχει, πόσα ταξίδια κάνει τον χρόνο ή ακόμη και ποιο είναι ακριβώς το IQ του. Όσο αυξάνονται οι προδιαγραφές μας, τόσο μικραίνει η δεξαμενή των υποψηφίων. Αλλά ακόμη κι αν τελικά προκριθούν τρεις στην επόμενη φάση, δεν αρκεί φυσικά να πληρούν τα δικά σου στάνταρ. Πρέπει κι εσύ να πληροίς τα δικά τους. Γιατί δεν επιλέγουμε μόνο. Πρέπει να μας επιλέξουν και οι άλλοι.
Εν τω μεταξύ, οι εποχές άλλαξαν, οι αντρικές ψευδαισθήσεις κατέρρευσαν με πάταγο και οι γυναίκες άρχισαν να έχουν την «εξωφρενική» απαίτηση να ζητούν περισσότερα. Μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες, ήταν αρκετό ένας άντρας να ανταποκρίνεται σε ελάχιστα κριτήρια: να έχει μια δουλειά, μια κάποια οικονομική δυνατότητα ώστε να συντηρεί την οικογένειά του, να μην έχει κάποιο πολύ εμφανές «κουσούρι» και να σου κάνει την τιμή να σε επιλέξει. Πλέον όμως ζούμε στην πρώτη εποχή για την ανθρωπότητα που οι γυναίκες επιλέγουν οι ίδιες σύντροφο, όπως μπορούν και να επιλέξουν να είναι single. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που φαινόμενα όπως οι incels και ο βούρκος της manosphere, που ξεχειλίζει μισογυνισμό, αλλά και οι dating coaches και οι διάφοροι γκουρού που προσφέρουν τις συνήθως ανεδαφικές συμβουλές τους στους άντρες απέκτησαν τεράστια απήχηση. Ξαφνικά, οι γυναίκες έχουν απαιτήσεις. Περιμένουν το bare minimum, δηλαδή: στοιχειώδεις τρόπους, επικοινωνία, σεβασμό και μια ανθρώπινη επαφή ως ισότιμα μέλη μιας σχέσης. Και όταν ακόμα κι αυτά αποδεικνύονται δυσεύρετα, ο πήχης ανεβαίνει ακόμη περισσότερο.
Υπάρχει ένα meme που έγινε viral τα προηγούμενα χρόνια στο ίντερνετ και απεικονίζει μια γάτα να κοιτάζει έξω από ένα παράθυρο, γκρινιάζοντας για τη μοναξιά και την απομόνωσή της. Όταν όμως ένας άνθρωπος απλώνει το χέρι του για να τη χαϊδέψει, εκείνη γυρίζει θυμωμένη και του λέει: «Μη με αγγίζεις, γαμώτο!». Ένα εξαιρετικά δημοφιλές αστείο με το οποίο ταυτίστηκαν πολλοί άνθρωποι που λαχταρούν τη συναισθηματική σύνδεση, ενώ ταυτόχρονα δυσκολεύονται με την επαφή. Μόνο που το σκίτσο αδικούσε τη γάτα, παρουσιάζοντάς την ως μυγιάγγιχτη. Γιατί μπορεί το πρόβλημα να μην ήταν ότι δεν ήθελε να την χαϊδέψουν, αλλά ότι δεν ήθελε να την αγγίξει αυτό το χέρι ή ότι δεν ήθελε να την αγγίξει με αυτόν τον τρόπο. Αν την άγγιζε το σωστό χέρι, ίσως να μην αντιδρούσε καθόλου. Κάπως έτσι λειτουργεί και η δική μας δυσκολία να συνδεθούμε. Κι εδώ βρίσκεται ίσως η απάντηση στο αρχικό ερώτημα, γιατί τόσοι μόνοι δεν συναντιούνται. Το θέμα δεν είναι απαραίτητα ότι φοβόμαστε να έρθουμε κοντά. Είναι ότι η απόσταση ανάμεσα στον έναν και τον άλλον έχει μεγαλώσει τόσο, λόγω των προδιαγραφών που θέτουμε και της διαρκούς αναζήτησης του «καλύτερου», που για να συναντηθούν δύο άνθρωποι πρέπει πλέον να διανύσουν πολύ μεγαλύτερη απόσταση.
Ένα άλλο μεγάλο ζήτημα, που συχνά παραβλέπουμε, είναι ότι η σχέση κοστίζει, και υλικά και συναισθηματικά. Πρόκειται για επένδυση υψηλού ρίσκου με αβέβαιη απόδοση. Απαιτεί χώρο, χρόνο και χρήμα. Το να λαμβάνεις υπόψη σου έναν άλλον άνθρωπο, να τον εντάσσεις στη ζωή σου, να υπολογίζεις τις ανάγκες και τις επιθυμίες του, να επενδύεις, απαιτεί κόπο, ειδικά με τους αγχωτικούς ρυθμούς του σήμερα και την οικονομική ανασφάλεια. Το να είσαι με κάποιον κοστίζει και σε χρήμα, εκτός κι αν είσαι ικανοποιημένος με τις μπίρες στο παγκάκι. Και απαιτεί και μια προσπάθεια που αν δεν είσαι διατεθειμένος να καταβάλλεις, προτιμάς μία από τις πολύ πιο ξεκούραστες χίλιες και μία εκδοχές του «κάτι σαν σχέση» που ανέφερα πριν.
Υπάρχουν, φυσικά, και άνθρωποι που συνειδητοποιημένα δεν θέλουν να έχουν σύντροφο, ακριβώς επειδή δεν θέλουν να επωμιστούν όλα όσα συνεπάγεται μια σχέση: τις υποχρεώσεις, τις υποχωρήσεις, τους συμβιβασμούς, τις απαιτήσεις, τις προσδοκίες, την πίεση ή και την καταπίεση αλλά και όλα τα «αρνητικά» που παίρνεις πακέτο αν είσαι άτυχος – ή το ταίριασμα δεν ήταν και το πιο ιδανικό ή σου δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από όσα λύνει. Κάτι που, ας μην κοροϊδευόμαστε, συνήθως είναι ο κανόνας.
Το παράδοξο, λοιπόν, δεν είναι ότι όλοι ψάχνουν και κανείς δεν βρίσκει. Όταν δεν ψάχνουμε όλοι το ίδιο, όταν δεν έχουμε τα ίδια κριτήρια, όταν οι απαιτήσεις μας δεν συμπίπτουν εύκολα με αυτές των άλλων, όταν δεν θέλουμε όλοι να συνδεθούμε με τον ίδιο τρόπο και, κυρίως, όταν δεν είμαστε όλοι διατεθειμένοι να πληρώσουμε το τίμημα για να αποκτήσουμε αυτό που θέλουμε, αυτό δεν είναι και τόσο παράδοξο. Το ερώτημα είναι αν είμαστε έτοιμοι να απεμπλακούμε από τη δίνη των φαινομενικά αμέτρητων επιλογών που έχουμε μάθει να κρατάμε ανοιχτές και από τη λογική του καταλόγου delivery. Ίσως τελικά το ερώτημα «γιατί δεν βρίσκω σχέση;» να μην έχει να κάνει μόνο με το αν υπάρχει κάποιος εκεί έξω για εμάς, αλλά και με το αν, όταν εμφανιστεί μπροστά μας, θα σταθούμε για ένα λεπτό ή θα βιαστούμε να κάνουμε swipe left. Η γάτα του meme δεν πρόλαβε ποτέ να δει ποιο χέρι την άγγιξε. Αντέδρασε αυτόματα λόγω κεκτημένης ταχύτητας. Ίσως, αν δεν έκανε αμέσως swipe, να προλάβαινε να δει ποιος ήταν.