ΘΥΜΑΜΑΙ ΠΟΛΥ ΚΑΘΑΡΑ τη στιγμή που συνειδητοποίησα πως ίσως να μη γινόμουν ποτέ μητέρα. Ήταν στη διάρκεια μιας σαλπιγγογραφίας. Το δωμάτιο εξέτασης θύμιζε μισοφωτισμένο ψυγείο, όλο inox επιφάνειες και κρυφούς φωτισμούς. Πάνω δεξιά υπήρχε μια ασημένια εικόνα της Παναγίας. Ούρλιαζα τόσο δυνατά που μπορούσα να ακούσω τον ήχο της φωνής μου να επιστρέφει σαν αντίλαλος ξανά και ξανά.
Στον δρόμο για το γραφείο –γιατί ήμουν τόσο αφελής που είχα πάει εκεί μόνη μου σε ένα διάλειμμα από τη δουλειά–, κλαίγοντας ανάμεσα σε παρκαρισμένα αμάξια και λακκούβες σε έναν παράδρομο στο Χολαργό, σκεφτόμουν τη διαφάνεια που μου είχε δείξει ο γιατρός. Οι σάλπιγγές μου δεν ήταν ακριβώς βουλωμένες αλλά ήταν σαν κορδελάκια – θύμιζαν πατημένες σερπαντίνες στις Απόκριες.
Να και κάτι που δεν σου λέει κανείς: αυτοί που θέλουν και δεν μπορούν να κάνουν παιδιά είναι πολλοί, πολλοί περισσότεροί απ’ όσους νόμιζα εγώ τουλάχιστον.
Κάποιος θα μπορούσε να γράψει ένα διήγημα ή κι ένα μυθιστόρημα, με μια γυναίκα να περιφέρεται άσκοπα στους διαδρόμους μιας κλινικής υπογονιμότητας ή, όπως λέγεται πιο κομψά, μιας μονάδας υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Η δική μας ήταν σε ύφος ρετρό-παραδοσιακό. Οι τοίχοι, γεμάτοι από το πάτωμα ως το ταβάνι με φωτογραφίες μωρών, μια ταπετσαρία τρόμου που ξεδιπλωνόταν από διάδρομο σε διάδρομο και από δωμάτιο σε δωμάτιο: δίδυμα και τρίδυμα ντυμένα με παστέλ βαφτιστικά ή στολές ομάδων και αφιερώσεις «Γιατρούλη μου, σε ευχαριστούμε που μας έφερες στη ζωή. Τα διδυμάκια Ευθύμιος-Ραφαήλ και Μαρία Τσαμπίκα». Τα μωρά δίπλα σε εικονίτσες και φωτογραφίες αγίων και μητροπολιτών, προεκλογικά φυλλάδια και καδραρισμένα δημοσιεύματα με τίτλους όπως «Η πρώτη παρένθετη γιαγιά στα 87. Γέννησε την εγγονούλα της». Όλα αυτά εν μέσω συνωστισμού –στα γκισέ, στα εξεταστήρια, στους διαδρόμους– όρθιοι, ο ένας μετά τον άλλον, σαν να ήμασταν χαμένοι μεταξύ μητρώου και πρωτόκολλου στην εφορία.
Να και κάτι που δεν σου λέει κανείς: αυτοί που θέλουν και δεν μπορούν να κάνουν παιδιά είναι πολλοί, πολλοί περισσότεροί απ’ όσους νόμιζα εγώ τουλάχιστον.
Δεν υπάρχει καμία δικαιοσύνη στη γονιμότητα. Θυμίζει λοταρία. Μπορεί να μείνεις έγκυος κατά λάθος στα 44, μπορεί να μπεις σε πρόωρη εμμηνόπαυση στα 33. Δεν υπάρχει γιατί. Γιατί έτσι. Εγώ αντιμετώπισα την εξωσωματική σαν να συνέβαινε σε κάποιον άλλον, σαν να ήταν ένα πρότζεκτ στη δουλειά. Σκέφτηκα να μετρήσω τις ενέσεις ή τα χάπια, να βγάλω φωτογραφία τη μελανιασμένη κοιλιά μου σαν κάποιο hip project, αλλά βαρέθηκα.
Την ημέρα που μπήκα να κάνω την εμβρυομεταφορά συνειδητοποίησα πως στους τοίχους του δωματίου υπήρχε μόνο ένας πίνακας με φελλό. Πάνω ήταν καρφιτσωμένα δεκάδες κομποσκοίνια και εικόνες αγίων. Τα έβγαλα βιαστικά φωτογραφία προτού μπει μέσα ο γιατρός και ξαπλώσω: πρώτα αυτά, και μετά την θέα στη Μεσογείων.
Στην αναμονή έξω από το λογιστήριο περιμέναμε μαζί με κάτι Ρουμάνους. Κάναμε πλάκα ότι μπορεί να γεννήσω κατά λάθος το παιδί του Ρουμάνου, και μετά τραγουδούσαμε πολύ σιγά και λίγο κοροϊδευτικά ένα τραγούδι της Λένα Πλάτωνος: «Πόσο μ’ αρέσει ν’ ακούω τους ανθρώπους ν’ ανεβαίνουν με τ’ ασανσέρ / Και να μιλάνε ρουμάνικα / Εμιγκρέδες της Ρουμανίας / Πιθανότητες ευτυχίας / Στην περιοχή της Αμερικάνικης Πρεσβείας».
Εννιά μήνες μετά γεννήθηκε ο γιος μας.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO