ΑΝ ΔΟΥΜΕ ΤΟ ΕΥΡΥΤΕΡΟ ΠΛΑΙΣΙΟ των ελληνοτουρκικών σχέσεων, το 2026 δεν θα πρέπει να θεωρηθεί αποκομμένο από την πρότερη ιστορία της διμερούς διελκυστίνδας Αθηνών και Άγκυρας. Αρκεί να γυρίσει κάποιος το ημερολόγιο μισό αιώνα πίσω, για την ακρίβεια στον Ιανουάριο του 1976. Εκείνο το έτος, η Ελλάδα και η Τουρκία ξεκίνησαν διμερείς συνομιλίες στη Βέρνη της Ελβετίας για τα θέματα του Αιγαίου.
Τι είχε προηγηθεί; Μερικούς μήνες νωρίτερα, τον Μάιο του 1975, είχε συμφωνηθεί το Κοινό Ανακοινωθέν των Βρυξελλών μεταξύ του Έλληνα Πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Τούρκου Προέδρου Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ (στο οποίο είχαν καταλήξει οι δύο ηγέτες κατά τη συνάντησή τους στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ). Το ανακοινωθέν «άνοιγε» τον δρόμο για τη σύνταξη συνυποσχετικού με σκοπό την παραπομπή της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.
Στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, ο χρόνος έχει σταματήσει στη δεκαετία του 1970 και οι κρίσεις (μικρές, μεσαίες ή μεγαλύτερες) που περιοδικά σημειώνονται επαναφέρουν τους πάντες στη γενέθλια μήτρα των προβλημάτων. Η Άγκυρα μένει αμετακίνητη και απλώς μετακινεί το εκκρεμές της έντασης ανάλογα με τις επιθυμίες και επιδιώξεις της.
Έχοντας γνώση όσων έχουν συμβεί έκτοτε στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, δεν αποτελεί έκπληξη η υπαναχώρηση της Άγκυρας από εκείνη τη δέσμευση. Η Τουρκία ήθελε να αποφύγει την αποσύνδεση των υπόλοιπων διμερών διαφορών (όπως τουλάχιστον αυτή τις αντιλαμβάνεται) από το θέμα της υφαλοκρηπίδας και αργότερα χαρακτήρισε την προσφυγή στη Χάγη ως μία από τις μεθόδους, όχι την αποκλειστική μέθοδο, για την οριοθέτηση. Επιπλέον, πάλι εντός του 1976, οι δύο πλευρές κατέληξαν στην υπογραφή του περίφημου «Πρακτικού της Βέρνης», το οποίο ανέφερε μεταξύ άλλων ότι οι δύο χώρες θα πρέπει να απέχουν από κάθε πράξη ή πρωτοβουλία, σχετικά με την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας, «η οποία θα μπορούσε να παρενοχλήσει τη διαπραγμάτευση».
Ερχόμενοι στο σήμερα, πολλοί θα αναρωτηθούν για ποιον λόγο πρέπει να ασχολούμαστε σήμερα με ό,τι συνέβη πριν από 50 χρόνια. Ο λόγος είναι απλός. Δυστυχώς, τόσο στο Αιγαίο Πέλαγος όσο και στην Ανατολική Μεσόγειο (το δεύτερο, αλλά απόλυτα συνδεδεμένο με το πρώτο, μέτωπο των ελληνοτουρκικών διαφορών) δεν έχει αλλάξει τίποτα σε σχέση με τη συμπεριφορά της Τουρκίας. Η πρόσφατη υπόθεση των τουρκικών θαλασσίων πάρκων στο Βορειοανατολικό Αιγαίο και στην περιοχή του Καστελλόριζου, καθώς και οι τουρκικές αντιδράσεις επί των ελληνικών ειδικών χωροταξικών πλαισίων για τον τουρισμό και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας επιβεβαιώνουν αυτό που όλοι οι παρατηρητές των ελληνοτουρκικών σχέσεων γνωρίζουν: δεν υπάρχει περίπτωση η Άγκυρα να αποδεχθεί κινήσεις εκ μέρους της Αθήνας που θα μπορούσαν, έστω κατ’ ελάχιστον, να θέσουν εν αμφιβόλω τις διεκδικήσεις της.
Ήταν προφανές ότι η Άγκυρα θα απαντούσε στην ανακήρυξη ελληνικού θαλασσίου πάρκου στο Αιγαίο, όπως ήταν προφανές ότι και η Διακήρυξη των Αθηνών, που συμβόλισε την πολιτική των «ήρεμων νερών», θα ήταν βραχείας διαρκείας. Στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, ο χρόνος έχει σταματήσει στη δεκαετία του 1970 και οι κρίσεις (μικρές, μεσαίες ή μεγαλύτερες) που περιοδικά σημειώνονται επαναφέρουν τους πάντες στη γενέθλια μήτρα των προβλημάτων. Η Άγκυρα μένει αμετακίνητη και απλώς μετακινεί το εκκρεμές της έντασης ανάλογα με τις επιθυμίες και επιδιώξεις της.
Με δεδομένα τα παραπάνω, είναι θετικό που εσχάτως η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εξωτερικών αναγνωρίζει ότι η «πολιτική των ήρεμων νερών» ήταν ουσιαστικά μία μέθοδος για να κερδηθεί χρόνος και όχι μία κίνηση που θα οδηγούσε στην επίλυση των προβλημάτων στη ρίζα τους. Αρχικά όμως καλλιεργήθηκαν μάλλον ανεδαφικές προσδοκίες που συγκρούστηκαν με τη σκληρή πραγματικότητα της άτεγκτης τουρκικής στάσης. Η νέα δομή συζητήσεων (πολιτικός διάλογος, θετική ατζέντα, Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης) δεν ήταν άλλωστε νέα. Παραμένει η ίδια εδώ και χρόνια, με ελάχιστες (ονοματολογικές κυρίως) παραλλαγές.
Στην τρέχουσα συγκυρία, καμία από τις δύο πλευρές δεν επιθυμεί κάποια ουσιαστική πρόοδο στα θέματα «σκληρής πολιτικής». Πρόκειται για έναν διπλωματικό «πόλεμο τριβής», που συνήθως εξαντλείται σε ηχηρές ανακοινώσεις και ανταλλαγές διαβημάτων και ρηματικών διακοινώσεων. Την τελευταία φορά που τα πράγματα βγήκαν εκτός ελέγχου ήταν με την κρίση του Ορούτς Ρέις το καλοκαίρι του 2020 – όταν η Άγκυρα μετακίνησε το εκκρεμές της έντασης. Θα μπορούσε αυτό να επαναληφθεί; Φυσικά και θα μπορούσε, ιδιαίτερα αν η υπόθεση του καλωδίου Great Sea Interconnector προκαλέσει κλιμάκωση.
Προς το παρόν, οι λεκτικές αντιπαραθέσεις μπορεί και να βολεύουν τις δύο κυβερνήσεις για να σκοράρουν εύκολους πόντους στο εσωτερικό πολιτικό παίγνιο, εμφανιζόμενες έτοιμες να λάβουν σκληρές αποφάσεις, ενώ διατηρούν αναλλοίωτες τις θέσεις τους. Αν όμως η Άγκυρα εκτιμά ότι θα μπορούσε να υπάρξει πολιτική αστάθεια στην Ελλάδα λόγω των εκλογών σε μία περίοδο που η ίδια βλέπει τις διεθνείς μετοχές της ανεβασμένες, όσοι στην Αθήνα κινούνται σε αυτήν τη γραμμή ίσως να έπρεπε να το ξανασκεφθούν. Όποιος παίζει με τα σπίρτα, μπορεί κάποια στιγμή και να καεί…