Στις 23 Νοεμβρίου 2025, είχαμε αναδείξει με ρεπορτάζ μας στον «Φιλελεύθερο» τις πρώτες κινήσεις του τουρκικού καθεστώτος και μερίδας «ιδιοκτητών» χωραφιών στο κατεχόμενο Ορνίθι, κοντά στην Άσσια και στην Αφάνεια –στον τόπο, δηλαδή, όπου είχε γίνει η μαζικότερη δολοφονία άμαχων Ελληνοκυπρίων την περίοδο της τουρκικής εισβολής του 1974–, ώστε να μετατραπεί ο τόπος σφαγής και ανεύρεσης των λειψάνων 70 περίπου αγνοουμένων (52 από αυτούς ήταν κάτοικοι Άσσιας και 18 κάτοικοι άλλων κοινοτήτων) σε μεγαλεπήβολο «οικιστικό πρότζεκτ».
Δέκα μήνες μετά, και παρά τις δημόσιες εκκλήσεις που είχαν γίνει τον προηγούμενο Δεκέμβριο προς τον Τουφάν Ερχιουρμάν από το Κοινοτικό Συμβούλιο Άσσιας αλλά και από συγγενείς των ηρώων, για «σεβασμό στους νεκρούς και στην Ιστορία», όχι μόνο δεν σταμάτησε η οικοπεδοποίηση και η «ανάπτυξη» του τόπου του μαρτυρίου, αλλά, όπως αποκαλύπτει σήμερα το «Down Town» με επιτόπιο ρεπορτάζ του και φωτογραφίες από την περιοχή, ήδη έχει ανεγερθεί το πρώτο σπίτι, ακριβώς δίπλα σε ένα από τα πηγάδια – εκεί όπου «πετάχτηκαν» οι 70 άμαχοι, τον Αύγουστο του 1974.
Το νεόδμητο σπίτι –και αφετηρία των όσων ακολουθήσουν, προφανώς– βρίσκεται λίγα μέτρα πίσω από εκείνο που ήδη είχε ανεγερθεί πριν από μερικά χρόνια, στα δεξιά του παλαιού δρόμου που οδηγούσε κάποτε προς την Αμμόχωστο περνώντας από την Τύμπου (εκεί όπου βρίσκεται σήμερα το παράνομο αεροδρόμιο των Κατεχομένων), δίπλα από τον παλιό χωματένιο μικρό δρόμο που πλέον έχει ασφαλτοστρωθεί και οδηγεί στα παλιά πλινθόκτιστα σπίτια του εγκαταλελειμμένου μικρού χωριού Ορνίθι. Στους έτοιμους να καταρρεύσουν από τη φθορά τοίχους τους, αλλά και στους κορμούς κάποιων φοινίκων, οι τρύπες από τις σφαίρες γύρω γύρω μαρτυρούν τους πανηγυρισμούς των Τούρκων στρατιωτών έπειτα από το μαζικότερο έγκλημα κατά άμαχων Ελληνοκυπρίων το 1974.
«Έλεγε ο Τούρκος λοχίας: “Τους σκοτώσαμε! Και αυτούς που χαροπάλευαν τους πετάξαμε μέσα στα πηγάδια! Αργότερα, ο διοικητής μάς μίλησε στον ασύρματο: “Διαταγή εξετελέσθη. Τους φορτώσαμε στο τραίνο!”»
Tα αμείλικτα ερωτήματα και οι εκκλήσεις των Ασσιωτών
Με αφορμή την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί, τα ερωτήματα είναι πολλαπλά. Σε ποιον ανήκαν παλιά τα συγκεκριμένα χωράφια, σε ποιον δόθηκαν –ή «πουλήθηκαν»– σήμερα και για ποιον λόγο; Ποιος έδωσε την «άδεια» για τσιμεντοποίησή τους, ειδικά σε μια περιοχή χωρίς συγκροτημένο οικιστικό ιστό, και ενώ, ακόμη και σήμερα, υπάρχουν μαρτυρίες πως δεν μετακινήθηκαν όλα τα οστά των αγνοουμένων στο Δίκωμο κατά το 1995-1996;
Ποιος είναι πεπεισμένος πως ανευρέθηκαν όλα τα οστά των 70 δολοφονημένων στο Ορνίθι το 2009 κατά την εκταφή που διενήργησε η Διερευνητική Επιτροπή για τους Αγνοούμενους, αφού για 63 ανθρώπους, όπως ανέφερε σε συνέντευξή του στο «Sigma» το 2015 ο Ασσιώτης Γιάννος Δημητρίου (σήμερα μέλος της Επιτροπής Συγγενών Αγνοουμένων Άσσιας), «τα ευρήματα αποτελούνται από μικρά τεμάχια-θραύσματα οστών και τα υπόλοιπα δεν γνωρίζουμε πού βρίσκονται»; Γιατί –και από ποιους–τοποθετήθηκαν επάνω σε στύλους δέκα περίπου κάμερες «επιτήρησης» ώστε να καταγράφουν όποιον περνά από το μικρό δρομάκι, δίπλα από τα πηγάδια και τις (επόμενες) οικοδομές; (Ποιος φοβάται ποιον;) Και, κυρίως, γιατί ο Τουρκοκύπριος ηγέτης κωφεύει στις εκκλήσεις των συγγενών των δολοφονημένων Ασσιωτών και στο θέμα της «εξαφάνισης» κάθε ιστορικού τεκμηρίου;
Όπως διαφαινόταν ήδη από το περσινό ρεπορτάζ μας, η οικοδόμηση προχώρησε, και εκεί όπου, υπό άλλες συνθήκες, θα είχε χτιστεί μνημείο τιμής και «υπενθύμισης», θα ξεκινούσε η «ανάπτυξη». Σκεπάστηκαν οι μεγάλοι λάκκοι που άφησαν οι εκσκαφείς το 2009 κατά την προσπάθεια ανεύρεσης των λειψάνων, κυρίως σε δύο πηγάδια αλλά και στον χώρο περιμετρικά τους, το έδαφος έγινε επίπεδο και ρίχτηκαν τα πρώτα μπετά. Η διαφορά είναι πως η μεγάλη ταμπέλα-διαφήμιση «Ornithi Project» στραμμένη προς τον δρόμο αφαιρέθηκε. Ωστόσο, παρέμεινε η ένδειξη «for sale / satilik», τα τηλέφωνα επικοινωνίας για τους ενδιαφερόμενους και το όνομα της εταιρείας που φέρει την ευθύνη του μελλοντικού οικιστικού πρότζεκτ, η λεγόμενη Ornithi Enterprises. Κάποιοι, όπως γράφαμε και στο περσινό μας ρεπορτάζ, ίσως σκεφτούν απλοϊκά: «Και θα μπορούν οι μελλοντικοί αγοραστές των νεόκτιστων σπιτιών να “συμβιώνουν” με οστά δολοφονημένων στο υπέδαφος, αφού παραμένει το –βασανιστικό– ερώτημα αν έχουν εντοπιστεί όλα τα λείψανα;». Και ποιος, άραγε, θα τους πει την Ιστορία;
Η μαζική εκτέλεση των άμαχων Ασσιωτών
21 Αυγούστου 1974. Είναι η μέρα κατά την οποία γίνεται η μαζική εκκαθάριση της Άσσιας από τον τουρκικό στρατό και οδηγούνται βίαια όλοι οι κάτοικοι στην κεντρική πλατεία, μπροστά από την εκκλησία του Τιμίου Προδρόμου (σημερινό τζαμί). Από αυτούς, γίνεται διαχωρισμός των γυναικόπαιδων και των γηραιότερων από τους νεότερους άνδρες, οι οποίοι οδηγούνται, τελικά, στο Γκαράζ Παυλίδη, στη Λευκωσία.
Στο βιβλίο του Roni Alasor, «Διαταγή: Εκτελέστε τους αιχμαλώτους» (εκδόσεις Καστανιώτη, 2002), δημοσιοποιούνται επίσημα, για πρώτη φορά και με λεπτομέρειες από αυτόπτη μάρτυρα, όσα θα συνέβαιναν λίγο αργότερα, κατά τη μεταφορά των 70 και πλέον άμαχων ανδρών από το Γκαράζ Παυλίδη πίσω στη Μεσαορία, με ανατριχιαστικά ρεαλιστικό τρόπο, χαρακτηριστικό της βαρβαρότητας των Τούρκων αξιωματούχων που έδρασαν στην περιοχή τον Αύγουστο του 1974: «Μετά από διαταγή του διοικητή μας, Μεχμέτ Γκιουνγκιορμούς –ή Γκιουνγκιορέν–, τους φορτώσαμε στα στρατιωτικά οχήματα της μοίρας μας. Οι Αξιωματικοί τούς πήραν τα χρήματα, τα ρολόγια, τις αλυσίδες που είχαν πάνω τους. Μερικοί ικέτευαν κλαίγοντας. Ο διοικητής μας, ο οποίος ήταν τότε ταγματάρχης και αργότερα έγινε αντισυνταγματάρχης, δοκίμασε να τους καθησυχάσει, όχι από συμπόνια, αλλά μάλλον για να μην τον ενοχλούν με τις ικεσίες τους, λέγοντας: “Μην κλαίτε, θα σας πάμε στα παιδιά σας”.
Ανάμεσα στους αιχμαλώτους, υπήρχαν και μερικοί που ήξεραν τουρκικά. Απ’ ό,τι έλεγαν, αυτούς θα τους έστελναν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης αιχμαλώτων της Λευκωσίας. Γι’ αυτό τους επιβίβασαν σε τρία στρατιωτικά οχήματα ξεχωριστά από τους άλλους. Σε έλεγχο που κάναμε στα σπίτια του χωριού δεν βρήκαμε κανένα είδος όπλο. Σε λίγες μέρες, με τη δικαιολογία ότι δεν υπήρχε χώρος στο στρατόπεδο συγκέντρωσης που είχαν μεταφέρει τους αιχμαλώτους, έφεραν πίσω στη μονάδα μας περίπου 70-80 Ελληνοκύπριους. Τότε βρισκόμασταν στην Αγυά. Εγώ, λόγω ειδικότητας, ήμουν κοντά στη σκηνή του διοικητή. Εκεί άκουσα συνομιλίες που έκανε μέσω ασυρμάτου ο διοικητής της μοίρας μας με τους ανωτέρους του. Ο διοικητής μας τους ρωτούσε “τι να κάνει τους αιχμαλώτους”. Ήταν ένα πρόβλημα για τη μονάδα. Και η διατροφή τους αλλά, το κυριότερο, η φύλαξή τους. Η εντολή που πήρε ήταν η εξής: “Φορτώστε τους στο τραίνο!”. Όποιος άκουσε, αμέσως κατάλαβε ότι αυτό σήμαινε: “Εκτελέστε τους αιχμαλώτους!”. Όλοι ήξεραν ότι στην Κύπρο δεν υπάρχουν σιδηροδρομικές γραμμές, ούτε τραίνα […] Το πρωί της επόμενης μέρας, ο διοικητής κάλεσε τον Μπιλάλ Γιλμάζ – αυτός ήταν ένας ρατσιστής και βάρβαρος λοχίας. Φώναξε κι εμένα, γιατί ήμασταν στην ίδια ομάδα. Μας πλησίασε ο λοχαγός, Ερτζάν Σαντίκ, και μας ρώτησε αν είμαστε παντρεμένοι ή όχι. Όταν εγώ απάντησα ότι είμαι παντρεμένος, με διέταξε να κατέβω. Έτσι, δεν πήγα μαζί τους.
Ο λοχαγός, μαζί με τον Μπιλάλ Γιλμάζ και τον υπαξιωματικό Μουχαμέρ, πήραν τους αιχμαλώτους και τους οδήγησαν σε μια περιοχή που είχε τρία πηγάδια. Τα μάτια και τα χέρια τους ήταν δεμένα. Οι δικοί μας κρατούσαν αυτόματα Τόμσον. Το μέρος με τα τρία πηγάδια ήταν κοντά στα χωριά Αφάνεια και Τύμπου, κάτω από τον δρόμο. Τους αιχμαλώτους τους οδήγησαν εκεί. Σε λίγο ακούστηκαν ριπές και πυροβολισμοί […] Μετά από αυτά, ο Γιλμάζ ήρθε με ένα συνωμοτικό αλλά αυτάρεσκο ύφος και μου περιέγραψε την εκτέλεση. Καμάρωνε λες κι έκανε κανένα κατόρθωμα. Έλεγε: “Τους σκοτώσαμε, και αυτούς που χαροπάλευαν τους πετάξαμε μέσα στα πηγάδια! Να ήσουν από μια μεριά να ’βλεπες πώς ρίξαμε έναν χοντρό Ρωμιό στο πηγάδι. Έφθασε κατευθείαν στον πάτο. Ξέρεις τι πάταγο έκανε; Είχε μεγάλη πλάκα, το ευχαριστήθηκα!”. Αργότερα, ο διοικητής μάς μίλησε στον ασύρματο: “Διαταγή εξετελέσθη. Τους φορτώσαμε στο τραίνο!”».
«Μέσα στα πηγάδια έριχνα ακόμα κι αυτούς που ήταν τραυματίες!»
Τα ευρήματα κατά την εκταφή που διενήργησε η Διερευνητική Επιτροπή για τους Αγνοούμενους στο Ορνίθι, το 2009, παρά την τουρκική προσπάθεια απόκρυψης του εγκλήματος –κυρίως μέσω της μετακίνησης των οστών από το Ορνίθι στο Δίκωμο, κατά το 1995-1996, προκειμένου να εξαφανιστούν τα ίχνη του εγκλήματος, σε χώρο ο οποίος παλιά χρησίμευε ως σκυβαλότοπος–, έχουν επιβεβαιώσει την εγκυρότητα της συγκεκριμένης μαρτυρίας, καθώς και άλλων μαρτυριών που κατείχε η Διερευνητική Επιτροπή, αφού η «επιχείρηση απόκρυψης των τεκμηρίων» δεν φαίνεται να πέτυχε πλήρως, με αποτέλεσμα να παραμείνουν «υπολείμματα οστών» στο Ορνίθι που μαρτυρούσαν ακριβώς τι είχε συμβεί τον Αύγουστο του 1974.
Μία από τις πιο συγκλονιστικές λεπτομέρειες που προκύπτουν από τις μαρτυρίες αφορά την περιγραφή που έκανε ο εγκληματίας Γιλμάζ, ο οποίος είχε αναφέρει πως έριχνε «ακόμα και αυτούς που ήταν τραυματίες μέσα στα πηγάδια!», ενώ ο Ο. Σαάτ, που το 1974 υπηρετούσε στο 21ο Σύνταγμα Πυροβολικού, είχε πει: «[Μετά τις δολοφονίες] Όσοι μέναμε στην Αφάνεια, μπήκαμε σε κάποια τάξη. Εκπαιδευτής μας ήταν ο Μπιλάλ Γιλμάζ. Για γυμναστική, μας πήγαινε τροχάδην έξω από το χωριό, στην τοποθεσία που βρίσκονταν τα τρία πηγάδια. Ο λοχίας έβαζε το πόδι του πάνω στα καπάκια των πηγαδιών, που ήταν τώρα σφραγισμένα, και φώναζε: “Στρατιώτες, εδώ θάψαμε για πάντα τους εχθρούς μας, με τέτοιο τρόπο, που δεν θα μπορέσουν να ξαναγυρίσουν ποτέ!”». Στον μαρτυρικό αυτόν τόπο, ήδη ξεκίνησαν οι κατασκευαστικές εργασίες, οι επιστρώσεις και ο νέος «εξωραϊσμός», εν αναμονή των καινούργιων for sale οικοδομημάτων.
Το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για το Ορνίθι
Η βεβήλωση των οστών των αγνοουμένων μας αποτελεί ύβρη και έγκλημα ίσο –και ίσως μεγαλύτερο– του πρώτου. Είναι γι’ αυτόν τον λόγο που η περίπτωση των ομαδικών τάφων των αγνοουμένων της Άσσιας (κυρίως) στο Ορνίθι, εξετάστηκε ως «κατεπείγουσα περίπτωση καταπάτησης ανθρωπίνων δικαιωμάτων» από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στις 12 Φεβρουαρίου 2015, και έπειτα από ημίωρη συζήτηση στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου υιοθετήθηκε με το ψήφισμα P8_TA(2015)0038 / 2015 η Κοινή Πρόταση Ψηφίσματος.
Το ψήφισμα καταδίκης της Τουρκίας υπήρξε καταπέλτης: κατά τη συζήτηση, οι ευρωβουλευτές Σεσίλια Βίκστρομ (Σουηδία) και Γιόζεφ Βαϊντενχόλτσερ (Αυστρία), καταθέτοντας τις απόψεις τους, πολύ εύστοχα μίλησαν για «την κληρονομιά της Αντιγόνης» και το «απαραβίαστο ανθρώπινο δικαίωμα να σεβόμαστε τουλάχιστον το σώμα των νεκρών». Τόνισαν τη σημασία αυτής της κληρονομιάς και βεβαίως το αναφαίρετο δικαίωμα των συγγενών να γνωρίζουν πού έχουν ταφεί οι οικείοι τους, να έχουν πρόσβαση στον τάφο τους και να ξέρουν πώς πέθαναν. Κυρίως, επισημαίνουν πως «οι υποθέσεις δεν κλείνουν όταν έχουν αποδοθεί μόνο τμήματα σκελετικών καταλοίπων».
Πηγή: «Ο Φιλελεύθερος Κύπρου» – «Down Town» Κύπρου