ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥΠΑΙΓΜΕΝΗ αυτή η έριδα που ποτέ δεν είχε μόνο ένα «μέτωπο» γιατί είχε στο κέντρο της το τραγούδι, τη φύση του καλλιτέχνη και τη σχέση με τον λαό. Και μόνο αυτή η θερμή τριάδα «καλλιτέχνης, τραγούδι, λαός» έχει γεννήσει άπειρες παρεξηγήσεις και εντάσεις, από εκείνες τις πρώτες συζητήσεις για το ρεμπέτικο μέχρι τα σχετικά με την τραπ, τα λαϊκά, τους «έντεχνους» και τόσα άλλα. Αναφέρομαι εδώ στον τρόπο που χωριζόμαστε και εξαπολύουμε πικρά λόγια για το πού πάει το λαϊκό γούστο και ποιος καλλιτέχνης αξίζει την επιβράβευση των πολλών ή όχι. Και επειδή πολλές δεκαετίες μετά τον Εμφύλιο έφεραν βαριά τη σκιά των πολιτικών στρατοπέδων και μιας «εμπόλεμης» πολιτικότητας, το θέμα αυτό σπανίως περιοριζόταν στην αισθητική. Ξεπερνούσε πάντα το κατώφλι του τραγουδιστικού γούστου, αγγίζοντας λεπτά θέματα αξιών και πολιτικών συμβολισμών, τι συμβολίζει να ακούς αυτό ή το άλλο, να επιλέγεις τη μια συναυλία ή την άλλη.
Ας ανατρέξουμε στο πρώτο σοκ του ρεμπέτικου, στην αρχική ενόχληση των καθωσπρέπει αστών και πώς στη συνέχεια σαγηνεύτηκαν από τον Τσιτσάνη και τον Μάρκο. Ή, αργότερα, πώς συνέβη εκείνη η παράξενη εισβολή του μπουζουκιού και της πενιάς σε ποιήματα του Σεφέρη και του Ρίτσου. Και έπειτα η άλλη διένεξη, σχεδόν εφάμιλλη θρησκευτικού σχίσματος, ανάμεσα στα «ξένα» και στα δικά μας ελληνικά με τα είδωλά τους. Στρατόπεδα χτίστηκαν, οι μεγάλες διαχωριστικές γραμμές (π.χ. ελληνικά/ξένα) φιλοξενούσαν επιμέρους εστίες έντασης, λόγου χάρη αυτή ανάμεσα στους έντεχνους και στους λαϊκο-ποπ μαιάνδρους της δημοφιλούς μουσικής.
Δεν είναι όλα σχετικά ούτε ίσα και όμοια: βρίσκουμε λαϊκότητες που κοιτούν λίγο ψηλότερα και άλλες που μοιάζουν με σαπουνόφουσκες. Το ότι μας άρεσαν ή μας αρέσουν και κάποιες σαπουνόφουσκες δεν σημαίνει πως πρέπει να καταργήσουμε τα αισθητικά και πολιτικά κριτήρια.
Για να αποσοβηθούν έτσι οι εντάσεις και να ηρεμήσουν κάπως τα πνεύματα επιστρατεύουμε συχνά τον άκρατο σχετικισμό των γούστων. Λέμε: δεν έχει νόημα να κάνεις πόλεμο στο γούστο και στις επιλογές του απέναντι. Μέσα στο μωσαϊκό της απεριόριστης ποικιλίας, όλοι/-ες έχουμε δικαίωμα να συγκινούμαστε και να απολαμβάνουμε «ό,τι μας εκφράζει». Και φυσικά να απεχθανόμαστε ή να μη συμπαθούμε καλλιτέχνες, είδη, τραγούδια ή στυλ συναυλιών και κοσμικών εξόδων.
Είμαστε όμως, ως γνωστόν, κοινωνία τραγουδιστική που, παρά τις αλλαγές στον χρόνο και στα γούστα, εξακολουθεί να προβάλλει τις «ταυτότητές» της σε καλλιτέχνες. Οι μάχες περί γούστου γλιστρούν αναπόφευκτα πέρα από το αρχικό «μου αρέσει» και το «δεν μου αρέσει» αποκτώντας μεγαλύτερο βάρος, σημασία και, εννοείται, πολιτικές προεκτάσεις. Αυτό δεν συνέβη μόνο στην πρώιμη, ριζοσπαστική Μεταπολίτευση με το πολιτικό της τραγούδι, ούτε στη δεκαετία των Μνημονίων, αλλά είναι ένα σχεδόν μόνιμο χαρακτηριστικό σε μια εποχή που η μια κρίση μπλέκεται με την άλλη, η Παλαιστίνη, η Ρωσία, η Αριστερά, ο αντιφασισμός, ο ρατσισμός και τόσα άλλα. Το τραγούδι, οι συναυλίες, το νόημα ενός χαιρετισμού, ενός συνθήματος ή και μιας σιωπής και «απουσίας θέσης», όλα και το καθένα χωριστά ταράζουν την κρούστα της διασκέδασης ή εκείνο το «περνάω καλά» και τα επιφανειακά νερά των προτιμήσεών μας.
Εδώ όμως είναι που πέφτουμε στην παγίδα. Και χρειάζεται προσοχή. Πότε; Όταν κάνουμε ένα άλμα από το «ο καθένας έχει τα γούστα του» στον ισχυρισμό πως καθετί το οποίο έχει προφανώς το κοινό που το αγαπάει πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν να διαθέτει την ίδια, πάνω-κάτω, αισθητική και κοινωνική αξία. Είναι όντως μεγάλη υπόθεση οι συναισθηματικές μας ταυτίσεις μέσα από τραγούδια και καλλιτέχνες. Δεν παύει όμως να γεννούν έναν ιδιότυπο εγωισμό ακρισίας, και ένα σύνδρομο αμυντικής θωράκισης: επειδή δηλαδή κάτι μπορεί να μας συγκινεί ή να μας αρέσει, θεωρούμε πως δεν είναι ορθό και πρέπον να (κατα)κρίνεται δημοσίως. Σαν να λέμε ότι επειδή εγώ, η παρέα μου ή κάποιοι άνθρωποι που γνωρίζω και αγαπώ, απολαμβάνουμε μια μουσική ή έναν καλλιτέχνη στη σκηνή, αυτό σημαίνει πως οποιαδήποτε αρνητική κρίση για τον συγκεκριμένο καλλιτέχνη ή μια συναυλία του στρέφεται εναντίον μας, μας μειώνει ή μας προσβάλλει. Ότι, κατά κάποιο τρόπο, πρέπει να υιοθετήσουμε την άποψη πως όλες οι λαϊκότητες αξίζουν το ίδιο στη δημοφιλή μουσική γιατί αν κρίνουμε αρνητικά κάποια από αυτές, θίγουμε και πληγώνουμε και τον κόσμο που την έχει επιλέξει ή και την λατρεύει.
Όμως, αλίμονο, δεν είμαστε μόνο τα «γούστα» μας. Είμαστε και αυτά και συγχρόνως ένα κουβάρι από διαφορετικές επιδράσεις, κριτήρια και εμπειρίες. Και οι ίδιοι οι καλλιτέχνες έχουν ιστορία, αλλάζουν, μεταμορφώνονται. Η Άννα Βίσση στα είκοσί της μπορεί να τραγουδούσε σε συναυλία για την απελευθέρωση του Γιάννη Σερίφη – η ελληνική ζωή και οι δεκαετίες που πέρασαν είναι ένας μικρός κήπος των θαυμάτων (και των τεράτων).
Από την άλλη, μπορεί να μας «πιάνει» ένα απλούστατο τραγουδάκι και ο πιο χαζός στίχος. Εμείς, ας πούμε, που ακούσαμε κατεξοχήν και πολλή ξένη μουσική εκεί στα χρόνια του ’80, μπορεί και να κυκλοφορούσαμε ολόκληρη μέρα με ένα «da, da, da» στο κεφάλι ή με «you got it» και ένα «get move». Με μια-δυο φτωχές φράσεις, δυο ακόρντα, ένα ριφ, μια φρασούλα μουσική γεμίζαμε μια μέρα και μια νύχτα. Άλλοι πάλι, από δίπλα, μπορεί να είχαν στο στόμα στίχους του Καρβέλα ή κάποιου αντίστοιχου. Αυτό όμως δεν μετατρέπει τις αυτοσχέδιες τραγουδιστικές μας αισθηματολογίες σε κάτι που δεν μπορεί να το αμφισβητήσεις με άλλα, προφανώς, κριτήρια. Προφανώς, την ίδια στιγμή υπήρχαν παραδίπλα πολύ καλύτερες επιλογές, προτάσεις και εκδοχές μουσικής και αισθητικής. Θα ήταν λάθος αν αντιδρούσαμε στο αδιαμφισβήτητο γεγονός πως δεν είναι όλα ίσα κι όμοια ούτε στην κατανάλωση τέχνης. Δεν είναι το οτιδήποτε «νιώθουμε» εχέγγυο αυθεντικής λαϊκότητας που δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί της.
Με άλλα λόγια, η συζήτηση για το λαϊκό γούστο και το πώς εκφράζεται έχει και αυτή κάποιους κανόνες. Δεν τους βρίσκεις όπως έναν έτοιμο κώδικα, όμως διαισθητικά τους αντιλαμβανόμαστε. Για να πάω στο σήμερα, αυτό δεν σημαίνει ότι όσοι/-ες έτρεξαν, πλήρωσαν, παθιάστηκαν και «πέρασαν καλά» στη συναυλία της Άννας Βίσση είναι ένας μη αυθεντικός λαός που πρέπει να τον αντιπαραβάλλουμε στην πιο ευαισθητοποιημένη λαϊκότητα του κόσμου που μαζεύτηκε στο φεστιβάλ της ΚΝΕ. Πρόκειται, στην ουσία, για μη συγκρίσιμα μεταξύ τους γεγονότα. Το ένα είναι η περφόμανς ενός υψηλής εμπορικότητας ποπ-λαϊκού ειδώλου δεκαετιών. Στην άλλη περίπτωση, η διάθεση του Κομμουνιστικού Κόμματος να στηρίξει ένα οικοσύστημα της ελληνικής μουσικής ως πλουραλιστικού πεδίου. Υπάρχει εδώ σαφής πολιτική στόχευση να ενθαρρυνθεί μια λαϊκότητα με πολλαπλά ιδιώματα στο εσωτερικό της. Το γεγονός, ας πούμε, ότι στο φετινό φεστιβάλ της ΚΝΕ χώρεσε ένα τόξο μουσικών, από τον Κωνσταντίνο Βήτα ως την Πέγκυ Ζήνα (η οποία όμως εντάχθηκε σε ένα αφιέρωμα στον Μάριο Τόκα), δείχνει ότι το ΚΚΕ έχει υπερβεί από καιρό τη στερεότυπη εικονογραφία γύρω από μια πολιτικο-αγωνιστική ατζέντα. Φαίνεται να αντιλαμβάνεται τη σχέση του πολιτισμού των πολλών με διαφορετικές εκφραστικές ανάγκες και γλώσσες.
Κλείνοντας, επιστρέφω σε αυτό που μου φαίνεται πιο σημαντικό από την ανακύκλωση φαρμακερών ή λατρευτικών σχολίων στην αρένα. Τα γούστα, όντως, δεν πολιτεύονται με ορθολογισμό, ούτε με κριτήρια μουσικολογικής αξίας. Τα γούστα –και μιλώ πάντα για μουσική/τραγούδι– είναι τρόποι με τους οποίους συνυπάρχουμε μέσα σε ήχους, εικόνες και λόγια που μπορεί να κριθούν αυστηρά με κάποια κριτήρια. Δεν είναι όλα σχετικά, ούτε ίσα κι όμοια: βρίσκουμε λαϊκότητες που κοιτούν λίγο ψηλότερα και άλλες που μοιάζουν με σαπουνόφουσκες. Το ότι μας άρεσαν ή μας αρέσουν και κάποιες σαπουνόφουσκες δεν σημαίνει πως πρέπει να καταργήσουμε τα αισθητικά και πολιτικά κριτήρια. Δεν ακυρώνεται κάθε νόημα στον βωμό της καψούρας, κι ας είναι πολύ σημαντική αυτή η τελευταία στη ζωή μας.
Διότι δεν είναι όλα ένα άθροισμα προσωπικών γούστων και αυθαίρετων επιλογών. Έξω από μας υπάρχει ένας δημόσιος χώρος όπου κρίνονται κάθε φορά προτάσεις για το πώς ζούμε, χαιρόμαστε, διασκεδάζουμε. Για το πώς λυπόμαστε και με τι συγκινούμαστε. Η λύση για τον σκληρόψυχο δογματισμό που μας αλυσοδένει σε απόλυτες αλήθειες δεν είναι ένας τάχα δημοκρατικός σχετικισμός όπου όλοι και όλα δικαιώνονται. Το άλμα από το ένα στο άλλο είναι απλώς η αδυναμία μας να σκεφτούμε πως ο κόσμος δεν είναι προέκταση των βιωμάτων μας.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.