ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΠΟΛΥ πρόσφατα, είχε κανείς την εντύπωση ότι, πέρα από τις σπασμωδικές αντιδράσεις γνωστών κύκλων, ότι το Pride της Αθήνας ήταν πλέον θεσμός, καθεστώς, mainstream, ετήσια ρουτίνα. Ότι, όσο κι αν καταρρέουν τριγύρω αυτά που θεωρούσαμε στοιχειώδη και αυτονόητα, ότι δεν αντιμετωπίζει «υπαρξιακό» κίνδυνο, ότι η βιωσιμότητά του είναι δεδομένη.
Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα, όπως «πανηγυρικά» φάνηκε φέτος, τόσο από την άρνηση της ΣΤΑΣΥ να αναρτήσει την αφίσα του Athens Pride στους χώρους προβολής διαφημιστικών μηνυμάτων του μετρό όσο και με το πρωτοφανές – ακόμα και για τα ψηφιακά δεδομένα – κύμα μίσους που ξεχύθηκε στο διαδίκτυο κατά της εκδήλωσης αλλά και της ΛΟΑΤΚΙ + κοινότητας συνολικά. Κατά των ανθρώπων μας, των γνωστών μας, των φίλων μας. Η οσμή από αυτό το τόσο αναγνωρίσιμο πλέον, χαρμάνι ομοφοβίας, ρατσισμού, σκατοψυχίας και νεοσκοταδισμού που βαραίνει την ατμόσφαιρα, γίνεται όλο και πιο έντονη. Γίνεται καθημερινή. Αυτή είναι το mainstream, όχι το Pride.
Ακόμα κι ένα περιορισμένο, ένα «γονατισμένο» Pride, δεν παύει να αποτελεί μέγιστη και πολλαπλή απειλή για τις ευαισθησίες της ηθικής πλειοψηφίας και τους οπαδούς του δόγματος «Κάντε ό,τι θέλετε στο κρεβάτι σας, αλλά μη μας προκαλείτε».
Υποθέτω ότι η παρέλαση/πορεία θα είχε τον γνωστό της παλμό, αλλά το βράδυ του Σαββάτου που πέρασα από το Σύνταγμα, οι δρόμοι γύρω από το Σύνταγμα ήταν έρημοι με το κοινό της εκδήλωσης να βρίσκεται «περιφραγμένο» μέσα στην πλατεία. Η μουσική ακουγόταν, όμως το vibe, το χρώμα, η ελευθερία, η γιορτή έμεναν αποκλεισμένα στο προκαθορισμένο «πεδίο επιτήρησης» χωρίς να διαχέονται στους γύρω δρόμους, όπως συμβαίνει στα Pride άλλων μητροπόλεων.
Όχι ότι δεν αντιμετωπίζουν κι εκείνα, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, αντίστοιχα προβλήματα χρηματοδότησης, χορηγιών, συνεργασιών, χώρια πάντα από τις επιθέσεις των απανταχού σταυροφόρων του σκότους που δίνουν την εντύπωση ότι βγήκαν ξαφνικά όλοι μαζί από τις τρύπες τους.
Όπως δήλωσε η οργανωτική επιτροπή του Athens Pride στην Εφημερίδα των Συντακτών, φέτος οι παράλληλες εκδηλώσεις της εκδήλωσης, που δεν χρηματοδοτείται από το κράτος, την Περιφέρεια ή τον δήμο, δεν ξεπέρασαν τις 25, ενώ προηγούμενες χρονιές είχαν φτάσει τις 70: «Πολλές εταιρείες δεν εντάσσουν στον πυρήνα της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης πολιτικές για τη συμπερίληψη και την ισότητα. Το αποτέλεσμα είναι μειωμένοι προϋπολογισμοί, περικοπές και μειωμένη ή μηδενική στήριξη. Ταυτόχρονα τα τελευταία χρόνια έχουμε θέσει κριτήρια ως προς τη συμμετοχή των εταιρειών για τη διασφάλιση της εναρμόνισης με τις αξίες μας και αποφυγή του pinkwashing. Ο συνδυασμός των παραπάνω μας έχει επηρεάσει σημαντικά».
Ακόμα όμως κι ένα περιορισμένο, ένα «γονατισμένο» Pride, δεν παύει να αποτελεί μέγιστη και πολλαπλή απειλή για τις ευαισθησίες της ηθικής πλειοψηφίας και τους οπαδούς του δόγματος «Κάντε ό,τι θέλετε στο κρεβάτι σας, αλλά μη μας προκαλείτε». Και είναι πολλοί και πολλές, και φαίνονται να πληθαίνουν διαρκώς. Μια εκθετική (αλγοριθμική) αύξηση του μίσους. Μια εκστρατεία εκφοβισμού που βρίσκει πρόθυμους ακόλουθους ακόμα και σε περιπτώσεις ανθρώπων για τους οποίους ίσως δεν θα το περίμενες πριν εκδηλωθούν, πριν κάνουν το ομοφοβικό τους outing.