Γεννήθηκα στην Καισαριανή και έζησα εκεί μέχρι το 1943. Τα παιδικά μου χρόνια ήταν μέσα στην Κατοχή. Θυμάμαι τα μπλόκα, τους τσολιάδες, τους ταγματασφαλίτες. Γεγονότα όπως η Κατοχή σε σφραγίζουν. Δεν έχει τόσο ενδιαφέρον να θυμηθείς τι έγινε εκείνη τη μέρα ή εκείνο τον χρόνο. Σε σφραγίζει στον χαρακτήρα σου. Είμαστε παιδιά της Κατοχής, παιδιά του πολέμου. Κυριολεκτικά μεγαλώσαμε μέσα στο σκοτάδι, αφού βάζαμε κόλλες στα παράθυρα γιατί δεν έπρεπε να φαίνεται προς τα έξω πως έχουμε φως μέσα στο σπίτι.

Τώρα, καμιά φορά λέω μη μιλάτε για κρίση γιατί κρίση περνάμε μια ζωή ολόκληρη όλοι μας. Αυτό που έχει καθορίσει τη γενιά μου είναι η σχέση της με τον θάνατο. Τον ζούσαμε τον θάνατο στο πεζοδρόμιο. Κάθε μέρα μαθαίναμε για κάποιον φίλο ή κάποιον γνωστό που πέθανε από ασιτία ή από εκτέλεση. Έχουμε μια άλλη σχέση με τον θάνατο. Τον αντιλαμβανόμαστε ως μια πολύ φυσική κατάσταση.

Μένω στην Αγία Παρασκευή, αλλά πιο πολύ ζω στου Ζωγράφου. Αγαπημένη είναι η Αθήνα τη νύχτα που είναι έρημη. Αγαπημένη είναι η Αθήνα τον Δεκαπενταύγουστο που είναι άδεια. Από εκεί και πέρα η αγάπη για την Αθήνα είναι η αγάπη για τον τόπο σου. Εδώ ριζώσαμε. Τα στενά της τα ξέρω απέξω πια. Αν μπορούσα να αλλάξω κάτι, θα γκρέμιζα το 80% των κτιρίων της.

Αν δεν γινόμουνα ηθοποιός, θα γινόμουνα γιατρός. Αυτό ήταν το σχέδιό μου και το όνειρό μου. Απλώς, δεν υπήρχαν τα λεφτά. Δεν μπορώ να απαντήσω γιατί έγινα ηθοποιός. Πήρα κάποια στιγμή την απόφαση όταν αποφοίτησα από το γυμνάσιο να γραφτώ σε μια δραματική σχολή. Οι γονείς μου ήταν πάρα πολύ λαϊκοί άνθρωποι και μικροαστοί. Γι' αυτούς, ηθοποιός σήμαινε ένας που θα γίνει ομοφυλόφιλος ή κάποια που θα γίνει πουτάνα.

Έφτιαξα τον δικό μου χώρο γιατί αηδίασα με όλα αυτά που έκανα. Δεν μου άρεσαν καθόλου. Εγκατέλειψα το θέατρο το '68 και πήγα στη Ρώμη να σπουδάσω κινηματογράφο. Απογοητεύτηκα και από αυτό και βρέθηκα μ' έναν συνάδελφο και τη Λήδα (Πρωτοψάλτη), που ήδη είχαμε παντρευτεί, και είπαμε να κάνουμε μια δική μας δουλειά. Τα «Βήματα» στην Κοκκινιά έγιναν για να κάνουμε κάτι μόνοι μας, να ανεβάσουμε τα έργα που αγαπάμε, που μιλάνε στον κόσμο και δεν είναι φαρσοκωμωδίες. Γι' αυτό ξεκινήσαμε με την Αυλή των Θαυμάτων, αναζητήσαμε νέους συγγραφείς, ανακαλύψαμε το Μάριο Χάκκα και παίξαμε το μοναδικό του έργο.

Τα «Βήματα» πέτυχαν γιατί ο κόσμος είχε ανάγκη από νέες δυνάμεις στην εποχή της δικτατορίας. Κάναμε και πολύ καλή δουλειά. Τώρα, τα 40 χρόνια της Στοάς αποδεικνύουν ότι πέτυχε και αυτή. Δεν θα άντεχε σαράντα χρόνια, αν δεν πετύχαινε. Ό,τι κάναμε το κάναμε μόνοι μας με τα χέρια μας και το θεωρώ επίτευγμα ότι φτάσαμε εδώ που φτάσαμε. Στο θέατρο δεν έχεις να περιμένεις και πολύ για να δεις αν θα πετύχεις, η πορεία σε σταματάει. Αν είσαι οξυδερκής, καταλαβαίνεις αμέσως αν αξίζει τον κόπο να συνεχίσεις.

Όταν έχεις τον δικό σου χώρο, έχεις την ελευθερία να κάνεις ό,τι θέλεις. Ότι σε περιορίζει ο χώρος, σε περιορίζει. Αν έχεις τη Λυρική Σκηνή, σε περιορίζει η Λυρική Σκηνή, αν έχεις ένα δωμάτιο, σε περιορίζει το δωμάτιο. Και μόνο η ελευθερία που νιώθεις ότι μπορώ να κάνω ό,τι γουστάρω είναι μεγάλο πράγμα.

Το 1965 τα θέατρα ήταν 18, σε τρία χρόνια έγιναν 38. Βέβαια και είναι πολλά τα 200 θέατρα που έχουμε τώρα, αλλά μπήκαμε σε μια εποχή τα τελευταία 40-50 χρόνια που αν έκανες εσύ ένα μαγαζί που είχε επιτυχία, αμέσως θα έκαναν ένα δίπλα σου. Έτσι γεμίσαμε περίπτερα, σουβλατζίδικα, προποτζίδικα και ταξί. Χρειάζεται τόσα ταξί η Αθήνα; Ο καθένας αντιγράφει τον άλλον, γιατί έτσι νομίζει πως πετυχαίνει. Έτσι κλείνουν τα μαγαζιά τώρα. Όταν σ' ένα οικοδομικό τετράγωνο έχει τρεις φούρνους, βεβαίως και θα κλείσει ο ένας.

Δεν θα μπορούσα να δουλέψω, αν δεν είχα την ευθύνη ολόκληρου του θεάτρου. Επίσης, πολλές φορές με βρίσκει κανείς στο φουαγιέ πριν την παράσταση. Μου αρέσει πάρα πολύ να βλέπω το κοινό. Να βλέπω με ποιους ανθρώπους θα έρθω σε επαφή μετά από λίγο. Δεν μου αρέσει η απομακρυσμένη σχέση ηθοποιού και θεατή. Θέλω να είμαστε κοντά. Νιώθω ότι κάνω μια δουλειά σε άμεση σχέση με τον άλλον. Παλιά οι ηθοποιοί είχαν μπροστά τους έναν τεράστιο τοίχο. Για να τους πλησιάσεις έπρεπε να περάσεις από σαράντα κύματα. Θυμάμαι έναν ηθοποιό που για να βγει να υποκλιθεί έβαζε μια βελούδινη ρόμπα. Πράγματα που θάμπωναν τον θεατή και έκαναν τον ηθοποιό να μοιάζει απλησίαστο. Απλησίαστο είναι το καθετί που κάνει ο καθένας ως επάγγελμα και δεν χρειάζεται να το εντείνεις.

Πολλές φορές έφτασα σε μια ψυχική υπερκόπωση και σκέφτηκα να το κλείσω το μαγαζί. Αυτό το αίσθημα κρατάει για λίγα εικοσιτετράωρα. Δεν μπορεί να κρατήσει παραπάνω. Είναι σαράκι το θέατρο. Έτσι και βγεις στη σκηνή θα ζητήσεις πολύ γρήγορα να ξαναγευτείς αυτό το πράγμα. Η σωστή έκφραση είναι ότι «την ψωνίζεις». Το γουστάρεις. Θες να ξαναζήσεις αυτό που νιώθεις όταν ανεβαίνεις στη σκηνή και έχεις κάτι με κάποιους θεατές από κάτω.

Θυμάμαι έντονα την εποχή της δικτατορίας γιατί ήταν συνέχεια η αστυνομία μέσα στο θέατρο. Κάναμε την επανάστασή μας τότε. Αν είσαι συνειδητός καλλιτέχνης, δεν σταματάς να επαναστατείς. Θέατρο χωρίς κρίση δεν υπάρχει, δεν πρέπει να υπάρχει. Δεν μπορεί να υπάρξει θέατρο που να απευθύνεται σε κόσμο που έχει λύσει όλα του τα προβλήματα. Ακόμα και το τσίρκο, που είναι μια καθαρά μια προσωπική ικανότητα του ζογκλέρ και του ταχυδακτυλουργού, θέλει ανθρώπους που να έχουν ανάγκη να το δούνε.

Ίσως να έκανα πιο καλά πράγματα, αν είχα έναν σκηνοθέτη. Ήταν δύσκολα τα πράγματα σε όσες συνεργασίες έκανα με άλλους σκηνοθέτες. Μπορεί να το λένε και για μένα αυτό άλλοι ηθοποιοί. Δεν θα μου κάνει εντύπωση. Ήθελα να είμαι ανεξάρτητος. Έχω, όμως, ανθρώπους που με βοηθάνε σε αυτό που κάνω. Στο κάτω κάτω, είναι και η Λήδα Πρωτοψάλτη που έχουμε φάει ψωμί κι αλάτι μαζί στο θέατρο. Θα μου πει πέντε πράγματα σκηνοθετικά. Ευτυχώς ή δυστυχώς, δεν έχουμε βαρεθεί ο ένας τον άλλον.

Για τη Στοά έχουν πει πως έφτιαξε μια υποκριτική σχολή γιατί είδε τον Έλληνα με κάποιον τρόπο. Η Στοά, επίσης, βοήθησε πάρα πολύ ώστε να αποκτήσει το ελληνικό κοινό εμπιστοσύνη στο ελληνικό έργο. Ο Έλληνας, από την άλλη, έχει αλλάξει προς το χειρότερο τα τελευταία σαράντα χρόνια. Δεν ήταν τόσο βολεψάκιας. Δεν υπήρχε τόσο έντονα το κυνήγι του ρουσφετιού, ούτε υπήρχε η διαφθορά. Κακά τα ψέματα, ο σημερινός Έλληνας είναι διεφθαρμένος. Από την άλλη, ο Έλληνας είναι Έλληνας. Δεν υπάρχει επίθετο να του κολλήσεις. Είναι πανεύκολος στην ερμηνεία, ανοικτό βιβλίο. Γι' αυτό μπορούμε να συνεννοηθούμε μεταξύ μας.