Γεννήθηκα σε ένα μαιευτήριο στην Πλάκα και τα πρώτα χρόνια της ζωής μου τα πέρασα στη Νέα Φιλαδέλφεια, σ’ ένα προσφυγικό σπίτι, καθώς συγγενείς από την πλευρά της μητέρας μου είχαν εγκατασταθεί εκεί μετά την καταστροφή της Σμύρνης. Θυμάμαι γύρω μας μικρά σπίτια με κήπους, κάρα με άλογα που έσερναν οιμανάβηδες και οι γαλατάδες, ελάχιστα αυτοκίνητα, η παλιά καλή συνθήκη της ανθρώπινης Αθήνας. Αλλά κι όταν μετακομίσαμε στα Άνω Πατήσια, ήταν κι εκεί σαν εξοχή. Από τον χωματόδρομο έξω από την πολυκατοικία μας περνούσαν πρόβατα.

 

Οι γονείς μου με πήγαιναν πολύ συχνά στο θέατρο και γυρνώντας σπίτι ανακεφαλαίωνα την παράσταση κι έβγαζα συμπεράσματα για το πόσο καλή ήταν και ποιον ρόλο θα έπαιζα εγώ καλύτερα. Όταν με ρώτησαν πρώτη φορά, γύρω στα δεκατρία μου, τι θέλω να γίνω και τους είπα ηθοποιός, ανησύχησαν πάρα πολύ και για μερικά χρόνια δεν ασχολήθηκαν ξανά με αυτό. Όταν απολύθηκα απ’ τον στρατό, με έβαλαν διά της βίας να εργαστώ στην Εθνική Τράπεζα. Εκείνα τα χρόνια η θέση του τραπεζικού υπαλλήλου δημιουργούσε το ψευδές αίσθημα της ασφάλειας. Έτσι άρχισε μια οδύσσεια που κράτησε οκτώ χρόνια, υπό την ηθικο-συναισθηματική πίεση της μητέρας μου ότι αν εγκατέλειπα τη δουλειά, εκείνη «θα πέθαινε». Παραλίγο, βέβαια, να πεθάνω εγώ, καθώς είχα πέσει σε κατάθλιψη με πάρα πολλά ψυχοσωματικά συμπτώματα, εξαιτίας του λάθος περιβάλλοντος και της στέρησης αυτού που ονειρευόμουν να κάνω.

 

Ξεκίνησα τη δραματική σχολή κρυφά, παράλληλα με την τράπεζα, και το καλοκαίρι του πρώτου έτους με πήρε ο Μινωτής να παίξω στους Πέρσες, στην Επίδαυρο. Τον χειμώνα ακολούθησε ο ρόλος του γιου στο Παράξενο Ιντερμέδιο του Ο’Νηλ, δίπλα στους Αλεξανδράκη-Γαληνέα-Βαλτινό. Καθημερινά δούλευα στην τράπεζα οκτάωρο, μετά πήγαινα στη σχολή άλλες πέντε ώρες και το βράδυ παράσταση. Με το που τελείωσα τη σχολή, πήρα την άδειά μου, κατέβηκα στην Κρήτη, δεσμεύτηκα με συμβόλαιο με το ΔΗΠΕΘΕ, και μετά από τριάντα ημέρες απουσίας η Εθνική με απέλυσε. Όταν το ανακοίνωσα στους δικούς μου, τους έφερα προ τετελεσμένων γεγονότων. Στην Κρήτη έμεινα έξι μήνες παίζοντας στον Γλάρο του Τσέχωφ.

 

Με το που επέστρεψα στην Αθήνα ο Μινωτής με έκανε κορυφαίο του χορού στον Οιδίποδα επί Κολωνώ - μια μεγάλη εμπειρία. Όπως ήταν και δίπλα στον Ευαγγελάτο, που με έκανε κορυφαίο στον Αγαμέμνονα, στον Βογιατζή, όπου έπαιξα έναν μικρό ρόλο στο Σε φιλώ στη μούρη του Διαλεγμένου, και στον Βασίλη Παπαβασιλείου, στο Πίστη,Αγάπη, Ελπίδα του Χόρβατ - όλοι τους μεγάλοι δάσκαλοι. Εν τω μεταξύ, γνωρίστηκα με τον Δημήτρη Παπαϊωάννου κι άρχισα να δουλεύω για την Ομάδα Εδάφους. Ήταν χοροθέατρο και εκεί εξελίχτηκα πολύ περισσότερο απ’ ότι αν είχα μείνει στο θέατρο. Εκεί ήταν που ανδρώθηκα αισθητικά κι εκφραστικά. Ζούσαμε πάρα πολύ δύσκολα, με τεράστιες οικονομικές θυσίες, και για μένα και εργασιακές, καθώς για έξι-επτά χρόνια αφιερώθηκα αποκλειστικά σε αυτό. Μέχρι που μας δόθηκε το «μέγαρο των καλλιτεχνών» στην 3ης Σεπτεμβρίου, παίζαμε σε εγκαταλελειμμένους χώρους, τους οποίους έπρεπε να διαμορφώνουμε εμείς σε θέατρο. Κλέβαμε ρεύμα και νερό και φτιάχναμε μόνοι μας τα σκηνικά, που είχαμε την απαίτηση να μην υστερούν από τα επαγγελματικά.

 

Το 1988 έπαιξα στη διπλωματική ταινία του Αλέξη Μπίστικα Τα Μάρμαρα, η οποία πήρε βραβείο στο Φεστιβάλ της Δράμας και μαζί μια ανάθεση για τηλεταινία στην ΕΡΤ. Έτσι έγινε η Γραβάτα, ένα μεγάλο μέρος της οποίας γυρίστηκε στο Λονδίνο. Αμέσως μετά διέσχισα την Αμερική, από τη Νέα Υόρκη μέχρι το Λος Άντζελες, για τα γυρίσματα του road movie του Κωνσταντίνου Γιάνναρη, με τον οποίο είχα γνωριστεί χάρη στον Αλέξη στην Αγγλία, το North of Vortex. Είχα αρχίσει να γίνομαι ήδη γνωστός στο ευρύ κοινό με το «Africa» που έκανα για το Mega, όταν έπαιξα έναν ρόλο μερικών λεπτών στο Μεταίχμιο του Παναγιώτη Καρκανεβάτου. Θυμάμαι τα γυρίσματα στον Στρυμόνα σαν κάτι μαγικό. Συναντιέμαι ξανά με τον Γιάνναρη στην Αθήνα και κάνουμε το Για μια θέση στον ήλιο.

 

Όταν γυρίζαμε το Χάραμα, ο Αλέξης δεν είχε πια καθόλου δυνάμεις και μετά βίας ερχόταν στα γυρίσματα. Σε κάποια μου συνέντευξη ανέφερα το γεγονός ότι ήμασταν συγκάτοικοι και μου είπε: «Δεν έπρεπε να το πεις. Θα δεις ότι θα το πληρώσεις πολύ ακριβά». Ήταν την εποχή που μπαινόβγαινε στον Ευαγγελισμό και όλοι ήξεραν από τι έπασχε. Λίγο καιρό μετά, τα έντυπα που διαμόρφωναν τη νέα γενιά τότε έγραψαν ότι είχα κι εγώ AIDS. Προκειμένου να πουλήσουν, διέπραξαν εις βάρος μου κανιβαλιστική κτηνωδία. Σε μια εποχή που ακόμα το AIDS δεν αντιμετωπιζόταν και ήταν σαν κοινωνική πανούκλα έγραφαν ψευδώς για έναν άνθρωπο επώνυμα ότι έπασχε από αυτό. Ζημιώθηκα επαγγελματικά, κοινωνικά κι ερωτικά. Έχασα δουλειές, βρέθηκα στην απομόνωση, βίωσα μεγάλη μοναξιά.

 

Με το «Άγγιγμα Ψυχής» ξαναπήρε η καριέρα μου ανοδική πορεία. Το θέμα της φθοράς εξαιτίας της συμμετοχής μας σε τηλεοπτικές σειρές είναι κάτι που το αποφασίζουμε εμείς. Δεν μπορεί να φθαρεί ένας ηθοποιός επειδή κάνει τηλεόραση, γιατί παίζει ρόλο και ο τρόπος που χρησιμοποιεί τον εαυτό του στην τηλεόραση. Εάν έχει καταφέρει να βρει τον τρόπο να συμμετέχει ψυχικά σε ό,τι κάνει, δεν φθείρεται ποτέ.

 

Για να πάρω τον ρόλο του Οδυσσέα στην Οδύσσεια του Ρόμπερτ Γουίλσον πέρασα από οντισιόν, όπως όλοι οι ηθοποιοί που συμμετέχουμε. Ξεκινήσαμε να δουλεύουμε μαζί του πριν από ενάμιση χρόνο, τις πρώτες έξι εβδομάδες εντατικά, 8 με 9 ώρες την ημέρα. Έχει έναν τρόπο δουλειάς που τα κάνει όλα παράλληλα. Δεν θ’ ασχοληθεί μόνο με ένα στοιχείο, ας πούμε μόνο με τον ηθοποιό, αλλά ταυτόχρονα με τα φώτα, τη μουσική, την κίνηση, το μακιγιάζ, τον λόγο, τα πάντα. Από τη δική μας πλευρά, χρειαστήκαμε κάποιο διάστημα για να αισθανθούμε πιο οικεία μαζί του. Είναι ένας θρύλος του παγκόσμιου θεάτρου. Σαφώς συνετέλεσε και το γεγονός ότι η Οδύσσεια είναι ένα ελληνικό έργο, το παραμύθι με το οποίο μεγαλώνουμε.

 

Δεν νιώθω ειδικό βάρος ερμηνεύοντας τον Οδυσσέα αλλά μια μεγάλη ευθύνη, έχοντας έναν πρωταγωνιστικό ρόλο σε μια παράσταση του Εθνικού που κάνει ο Γουίλσον. Ευθύνη απέναντι στη χώρα μου, στους συμπολίτες μου και απέναντι στον ίδιο. Ότι είμαι άξιος του έργου που καλούμαι να κουβαλήσω στις πλάτες μου. Ο Γουίλσον, προσπαθώντας να δώσει την Οδύσσεια σαν παραμύθι, το κάνει με πολύ χιούμορ και τρυφερότητα. Εμείς, μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων, έχουμε μπει σε μια δημιουργική διαδικασία και δουλεύουμε πυρετωδώς με αντάλλαγμα το μεράκι, την αγάπη και την ευθύνη απέναντι σ’ αυτόν το σημαντικό καλλιτέχνη.