Ο Έκτορας Λυγίζος αφηγείται τη ζωή του

 

  • Υπάρχει κάτι σχεδόν αυτοκαταστροφικό στις διαδρομές που εξακολουθώ να κάνω εμμονικά στο κέντρο της Αθήνας εδώ και δεκαπέντε χρόνια. Ίσως επειδή περιμένω πως κάτι θα με εκπλήξει πέρα από κάθε προσδοκία. Κι αυτό τελικά μου συμβαίνει κάθε φορά που επιστρέφω ξημερώματα Πρωτοχρονιάς στο Σύνταγμα και το αντικρίζω με το πρώτο φως της μέρας, σαν τουρίστας. Κατά τα άλλα, όμως, την Αθήνα δεν την αγαπάω πια όπως παλιά, μάλλον επειδή κάνει τους φίλους μου να αγανακτούν και θλίβει τους ανθρώπους που αγαπώ. Το μόνο που κρατώ είναι το φως της Αττικής, αυτό που μεταμορφώνει τις δυσκολίες και κάνει τη θάλασσα να λαμπυρίζει. Αυτό είναι που θυμάμαι από μικρός, από τις ανέμελες εκδρομές που κάναμε στο πιο συγκινητικό κομμάτι της Αττικής, την παραθαλάσσια διαδρομή από τον Πειραιά, όπου μεγάλωσα, μέχρι την Ανάβυσσο, εκεί όπου κρύβονταν τα εξοχικά των φίλων μου και οι αναμνήσεις. Σπάνια επισκέπτομαι πια τα μέρη αυτά, αλλά όταν το κάνω, νιώθω σαν να εισέρχομαι σε μια παράδοξη κάψουλα του χρόνου.  

 

  • Παρότι είμαι από τους ανθρώπους που προτιμούν τον εγκλεισμό στο σπίτι, όλο και περισσότερο τελευταία μου αρέσουν οι συνευρέσεις. Αυτές οι συνωμοτικές συναντήσεις και έξοδοι που αναζητούν ως αφορμή ένα παιχνίδι ή μια ασχολία. Υπάρχει πάντα ένας κρυφός κώδικας στο να πηγαίνεις για μπάσκετ με φίλους, αντί για τη βαρετά συντονισμένη έξοδο για καφέ. Είναι καλό επομένως να απενοχοποιεί κανείς το θέμα της ασχολίας, αφού όλοι λίγο-πολύ ψοφάμε για τέτοιου είδους ξεσπάσματα, θέλουμε να γίνουμε και λίγο παιδιά. Το βλέπω στις επισκέψεις σε σπίτια όπου συνευρίσκονται μαζί παιδιά κι ενήλικες: πάντα τα παιδιά ξέρουν καλύτερα πώς να περάσουν τον χρόνο τους από τους μεγάλους, οι οποίοι αφήνουν ανεκμετάλλευτη τη λογική της ασχολίας. Τα παιδιά, αντίθετα, αναζητούν τους κανόνες ενός φαντασιακού παιχνιδιού, ενόσω οι μεγάλοι παλεύουν με κάτι ακυρωμένα σώματα να στήσουν μια ανέφικτη επικοινωνία. Και τελευταία μου αρέσει πολύ που μπορώ και ξαναγίνομαι παιδί.

 

  • Είναι ψέμα τα περί ανταγωνισμού στον έρωτα. Ο αμιγής έρωτας πολεμάει τον ανταγωνισμό με τον πλέον υπέροχο τρόπο: βγάζοντας στην επιφάνεια τα πιο ανασφαλή κομμάτια, αλλά ταυτόχρονα γιατρεύοντάς τα. Όταν υπάρχει βάση εμπιστοσύνης εσύ γίνεσαι ο καλύτερος δάσκαλος για το άλλο σου μισό και το άλλο σου μισό ο καλύτερος γιατρός για σένα. Με έναν τρόπο ο έρωτας μπορεί και σου κόβει τα άρρωστα μέρη και όλες τις καμπούρες. Μπορεί να ακούγεται πολύ ιδεαλιστικό, αλλά επειδή το ζω πολύ έντονα τελευταία, μου φαίνεται πραγματικά σαν αποκάλυψη. Ακόμα και αν αυτό ικανοποιεί μια ανάγκη μου, είναι πραγματικά λυτρωτικό.

 

Ο Έκτορας Λυγίζος αφηγείται τη ζωή του

 

  • Η ικανότητα που σου δίνει ο έρωτας να δεις το πρόσωπο του άλλου, πέρα από κοινωνικά προσωπεία και λογικές κατασκευές, είναι απελευθερωτική. Είναι ο μοναδικός τρόπος να επικοινωνήσεις με τα πιο μύχια κομμάτια του εαυτού σου, που μένουν πολλές φορές ακατέργαστα. Σε αντίθεση με τον δυτικό πολιτισμό και τις πουριτανικές προκαταλήψεις που ακόμα είναι πολύ έντονες στην εποχή μας, ο έρωτας σε βοηθά να δεις τους πολλαπλούς σου εαυτούς, όπως ακριβώς και το θέατρο. Σου δείχνει έναν διαφορετικό χειρισμό του σώματος και του μυαλού σου, πέρα από τους παραδεδομένους και λογικούς κανόνες. Πρέπει να τα έχεις βιώσει όλα αυτά για να αντιληφθείς τη μανιακή διαδικασία, είτε για ένα μεθύσι είτε για καλό σεξ. Ξέρεις ότι την άλλη μέρα θα πονέσεις, αλλά αυτό δεν σε σταματάει από το να θες να τα βιώσεις μέχρι το τέρμα. Ευτυχώς, αυτές οι διαδικασίες ποτέ δεν αυτοματοποιούνται, ακριβώς επειδή δεν επιτυγχάνονται ποτέ εκατό τοις εκατό. Πάντα υπάρχει περιθώριο γι’ ακόμα περισσότερο και ωραιότερο σεξ, γι' ακόμα αγριότερο μεθύσι. Γι’ ακόμα περισσότερη ελευθερία, γιατί πάντα θες το ακόμα πιο πολύ. Αυτό ακριβώς συμβαίνει στο θέατρο: ακόμα και αν τα αναλύσεις όλα, ακόμα και αν έχεις βρει τα τέλεια σώματα και τις τέλειες συνθήκες, θες να τα ξεριζώσεις –όπως το κεφάλι του Πενθέα– και να τα πάρεις από την αρχή, γνωρίζοντας ότι ποτέ τίποτα δεν θα είναι το ίδιο. Κι αυτό είναι που εγώ αποκαλώ «θέατρο της προσπάθειας».

 

  • Γι’ αυτό, λοιπόν, ένα από τα μεγάλα προβλήματα του θεάτρου είναι ότι πασχίζουμε να βάλουμε τελείες. Είναι απόλυτα ακυρωτική για το θέατρο αυτή η ανάγκη του ελέγχου, αφού το κείμενο δεν σταματάει ποτέ. Αυτό συμβαίνει μόνο όταν εσύ έχεις ανάγκη να βρεθείς σε άπνοια, ώστε να εξελιχθεί κάτι μέσα σου και το σώμα σου να πάρει την επόμενη ανάσα. Αλλά αυτή η σωματική διαδικασία είναι συνεχής. Και ενέχει δυσκολία, κόπο και επιμονή. Είναι τρομερό να βλέπω ότι από τις περισσότερες παραστάσεις σήμερα απουσιάζει ο κόπος. Υπάρχει ακόμα στο μυαλό ορισμένων ο μύθος του «χαλαρού» ηθοποιού που δεν θέλει να παιδευτεί αλλά να χαλαρώνει. Μα, στη ζωή και στο θέατρο δεν μπορείς να χαλαρώνεις, παρά μόνο μια στιγμή. Χαλαρός είναι μόνο ο νεκρός, που στο τέλος καταλήγει άκαμπτος. Το σώμα του νεκρού δεν δονείται, ούτε πάσχει.

 

  • Ευτυχώς, στο εξωτερικό και στα διάφορα φεστιβάλ έχουν αρχίσει και αντιλαμβάνονται ότι οι ταινίες μας δεν μοιάζουν τόσο μεταξύ τους. Πέρα από τη σχέση που έχουν οι περισσότερες με ένα παράλογο και ιδιότυπο χιούμορ, υπάρχουν παιδιά που επιμένουν πεισματικά στη λογική του είδους, όπως ο Αλεξίου, και άλλοι στους χαρακτήρες, όπως ο Τζουμέρκας. Υπάρχει, ωστόσο, ένας κοινός τόπος που σχετίζεται με τις θεματικές και την αναφορά στην κρίση των συστημάτων και των θεσμών. Οι περισσότερες από αυτές τις ταινίες έχουν να κάνουν με πρόσωπα που έχουν χάσει την ταυτότητά τους και είναι κενά – όπως συμβαίνει με τη δική μου περίπτωση, του Αλεξίου, του Λάνθιμου, του Τζουμέρκα. Δεν πρόκειται ακριβώς για ρεαλιστικές ταινίες, αλλά για παράδοξους τρόπους να μιλήσει κανείς για διάφορα θέματα, προστρέχοντας όχι σε πρόσωπα αλλά σε καρικατούρες. Κι αυτό είναι ευεργετικό για το ελληνικό σινεμά, το να βρίσκει, δηλαδή, με αυτό τον τρόπο τα θεμέλιά του, τα οποία βασίζονται στις κατασκευές – γιατί ακριβώς έτσι είναι η τέχνη. Ο χαρακτήρας χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για να πραγματευτεί κανείς κάτι άλλο. Αυτό συμβαίνει κατά κόρον στο αγγλικό σινεμά, όπως, για παράδειγμα, στον Μάικ Λι, που οι χαρακτήρες του φέρουν ιδιαίτερο συμβολικό βάρος. Αντίθετα, η Ελλάδα δεν θέλησε ποτέ να δει τις ρίζες της, που εδράζονται στο μη ρεαλιστικό στοιχείο –κάτι που συνέβη με την τραγωδία–, στην αναζήτηση πραγμάτων που μας υπερβαίνουν, με άξονα τη φαντασία. Προτίμησε τον μιμητισμό και τον νατουραλισμό. Αυτό, όμως, που διατρέχει την ελληνική αφήγηση είναι το μεγάλο και το υπερβολικό κι εκεί ακριβώς έγκειται ο ελληνικός τρόπος, αν υπάρχει κάτι που μπορεί να αποκαλείται έτσι. Ακόμα και το ελληνικό φως είναι από μόνο του κάτι που δεν μπορεί κανείς να το διαχειριστεί με ανθρώπινα εργαλεία και αυτό τελικά καταλήγει σαν ένα όμορφο, γοητευτικό προϊόν, γεμάτο θεατρικότητα. Δεν είναι κακό επομένως να εξάγουμε το υπερβολικό: είναι καλό που οι Έλληνες ασπάζονται με τον δικό τους τρόπο τη φάρσα του γελωτοποιού ή του πιο ακραίου drama queen. Αυτή είναι, άλλωστε, η γοητεία μας.