Η εφηβεία μου στην Πάτρα συνέπεσε με τα πρώτα χρόνια της δικτατορίας: Ένα βλακώδες απαίσιο σχολείο, μια υποτιθέμενη καλή κοινωνία της Πάτρας, δήθεν φιλελεύθερη.

Ήταν πολύ προκλητική η συμπεριφορά μου για εκείνη την εποχή: Γυρνούσα με αγόρια, κάπνιζα και φιλιόμουν στο δρόμο, ωρυόμουν στο σχολείο. Όταν με διώξανε από το Αρσάκειο πήγα στο Δημόσιο. Εκεί γνώρισα τη φτώχια: Αν η Κάτω Πόλη της Πάτρας ήταν μια μελαγχολική ανάμνηση, η Πάνω Πόλη ήταν πολύ ζεστή. Σπίτια που είχαν κάτω πατημένο χώμα, γκομενοδουλειές, χαρτορίχτρες, ένας κόσμος μεθυστικός: Άνθρωποι που δουλεύανε το πρωί εργοστάσιο και το βράδυ καθάριζαν σκάλες, φτώχια, φτώχια, αλλά ταυτόχρονα κέφι, ωραία φαγητά με γκαζάκι στη βεράντα, ύπνος κάτω από την κληματαριά.

Άρχισα να γράφω 8-9 χρονών στην Αθήνα. Μια θεία μου είχε ένα σπίτι στην 3ης Σεπτεμβρίου κι ερχόμασταν για διακοπές Χριστουγέννων. Πρέπει να βαριόμουν αφόρητα - άρχισα να γράφω μπρούμυτα στο παρκέ του σαλονιού σε χαρτί περιτυλίγματος. Λεγόταν: «Πέντε γύρω από τη σκάλα». Δεν θυμάμαι να το τέλειωσα ποτέ, αλλά θυμάμαι ακριβώς τι αισθάνθηκα ενώ έγραφα: αυτάρκεια και μια υπέροχη μοναξιά.

Αφού τέλειωσα το σχολείο έφυγα να σπουδάσω στο Παρίσι. Έφυγα μετά από έξι μήνες γιατί ερωτεύτηκα τον πρώτο μου άντρα. Βρέθηκα στη Φλωρεντία το '72. Ήτανε ωραία χρόνια: Μια πολύ ωραία παρέα με πολύ λίγα χρήματα. Τότε γίνονταν πολλά πράγματα: έρωτας, επανάσταση, τέχνη. Ήταν τα χρόνια πριν αρχίσει το πράγμα να αγριεύει με τις Ερυθρές Ταξιαρχίες.

Θυμάμαι μια φορά που ήτανε ο Στοκχάουζεν στο Θέατρο Κομουνάλε. Εγώ έγκυος με μια τεράστια κοιλιά, βγάλαμε τσίμα τσίμα τα λεφτά για το εισιτήριο ψηλά στον εξώστη κι ενώ όλοι οι ευπρεπείς Φλωρεντίνοι εγκατέλειπαν σιγά σιγά το θέατρο, εμείς μείναμε 4 κούκοι από πάνω και χειροκροτούσαμε σαν λυσσασμένοι κι αυτός κοιτούσε μέσα στο σκοτάδι να δει από πού έρχονται αυτά τα παθιασμένα χειροκροτήματα.

Για κάποια χρόνια ήμουνα μορφωτική ακόλουθος στην ελληνική πρεσβεία στη Ρώμη. Είναι πολύ λιγότερο σαγηνευτικό απ' όσο ακούγεται. Παραιτήθηκα, ενώ είχα μονιμοποιηθεί εφ' όρου ζωής στη Ρώμη. Δεν άντεχα με τίποτα. Αηδίαζα. Υπήρχε ένας φόρτος εργασίας από απύθμενες βλακείες οι οποίες έπρεπε να γίνουν: γραμματόσημα, παλιοί παρτιζάνοι που είχαν πολεμήσει στην Ελλάδα και μου στέλνανε ποιήματα, σχολεία που θέλανε να επισκεφτούνε, φοιτητές, ανυπότακτοι...

Μέχρι και αδελφοποιήσεις αστυνομικών τμημάτων έχω κάνει: Αδελφοποίησα ένα αστυνομικό τμήμα έξω από το Σπολέντο κι ένα αστυνομικό τμήμα έξω από τη Λαμία. Δεν έχω γράψει ακόμα για την περίοδο στην πρεσβείας κι ας έχουν περάσει τόσα χρόνια. Χρειάζομαι άλλα τόσα χρόνια φαίνεται.

Τη φοβόμουν την επιστροφή στην Ελλάδα. Πάντα είχα μια φυγόκεντρη τάση από την Ελλάδα, από την οικογένεια. Μου πήρε πολλά χρόνια να συμφιλιωθώ με τους δικούς μου.

Τα επεξεργάζομαι πολύ τα κείμενά μου. Ίσως επειδή ξεκίνησα με ποίηση, έχω μια ψύχωση με τη γλώσσα, με την ακρίβεια, θέλω το κείμενο να είναι όσο το δυνατόν πιο γυμνό. Όσο περνάει ο καιρός φτάνω όλο και πιο δύσκολα στο σημείο να είμαι ικανοποιημένη με ένα κείμενο. Πολλές φορές τα αφήνω και στη μέση. Πόσα βιβλία έχω σκοτώσει με αυτόν τον τρόπο; Αρκετά, δεν θυμάμαι. Κάποια τα ξαναπιάνω.- στις τελευταίες γραφές κάποιου βιβλίου αρχίζω να γράφω κάτι άλλο, πολύ διαφορετικό, παράλληλο.

Όταν έγινε η φασαρία με την απαγόρευση του Ζιγκ Ζαγκ στις νερατζιές στα σχολεία, νόμιζα ότι ήταν φάρσα.

Υπάρχει ένα κύμα λογοκρισίας νομίζω: τα σχολεία στη Θεσσαλονίκη που δεν τους επέτρεψαν να πάνε στην έκθεση χαρακτικής του Πικάσο, το άλλο που δεν τους άφησαν να δουν το έργο του Τενεσί Ουίλλιαμς, με μια τηλεόραση άθλιας κακογουστιάς που δεν προσφέρει ούτε τα ελάχιστα που θα μπορούσε να προσφέρει, ώστε να διευρυνθεί κάπως το τοπίο.

Παρ' όλο που διάφοροι μου είπανε «α, τι ωραία, θα σου γίνει διαφήμιση», για ‘μένα ήταν δυσάρεστη όλη αυτή η ιστορία. Επίσης συχνά έχω την εντύπωση πως δεν το 'χει διαβάσει κανείς το βιβλίο από αυτούς που ωρύονται.

Όταν γύρισα από τη Ρώμη το '91 βρέθηκα ξαφνικά να ζω με μια οικογένεια με 2 παιδιά σκύλο και γάτα στο Χαλάνδρι. Η μετακόμιση προς την Πλάκα κράτησε 7 μήνες. Θυμάμαι τρομερά την τελευταία μέρα, όταν πια τέλειωσαν όλα, άδειασε το διαμέρισμα κι έγινε αυτή η κάθοδος. Έβλεπα τα φώτα του Συντάγματος κι αισθανόμουν σαν να κατέβαινα σε λίμνη.

Το πιο ωραίο κομμάτι του να είσαι συγγραφέας είναι η μοναξιά, αλλά η Αθήνα είναι μια πόλη που είναι πολύ δύσκολο να είσαι μόνος. Τόσα τηλέφωνα να χτυπάνε, όλη αυτή η πίεση η ανθρώπινη από εχθρούς και φίλους. Φεύγω συχνά γιατί έχω ανάγκη να συγκεντρωθώ και εδώ είναι αδύνατον. Υπάρχει μια πίεση ανθρώπινων σχέσεων, μια σπατάλη.

Όταν έχω χρήματα γράφω σε δωμάτια ξενοδοχείων. Έμεινα ένα διάστημα σε μια πανσιόν που λεγόταν Acropolis Ηouse. Κοιμόμουν κιόλας γιατί είμαι πρωινός τύπος, θέλω να δουλεύω κατευθείαν από το κρεβάτι - οτιδήποτε άλλο με διασπά. Θέλω να πιάσω το γράψιμο από τον ύπνο, πριν αρχίσω να διερωτώμαι γιατί γράφω, γιατί ζω και τι νόημα έχουν όλα αυτά.