Η Αθηναία της εβδομάδας: Κατερίνα Ιατροπούλου
Φωτό: Στάθης Μαμαλάκης

 

  • Γεννήθηκα στην Τρίπολη. Ήμουν κόρη διευθυντού Τραπέζης, οι οποίοι τότε ήταν κάτι σαν προύχοντες, ειδικά στις μικρές πόλεις – κι αλλάξαμε αρκετές, οπότε έχανα διαρκώς τα σημεία αναφοράς μου. Σε κάποια, έτυχε να μένουμε στο ίδιο κτίριο και νόμιζα, πιτσιρίκα ούσα, πως η Τράπεζα ήταν δική μας, κανονικά. Όσο μεγάλωνα, τώρα, τόσο πιο πολύ πνεύμα αντιλογίας γινόμουν. Στο σχολείο, στη γραμμή μάς έλεγαν «στρίψτε δεξιά», «στρίψτε αριστερά» κι εγώ πάντα μπερδευόμουν, έστριβα ανάποδα. Επιπλέον, δεν άντεχα με τίποτα το άδικο. Ένστικτο αυτοσυντήρησης μηδέν, ακόμα κι ένα γατί να έβλεπα ότι πάει να το πατήσει ένα αμάξι έμπαινα στη μέση, πόσο μάλλον άνθρωπο. Παρότι μικροκαμωμένη,ένιωθα πάντα πως, για κάποιον λόγο, έπρεπε πάση θυσία να προστατεύω τον αδύναμο και να αποκαθιστώ τη δικαιοσύνη. Οι δικοί μου με προόριζαν επίσης για την Τράπεζα ήδη από τα 17 μου κι εγώ έφριττα. Φοβούνταν επιπλέον ότι, αν ερχόμουν στην Αθήνα να σπουδάσω, θα έτρεχα συνέχεια σε πορείες, κι ας μην ήξερα καν πού έπεφταν τα Προπύλαια. Δικαίως – εδώ είχα μεταμφιεστεί σε θάμνο το ’63 στη Μυτιλήνη για ν’ ακούσω τον Ηλία Ηλιού.

 

  • Στην Κρήτη και στα σχολεία των καλογραιών υπέφερα, αλλά ευτυχώς τα τελευταία γυμνασιακά χρόνια τα πέρασα στην περισσότερο προοδευτική και κοσμοπολίτικη Λέσβο. Γνωρίστηκα με έναν κύκλο καλλιτεχνών και διανοουμένων που σύχναζαν στην κινηματογραφική Λέσχη του Κούνδουρου και που με «υιοθέτησαν». Κοντά τους κιόλας πολιτικοποιήθηκα – οι γονείς μου τους χρέωναν την καταστροφή μου κι εγώ έκανα το παν να τους δικαιώσω! Πέρασα στη Νομική δίνοντας εξετάσεις σχεδόν κρυφά, εγκαταστάθηκα στα Άνω Πατήσια αρχικά, έμαθα και τα Προπύλαια διαδηλώνοντας με τη Νεολαία Λαμπράκη. Μέχρι και σε μια «παράτυπη» –δίχως καν κομματική έγκριση– πορεία για το Βιετνάμ είχα κατέβει. Μ’ έβρισκες στην Tropicana, απέναντι από τη Νομική, στα πατάρια των γύρω καφέ όπου συνεδριάζαμε, στα γραφεία της ΕΔΑ στην Αριστείδου, στην κινηματογραφική Λέσχη Μητροπούλου –ήταν, βλέπεις, πεδία διαπαιδαγώγησης τότε αυτές οι Λέσχες–, αλλά και σε Εξάρχεια, Πλάκα, Θησείο, παντού όπου υπήρχε ζωή και κίνηση ανθρώπων και ιδεών. Η δημιουργικότητα και η ευωχία των ημερών εκείνων έμελλε όμως να διακοπεί απότομα.

 

  • Ξημερώματα της 21ης Απριλίου ’67 κι ενώ είχαμε διαγώνισμα για τις ατομικές ελευθερίες στον Γάφο, αυτές ήδη είχαν καταλυθεί το προηγούμενο βράδυ. Τα τανκς στο δρόμο, συλλήψεις. Κατεβαίνουμε με κάτι συμφοιτητές στα Εξάρχεια να δούμε τι γίνεται, το κέντρο αποκλεισμένο, στην Καλλιδρομίου βλέπω να συλλαμβάνουν τον Κιάο. Η καθοδήγηση μάς παραμύθιαζε πως αποκλειόταν να γίνει χούντα γιατί ο λαός θα πλημμύριζε, λέει, τους δρόμους και θα την απέτρεπε. Καμία σχέση. Κάποια μπουλούκια που έκαναν να συγκεντρωθούν στον ΟΤΕ και αλλού διαλύθηκαν άμεσα. Παράδοση άνευ όρων. Άκυρη εννοείται η εξέταση, ποια δικαιώματα και ποιες ελευθερίες.

 

  • Λίγοι παλέψαμε τη χούντα. Εγώ εντάχθηκα στο Πατριωτικό Μέτωπο ως δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ Ρήγα Φεραίου και κάποιων ακόμα υποτυπωδών αντιστασιακών πυρήνων. Συγκεντρώναμε πληροφορίες και έντυπα, έκανα τη διανομή. Η εν γένει εμφάνισή μου βοηθούσε να περνώ απαρατήρητη, ώσπου τον Ιούνιο του ’68, δίχως να πολυκαταλάβω πώς, βρίσκομαι δαρμένη στην απομόνωση της Μπουμπουλίνας. Πλήρης οπτικοακουστική απομόνωση σε ένα στενό υπόγειο κελί για 25 μέρες. Παραδίπλα άλλοι λιανισμένοι σύντροφοι. Ύπνος στο νοτισμένο τσιμέντο, απανωτές ανακρίσεις στο Σπουδαστικό με πρωταγωνιστές τους Καραπαναγιώτη, Καλύβα, Κραββαρίτη. Τα χρειάστηκα, είναι η αλήθεια. Η καθωσπρέπει μητέρα μου στέλνει ένα τάπερ με ζελέ φρούτων για επιδόρπιο, δεν διανοείται καν πως μας κρατάνε νηστικούς. Απελευθερώθηκα χάρη στις οικογενειακές γνωριμίες, ωστόσο μέχρι τέλους επέμεναν να υπογράψω, να ταπεινωθώ.

 

  • Επιστρέφοντας σπίτι, οι γονείς συμφωνούν με την εντολή του διοικητή Λάμπρου να με ελέγχουν ασφυκτικά, αναφέροντας κάθε μου κίνηση. Οι περισσότεροι φίλοι μου φυλακή ή φευγάτοι εξωτερικό. Θέλουν και να με προξενέψουν. Ασφυξία. Το σκάω εντέλει κι εγώ στο Λονδίνο. Είναι καλοκαίρι του ’69, ο κόσμος έξω αλλάζει ραγδαία, αναστάτωση παντού, είναι σαν να είχαμε επιτέλους κυριαρχήσει στον πλανήτη οι νέοι. Διαδηλώσεις για Βιετνάμ, Ιρλανδία, Ελλάδα, νέες ιδέες, κοινωνικά κινήματα... Οι Έλληνες έχουν δημιουργήσει σχήματα εκτός παραδοσιακών κομμάτων. Κυριαρχεί η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά, μια και ο γαλλικός Μάης είχε αναβιώσει την επαναστατική προοπτική. Γνώρισα από διανοούμενους μέχρι πολιτικούς πρόσφυγες. Έκανα διάφορες δουλειές, από σερβιτόρα μέχρι μεταφράστρια. Ταυτόχρονα, διεύρυνα τους πνευματικούς μου ορίζοντες σε τέχνη, λογοτεχνία, μουσική. Αλλάξαμε πολύ όλοι μας μέσα από αυτές τις εμπειρίες.

 

#quote#

 

  • Με τη Μεταπολίτευση επιστρέφω στην Αθήνα. Ενθουσιασμός, πανηγύρι, εκδοτικός οργασμός και μια απέραντη –δικαιολογημένη, ωστόσο– πολυλογία. Σε πανεπιστημιακά αμφιθέατρα, καφέ, πλατείες, παρέες, παντού. Μόλις, βέβαια, καταλάγιασαν οι ζητωκραυγές, αναδύθηκαν τα πραγματικά ζητήματα της κοινωνίας. Ξεκινούν μεγάλες απεργίες, διαδηλώσεις, κινητοποιήσεις. Ξημεροβραδιαζόμαστε στα εργοστάσια, συμπαραστεκόμενοι στους εργαζόμενους. Το ’76 αρχίζω τη δικηγορία, μετακομίζω στα Εξάρχεια κι ανοίγω γραφείο στη Ναυαρίνου. Αστυνομικές αγριότητες εναντίον των διαδηλωτών και των εξωκοινοβουλευτικών, κυρίως, πολιτικών ομάδων. Μαζικές δίκες και καταδίκες. Ψηφίζονται οι πρώτοι τρομονόμοι με θύματα τον Σκανδάλη (ομάδα γιατρού Τσιρώνη), τους Κυρίτσηδες, τον Σερίφη, διώκονται οι Άσιμος, Μπαλής, Κωνσταντινίδης, Πρωτοψάλτης, το ’77 δολοφονείται ο Κασίμης στην AEG, το ’80 οι Κουμής-Κανελλοπούλου στο Πολυτεχνείο. Οι υποθέσεις αυτές με έφεραν κοντά στον κόσμο και στα κινήματα των φυλακών, μια πορεία που με καθόρισε στο εξής. Σανταρόζα - Αρσάκειο - Ομόνοια -Αίγινα - Κορυδαλλός - Ευελπίδων - Αλεξάνδρας ήταν ο άξονας που κινούμουν επί 36 χρόνια. Με ήξεραν ακόμα κι οι ταξιτζήδες, δεν χρειαζόταν να τους λέω πού πάω.

 

  • Ήταν λίγοι οι κρατούμενοι τότε –καμιά σχέση με το σημερινό χάος– και τα αδικήματα συνήθως ασήμαντα, μα οι ποινές δυσανάλογες και τα ευεργετήματα ανύπαρκτα. Ο αέρας της αλλαγής είχε φτάσει και στις φυλακές και οι εξεγέρσεις αποκάλυψαν συνθήκες κράτησης που θύμιζαν Μεσαίωνα. Υπήρχε, ακόμα, το κολαστήριο της Κέρκυρας... Η σχέση μου με τα κινήματα εκείνα και τους πρωταγωνιστές τους, καθώς και η θητεία μου στις πολιτικές δίκες οδήγησαν στην έκδοση του περιοδικού «Της Φυλακής» (1981), που στα 4 τεύχη του φιλοξένησε ελάχιστα από τον όγκο των διαμαρτυριών, καταγγελιών και μαρτυριών των οποίων έγινα αποδέκτης. Χάρη και στην ευαισθητοποίηση του αντιεξουσιαστικού, κατά βάση, χώρου, το θέμα «φυλακές» πήρε μεγάλη δημοσιότητα. H λεγόμενη επαναστατική δικηγορία του ’75- ‘81 αναμόρφωσε πολύπλευρα τη δικαιοσύνη. Σήμερα, δυστυχώς, σε κάποια πράγματα πισωγυρίζουμε.

  

  • Με τον Ρολφ Πόλε γνωριστήκαμε το ’82. Είχε μόλις απελευθερωθεί κι επιστρέψει στην Ελλάδα για να δει τους ανθρώπους που αντιτάχθηκαν στην έκδοσή του το ’77. Πίστευε κιόλας ότι εδώ θα ζούσε πιο ανθρώπινα. Είχα επίσης συμμετάσχει ενεργά στο κίνημα συμπαράστασης, οπότε παρευρέθηκα στην υποδοχή του. Υπήρξε μια ψυχική συγγένεια που μας έφερε κοντά. Δικηγόρος επίσης, διέθετε απίστευτη διορατικότητα και τεράστια εμπειρία κινηματική, πράγματα που είχε πληρώσει ακριβά – η γερμανική καταστολή δεν αστειευόταν. Μου φαινόταν αστείο, αλλά εκείνος πίστευε σοβαρά ότι κάποια στιγμή θα τον εκδικηθώ για την εκτέλεση της θείας μου από τους ναζί το ’43 στην Τρίπολη, ήταν πολύ ενοχική η γενιά του! Παντρευτήκαμε το ’84, προκαλώντας το διεθνές αστυνομικό ενδιαφέρον. Βέβαια και μου λείπει, σε όλους μας λείπει. Φοβόταν διαρκώς, ξέρεις, ότι αν καταλάβουν πως απέκτησε συναισθήματα για κάποιον άνθρωπο θα τον χτυπήσουν μέσω αυτού, όπως κι έγινε – ήταν η βασική αφορμή της σκευωρίας για όπλα και ναρκωτικά που στήθηκε το ’86 σε βάρος μου.

 

  • Τα Εξάρχεια παίξανε σπουδαίο ρόλο μεταπολιτευτικά, έφτιαξαν συνειδήσεις. Ήταν επίσης –κι εν μέρει παραμένουν– καταφύγιο και άσυλο κάθε διαφορετικού. Αντικατέστησαν, επίσης, την Αριστερά σε μια σειρά ζητήματα που εκείνη σνόμπαρε (φυλακές, σεξουαλικότητα, πορνεία, αποποινικοποίηση ουσιών, ψυχασθένεια, άρνηση στράτευσης κ.λπ.). Άσε που και ως γειτονιά είναι πολύ ιδιαίτερα, με γωνιές μοναδικές. Αλλάξανε, βέβαια, πια, όπως όλα, ίχνη όμως του παλιού χαρακτήρα τους συναντάς ακόμα Σάββατα στην Καλλιδρομίου στη λαϊκή, στη Μουριά, στον Ηριδανό, στην πλατεία και στα στέκια ολόγυρα. Θυμάμαι τη νύχτα της δολοφονίας του Γρηγορόπουλου, οπότε έσμιξαν αι γενεαί των Εξαρχείων πάσαι. Τίποτα δεν χάνεται τελικά, η μνήμη παραμένει ζωντανή σε αυτή την πόλη και στα δύσκολα αφυπνίζεται. Όχι, δεν νιώθω τελικά πως υπήρξα κάποιο ιδιαίτερο άτομο. Απλώς αντιστάθηκα.  

 

  • Παιδιά δεν επιθύμησα γιατί δεν μπορείς να κάνεις δύο πράγματα μαζί σωστά κι εγώ ήμουν αφοσιωμένη σε ένα. Ούτε με πειράζει που ζω μόνη – πάντα αυτόνομη ήμουν, ακόμα και στις σχέσεις μου. Η μοναξιά στο σπίτι έχει μια ιδιαίτερη ποιότητα, αν έχεις συμφιλιωθεί μαζί της. Μεγαλώνοντας οι άνθρωποι παραξενεύουμε, ξέρεις, κιόλας, θέλουμε περισσότερη άνεση στον χώρο, στις συνήθειες, τις ασχολίες μας. Φίλοι υπάρχουν, όταν επιθυμώ κοινωνικότητες τις έχω, διαφορετικά είμαι απολύτως ελεύθερη να κάνω τα δικά μου.