> Γεννήθηκα στην Αθήνα, στην Ελληνορώσων, απέναντι απ’ την παλιά Χωροφυλακή. Τοτε η Ελληνορώσων ήταν μια περιοχή με τα κλασικά σπίτια, με τις αυλές και τους κήπους. Μεγαλώσαμε παίζοντας στις αλάνες, στα χώματα. Τα κατσίκια του γαλατά που μας έφερνε το γάλα ήταν μεταξύ Ερυθρού Σταυρού και Αμπελοκήπων. Όταν ήμουν 5 ετών μετακομίσαμε στο Κολωνάκι λόγω της δουλειάς της μητέρας μου, η οποία ήταν πολύ γνωστή αισθητικός - μια από τις 3-4 στην Ελλάδα τότε. Ο πατέρας μου ήταν υπάλληλος της ΔΕΗ. Είχε σπουδάσει μουσική, ήταν τενόρος, αλλά δεν τόλμησε ποτέ να ασκήσει το επάγγελμα. Εκείνη την εποχή ήταν λίγο περιέργα. Θα έπρεπε να τα βροντήξει όλα και να πάει στο εξωτερικό, τέτοιου επιπέδου τραγουδιστής που ήταν.

> Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, θυμάμαι μουσική και τραγούδι μες στο σπίτι. Ένα ανοιχτό σπίτι, με φίλους, ανθρώπους ανοιχτούς και, γενικά, μια ελεύθερη οικογένεια. Είχα την ευτυχία να έχω δυο γονείς πολύ μπροστά για την εποχή τους, οι οποίοι μας καλλιέργη- σαν μια απίστευτη σχέση με την τέχνη, και σ' εμένα και στην αδερφή μου. Όλη η οικογένεια πήγαινε θέατρο, ενώ οι παραστάσεις του Ηρωδείου και οι συναυλίες ήταν μέρος της καθημερινότητάς μας.

> Στο σπίτι έπαιζε κρατικό ραδιόφωνο. Με αυτό μεγάλωσα. Με κλασική μουσική και όπερα, κυρίως λόγω του πατέρα μου, μέχρι που μου ’ρθε να ξεράσω και πέρασαν χρόνια για να μπορέσω να ξανακούσω αυτό το είδος. Η αδερφή μου, που είναι έξι χρόνια μεγαλύτερη, άκουγε ροκ ‘ν’ρολ κι έτσι κόλλησα κι εγώ με τα 45άρια δισκάκια που βάζαμε στο ηλεκτρόφωνο. Επίσης, άκουγα πολύ ραδιόφωνο. Ήμουν κολλημένη. Κοιμόμουν μαζί του. Άκουγα τον Πετρίδη, τον Παπαστεφάνου, το θέατρο τη Δευτέρας, το θέατρο της Τετάρτης, τα πάντα. Παράλληλα, ο πατέρας μου κληρονόμησε δύο κινηματογράφους: το Τιτάνια στο Χαλάνδρι και την Άνεση στο Περιστέρι. Για μένα τότε το Περιστέρι ήταν ολόκληρη εκδρομή. Πηγαίναμε στο σπίτι που ήταν τα ξαδέρφια μου κι εκεί άκουσα για πρώτη φορά από το τζουκμπόξ λαϊκά τραγούδια, Γαβαλά και τέτοια. Ήταν λίγο λαθραία ακούσματα τότε για μένα, γιατί στο σπίτι υπήρχε άλλη παιδεία και δεν ακούγαμε καθόλου τέτοια πράγματα. Επίσης, πήγαινα συνέχεια και στο σινεμά του πατέρα μου. Τότε ήταν πολύ αυστηροί οι νόμοι για τα παιδιά, οπότε κρυβόμουν στο δωμάτιο προβολής. Επειδή, όμως, ήμουν πολύ μικρό και κοντό παιδί, δεν μπορούσα να δω το πανί. Άκουγα όλους τους ήχους της ταινίας και μετά επέστρεφα σπίτι κι έφτιαχνα στο μυαλό μου τη δική μου ταινία.

> Μεγάλωσα σε πολιτικοποιημένο περιβάλλον. Ο πατέρας μου ήταν αριστερός, από τους πραγματικούς αριστερούς που πίστευαν ότι τότε η Αριστερά κάτι ήταν. Όταν έγινε το πραξικόπημα εγώ ήμουν 14 χρόνων, καλά καλά δεν καταλάβαινα, είχα και μια ψιλοχαρά που δεν είχαμε σχολείο, αλλά, από αυτό που συνέβαινε στο σπίτι, κατάλαβα ότι δεν έπρεπε να χαίρομαι. Κλεισμένα παντζούρια, η μάνα μου σε πανικό, ο πατέρας μου να προσπαθεί να κρύψει τις εφημερίδες, «Δημοκρατική Αλλαγή» τότε, δεν ξέραμε τι θα συμβεί, ευτυχώς δεν ταλαιπωρήθηκε. Ήδη, όμως, ήταν αποχαρακτηρισμένος, για να μπει στο Δημόσιο. Δεν ήταν ενεργό μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος, αλλά ως νέος ήταν υπεύθυνος της χορωδίας του Ελληνο-σοβιετικού Συνδέσμου.

> Από μικρή έπαιζα κιθάρα και τραγουδούσα. Όσοι με ήξεραν το θεωρούσαν δεδομένο ότι κάποια στιγμή θα ασχοληθώ με τη μουσική. Είχα μια συμμαθήτρια που της άρεσε πολύ η φωνή μου και βρισκόμασταν και της τραγουδούσα τα πάντα, από Τζόαν Μπαέζ και Αρλέτα μέχρι Σαββόπουλο, Σπανό, Ξαρχάκο και Beatles. Συμπτωματικά, κάποια μέρα βρέθηκε στο σπίτι της φίλης μου ο Δήμος Μούτσης και με άκουσε. Αρχικά, με ρώτησε «γιατί τραγουδάς σαν ψόφια; Επειδή είναι μόδα το Νέο Κύμα; Τραγούδα δυνατά, παιδί μου! Εσύ έχεις φωνάρα!». Ξαφνικά, όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Με πήγε κατευθείαν στον Λαμπρόπουλο, στην Columbia, κάναμε ένα δοκιμαστικό και μέσα σε ενάμιση χρόνο είχα τραγουδήσει ήδη Χατζιδάκι, Μούτση και Γκάτσο. Οι δημιουργοί τότε ήταν σε μεγάλη παραγωγικότητα και έγραφαν μεγάλα πράγματα. Με το καλημέρα είδα τον Νίκο τον Γκάτσο και τον Δήμο τον Μούτση στον πρώτο μου δίσκο. Δεν πέρασα από τίποτα περίεργο, δεν έφαγε η μούρη μου χώμα, όπως άλλων τραγουδιστών. Από το πρώτο μου συμβόλαιο είχα και ποσοστό επί των πωλήσεων, κάτι που δεν ήταν συνηθισμένο πέρα από τα μεγάλα ονόματα.

> H πρώτη φορά που έπαιξα μπροστά σε κοινό ήταν σε ηλικία 14-15 ετών στο Ναύπλιο. Ήταν ένα παιδί που με άκουσε να παίζω στην παραλία με την κιθάρα μου και με κάλεσε στο μαγαζί όπου έπαιζε. Πήγα στο Κάστρο του Ναυπλίου και τραγούδησα κι έγινε χαμός. Είπα τέσσερα τραγουδάκια και ύστερα ο επιχειρηματίας έπιασε τους γονείς μου και τους παρακάλεσε να μείνω εκεί και να τραγουδήσω άλλη μια φορά. Εκεί με γνώρισε και ο Κώστας ο Καρράς, ο ηθοποιός, όταν γύριζε μια ταινία με την Μπέττυ Αρβανίτη. Ήταν εκείνο το βράδυ στο ίδιο μαγαζί, με άκουσε, του άρεσα πολύ και μου είπε «πρέπει να σε γνωρίσω στον φίλο μου τον Πατσιφά». Εγώ δεν καταλάβαινα τίποτα. Μέχρι που βρέθηκα να παίζω με τον Μούτση στο Ρεξ της Πανεπιστημίου και μετά με τον Ξαρχάκο το καλοκαίρι, κάθε Δευτέρα στα Δειλινά. Τότε σε αυτά τα μαγαζιά ο κόσμος πήγαινε για να ακούσει τους αγαπημενους του τραγουδιστές, όχι να γίνει χώμα από το ποτό. Μετά χάλασε το πράγμα.

> Ο πρώτος δίσκος ήταν ένα compilation από τα 45άρια μου. Έτσι γινόταν στην εποχή του Λαμπρόπουλου στην Columbia. Ό,τι είχα κυκλοφορήσει σε 45άρια ή σε συμμετοχές μου σε δίσκους μεγάλους συγκεντρώθηκε σε ένα άλμπουμ. Αυτό ήταν το 1972. Η πρώτη μεγάλη μου επιτυχία ήταν η «Μαρία με τα κίτρινα». Είχε προηγηθεί το «Κάποιο Τρένο», η «Ρήνα Κατερίνα», αλλά η «Μαρία με τα κίτρινα» έκανε το μπαμ. Μετά ήρθε το « Ήλιε μου, ήλιε μου, βασιλιά μου». Οι γονείς μου, παρ’ όλα αυτά, δεν την ψώνισαν. Ο πατέρας μου δεν τρελάθηκε με τη «Μαρία με τα κίτρινα». Το θεωρούσε λίγο ελαφρό, όπως και ήταν. Έκανε επιτυχία όμως, και έγιναν και κάποιες εκτελέσεις του στο εξωτερικό.

> Το να μπεις εκείνη την εποχή στο γραφείο του Τάκη Λαμπρόπουλου ήταν πολύ δύσκολη υπόθεση. Δεν υπήρχε η επαφή τραγουδιστή - εταιρείας, όπως τώρα. Υπήρχε ένα κέντρο αποφάσεων του Λαμπρόπουλου με τους δημιουργούς. Οι τραγουδιστές ήταν απλά εκτελεστικά όργα- να και δεν αποφάσιζαν ποια κομμάτια θα πουν. Έρχονταν οι δημιουργοί και έλεγαν «εγώ θέλω τη Γαλάνη, εγώ τον Μητσιά...». Αυτό το άλλαξε ο Μάτσας το ’75, οπότε και ανέδειξε πια τον τραγουδιστή στη Minos.

> Το ’73 έκανα συνεργασία με τον Τσιτσάνη. Ξαφνικά, με πήρε τηλεφωνο και μου είπε «θέλω να πεις ένα τραγούδι». Του απάντη- σα «μάλιστα, κύριε Τσιτσάνη, παρότι δεν τραγουδάω λαϊκά». Ο Τσιτσάνης ήξερε πάρα πολύ καλά τι ήθελε από αυτό που έκανε, ήταν βαθύτατα αφοσιωμένος στη μουσική του. Αυτή είναι εικόνα που έχω από αυτούς τους δημιουργούς. Ήταν heavy workers. Άνθρωποι που δούλευαν πάρα πολύ και ήταν προσηλωμένοι, δεν κάθονταν να μετρούν τα μετάλλιά τους, παρήγαν συνεχώς, και αυτό το πράγμα γινόταν ιστορία. Δεν ήταν ρεμάλια, ήταν άνθρωποι καλλιεργημένοι, με παιδεία και ορίζοντες. Ο Τσιτσάνης ήταν τεράστια προσωπικότητα, ένας άνθρωπος άλλης κοπής, περίεργος να μαθαίνει ό,τι καινούργιο υπήρχε στη μουσική. Και αυτό φαίνεται και από τον κοσμοπολιτισμό που έχουν τα τραγούδια του, μια φλέβα συνθετική, πέρα απ' όλο αυτό που λέγεται «λαϊκό τραγούδι». Ο Τσιτσάνης είναι ο κόμβος που συνδέει το ρεμπέτικο τραγούδι με το λαϊκό και την παράδοση. Ακούς τανγκό μες στη μουσική του, ακούς Ευρώπη, είναι πιο κανταδόρος, οι μουσικές του πιο μεσογειακές, η δομή της «Αχάριστης» είναι συγκλονιστική μουσικά.

> Ταξίδευα πολύ για συναυλίες, όταν εδώ δεν έπαιζαν. Όταν πήγα στη Νέα Υόρκη το 1976, κάπου είδα ότι έπαιζε ο τρομερός μπασίστας Ρον Κάρτερ στο Madison Square Garden και αποφάσισα να πάω με κάτι φίλους. Μπήκα μέσα και γινόταν χαμός. Δεκαπέντε με δεκαεπτά χιλιάδες κόσμος. Υπήρχαν μόνο 30 λευκοί. Στα 20 λεπτά έφυγε ο Ρον Κάρτερ και βγήκε ο θεός, ο Μπομπ Μάρλεϊ. Tότε στην Ελλάδα δεν ξέραμε καλά καλά τι ήταν η ρέγκε. Πώς να ξεχάσω αυτή την εμπειρία; Μέτα, αγόρασα όλα τα βινύλιά του. Άκουγα και πολύ τζαζ. Ο γκουρού μου ήταν ο Τάσος Φαληρέας. Πήγαινα στο δισκάδικό του, το Pop Eleven, και μου έδινε να ακούω κασέτες με διάφορα. Ήθελα συνέχεια να μαθαίνω τι γίνεται σε όλα τα είδη. Μέχρι και μέταλ άκουσα ένα διάστημα, αν και δεν ήταν της γενιάς μου.

> Σε ένα από ταξίδια μου ανακάλυψα τους Portishead σε ένα μπαράκι. Έτσι συνάντησα και τον Κωνσταντίνο Βήτα. Αναζητώντας το trip hop. Δεν θεώρησα ότι είμαι συνδετικός κρίκος στην ηλεκτρονική μουσική στο εγχείρημα με τους Στέρεο Νόβα. Έκα- να το «Μετά» το 2000 και έσωσα στην κιβωτό του Κωνσταντίνου έναν Χατζιδάκι, έναν Λοΐζο, ένα μικρασιατικό κομμάτι. Ήθελα να τα πάω στη μετά εποχή. Με αυτό το σκεπτικό το έκανα αυτό. Θυμάμαι τότε μια δημοσιογράφο, που τώρα είναι βουλευτής, η οποία με έβρισε, λέγοντάς μου ότι δεν έχω ανάγκη αυτά τα πράγματα γιατί έχω φωνάρα. Δεν θα το ξεχάσω αυτό. Γιατί; Επειδή ήταν λίγο πειραγμένη η φωνή μου;

> Δεν θα παίξω τον ρόλο της γιαγιάς της μουσικής, αλλά, αφού βρίσκω ενδιαφέροντα τα νέα πράγματα, τι να κάνω; Όταν άκουσα τους Στέρεο Νόβα, τρελάθηκα. Ήμουν προετοιμασμένη γι’ αυτήν τη σκηνή από τη Λόρι Άντερσον και από τη Λένα Πλάτωνος, που ήταν πολύ μπροστά. Η Πλάτωνος είναι ο κρίκος της πρωτοπορίας. Εγώ ήμουν το πιο φιλικό προς τον κόσμο πρόσωπο. Η Πλάτωνος προηγείται σε σχέση μ' εμένα. Πόσο σημαντική γυναίκα είναι! Είμαι περήφανη που είμαι Ελληνίδα και έχω τη δική μου Λόρι Άντερσον.

> Στη δεκαετία του ’90 γνώρισα το ίντερνετ. Πήγαινα στο μαγαζί της Apple στην Ακαδημίας και χάζευα με τις ώρες τους υπολογιστές. Οι φίλοι μου με έκραζαν, ότι έχω κολλήσει άσχημα. Έβλεπα, όμως, ότι εκεί είναι το μέλλον.

> Δεν είμαι φαν του παρελθόντος, δεν βλέπω φωτογραφίες. Νοσταλγώ το επόμενο, όχι το προηγούμενο. Δεν ξεχνώ, όμως, σημαντικά πράγματα. Τη στιγμή με τον Μάνο στο στούντιο. Το αίσθημα της πρώτης επιτυχίας που έχει μείνει, τον Τάσο τον Φαληρέα που μου έλεγε να αφήσω τις μαλακίες που λέω και να πω καμιά επιτυχία. Μέσα από αυτά που θυμάμαι είναι η άλλη ποιότητα σχέσεων και ζωής. Δεν μπορώ να το ξεχάσω. Τώρα νιώθω θλίψη. Παίρνω χαρά όταν μέσα από τον ορυμαγδό της αθλιότητας βγαίνουν παιδιά με ευγένεια και καλλιέργεια μουσική. Παρόλη τη δημόσια ακαθαρσία, παίρνω δύναμη από παιδιά που διασώζουν τις ψυχές τους. Την ώρα που βρίζω ότι σε αυτήν τη χώρα που έχτισαν ο Ελύτης και ο Σεφέρης δεν έχει μείνει τίποτα, εκεί έρχονται κάποια παιδιά που είναι αυτοφυή καροτάκια μέσα σε τσουκνίδες και προσπαθούν να αυτοσιτιστούν ακόμα και από το διοξείδιο. Με συγκινεί αφάνταστα, ακόμα, όμως όχι γεροντικά. Έχω ωραία αίσθηση γι’ αυτό που έρχεται, αν και όλα δείχνουν ότι είναι σκατά αυτά που έρχονται. Έχω αισιοδοξία, από αυτό που έχω δει σε αυτά τα παιδιά. Είμαι επιφυλακτική με την παγκόσμια κρίση, με την ελληνική έχω αισιοδοξία. Έπρεπε να φάμε φάπα για να συνέλθουμε. Αν δεν γινόταν αυτός ο κύκλος και η αυτοκαταστροφική κατάσταση που ζούμε τώρα, δεν θα καταλαβαίνα- με τίποτα. Ήταν όλο σαν ψευδαίσθηση. Επί σειρά ετών βασιζόμασταν στην ψευδαίσθηση. Η εξαιρετικά βίαιη επαφή με την πραγματικότητα θα μας βγει σε καλό. Είχαμε χάσει την εφευρετικότητα και την ευελιξία μας. Τώρα θα τις βρούμε.

> Δεν έπαιξα ποτέ τον ρόλο του λαϊκού ειδώλου. Επέλεξα τον άλλο δρόμο. Ίσως δεν μπορούσα, δεν έκανα φιτ σε αυτό. Εμένα με ενδιαφέρει η μουσική με τον τρόπο που την αντιλαμβάνομαι. Έχω ανάγκη και δίψα να μαθαίνω, να γνωρίζω. Έχω την αίσθηση του γελοίου, ώστε να μην μπω σε πράγματα που θα με γελοιοποιήσουν, άρα μιλάω γι’ αυτή την αλήθεια. Αντιλαμβάνομαι την καθημερινότητα, όπως όλος ο κόσμος. Ζω μέσα στον κόσμο, δεν είμαι σε γυάλινο κλουβί. Δεν κοιτάω τα πράγματα από απόσταση ούτε έχω δούλες να μου ψωνίζουν. Μου αρέσει που είμαι έτσι. Ζω την πραγματικότητα. Θέλω να καταλαβαίνω τι γίνεται εκεί έξω.

> Στις χώρες όπου υπήρξαν σημαντικοί ποιητές δίνεται μεγάλη σημασία στον στίχο. Ο στίχος έχει σημαντικές στιγμές, με μεγάλες κορυφώσεις. Οι άνθρωποι που έκαναν τομές στιχουργικές είναι γνωστοί. Η αγγλόφωνη σκηνή στην Ελλάδα ήταν ένας τρόπος για να εκφραστούν τα παιδιά, πέρα από το ότι ήθελαν ίσως να βγουν και σε μια άλλη αγορά. Ήταν μια ανάγκη να ελαφρύνουν λίγο. Κάποια στιγμή έπρεπε να ήσουν μέγας ποιητής για να γράψεις ένα τραγούδι. Αυτό βάρυνε πολλούς από τη γενιά των νέων ανθρώπων. Μέσα από το αγγλόφωνο τραγούδι ξεδιπλώθηκε ένα φοβερό δυναμικό. Όσοι λένε ότι οι Έλληνες δεν πρέπει να τραγουδούν σε ξένο στίχο είναι λάθος. Καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζεται σε όποια γλώσσα θέλει. Εκφράζονται στη γλώσσα τους, αλλά με αγγλικό λόγο. Ακούω διάφορα στιχάκια και παρατηρώ ότι η σκέψη τους είναι ελληνική.

> Πιστεύω ακόμα στους ανθρώπους. Πάντα θα πιστεύω σε αυτό που θα βγαίνει. Πιστεύω στα υπέροχα ατυχήματα. Αυτό που συμβαίνει και δεν μπορεί να το υπολογίσει κανένα σύστημα. Αυτό που συμβαίνει στη διεθνή οικονομία είναι ένα ατύχημα. Τους ξέφυγε. Το πώς θα το μαζέψουν είναι δικό τους πρόβλημα. Αυτά τα λέει ο Πολ Βιριλιό, ένας σκοτεινός φιλόσοφος που μου αρέσει πολύ.

> Αισθάνομαι μοναξιά στη χώρα όπου ζω. Δεν μπήκα ποτέ σε κυκλώματα, άφησα τα πράγματα να τα καταλαβαίνουν οι άνθρωποι και δεν τους έκανα κλύσμα. Σε αυτή την αθωότητά μου έχω κάνει και γκάφες. Οι άνθρωποι δεν έχουν τ’ αρχίδια να παραδεχτούν τα λάθη τους. Τα αρχιλαμόγια δημιουργούν λαμογάκια και όταν γίνεται το φονικό κανείς δεν ξέρει τίποτα. Και όσοι δεν έπαιξαν σε αυτό το παιχνίδι σίγουρα ενοχλούνται.

> Μου αρέσει πολύ η DIY φάση στην οποία βρισκόμαστε. Στο δωμάτιό μου, εκεί μπορούν να γίνουν όλα. Όπως κάποτε έπαιρναν τα κομματάκια τους ο Τσιτσάνης και ο Παπαϊωάννου και, αφού τα έψηναν με τον κόσμο, μετά τα δισκογραφούσαν. Έτσι, είναι υπέροχο. Σκεφτόμαστε με τον Μάκη τον Μουράτογλου να γράψει και να γράψω μερικά κομμάτια και να πηγαίνουμε όπου θέλουμε, στη Μήλο, στο Πήλιο, με ένα βαλιτσάκι και μια ωραία κάρτα ήχου, και να παίζουμε.