...«Τουλάχιστον ακόμα έχουμε τα νησιά» λέμε συχνά ως ζορισμένα αισιόδοξη κατακλείδα μιας συνηθισμένης πλέον συζήτησης περί δυσχερών προοπτικών σε όλα τα επίπεδα του σύγχρονου μητροπολιτικού βίου. Κι αυτή η νότα στιγμιαίας ανεμελιάς και εξορκισμού των δεινών, όμως, επικαλούμενοι αναστενάζοντας ακρογιαλιές-δειλινά, ακούγεται όλο και σπανιότερα κάθε χρόνο, καθώς σέρνεται μια έντονη αίσθηση ότι για όλο και περισσότερο κόσμο οι πολυαναμενόμενες ιδανικές διακοπές του καλοκαιριού γίνονται όνειρο θερινής νυκτός με μπουκωμένο air-condition.

 

Τα έχουμε τα νησιά ακόμα; Κι ας υποθέσουμε ότι τα έχουμε (πριν μας τα φάνε οι ντόπιοι και ξένοι αγοραστές, επενδυτές και επιτήδειοι – δεν το λέω υπό την επήρεια ψεκασμού, υπάρχουν σαφείς τάσεις, σπέκουλες και κινήσεις). Τι να τα κάνεις αν δεν μπορείς να πας όποτε μπορείς, γιατί είναι πιασμένη και υπερτιμημένη και η τελευταία ασβεστωμένη ταράτσα;


Όσο κι αν δεν θες να την αφήσεις να σε ταράξει, είναι αδύνατον να παρακολουθείς στωικά την ειρωνεία όταν εκείνη σου τη λέει στα μούτρα: κάθε χρόνο και εν μέσω –πάντα εν μέσω, τέλος δεν διαφαίνεται ούτε στον μακρινό ορίζοντα– παρατεταμένης κρίσης και φτωχοποίησης, «εμείς» σπάμε ρεκόρ τουριστικής προσέλευσης. Από τις εύρωστες φλούο αγέλες που ξεβράζουν τα κρουαζιερόπλοια στα Φηρά και στην Οία (τόσα χρόνια, αν κάποιος μιλήσει σε Σαντορινιούς περί κρίσης, αυτοί πέφτουν κάτω και διπλώνονται από τα γέλια, το κάρμα όμως είναι μια ύπουλη σκύλα) ως τους περιστασιακούς νεο-παγανιστές στη Γαύδο και από τους παλαιάς κοπής τουρίστες στην Πλάκα ως τους μπαρότσαρκους στο νεότευκτο και άγαρμπα διαμορφωμένο ακόμα downtown.

 

Ο τουρισμός είναι η παρέλαση της ανοησίας. Είναι αναμενόμενο ότι είσαι ανόητος. Ολόκληρος ο μηχανισμός της χώρας φιλοξενίας στοχεύει στο να συμπεριφέρονται ανόητα οι ταξιδιώτες...

 

Να μην ξεχάσουμε, βέβαια, και τον εναλλακτικό/κοινοτικό/κινηματικό τουρισμό στα Εξάρχεια με τις αντίστοιχες τουρνέ με θέματα όπως «Άμεση δημοκρατία και οργανώσεις βάσης» ή «Αυτονομία / Ανεξαρτησία / Κινήματα – Εξάρχεια: Street art + αρχιτεκτονική + arts & crafts + κινήματα» (αντιγράφω από σχετικό site που προσφέρει, μεταξύ άλλων, και τέτοιες ξεναγήσεις σε ντόπιους και ξένους τουρίστες με αντίτιμο γύρω στα 15 ευρώ το κεφάλι).

 

Δεν είμαι εναντίον των «εναλλακτικών», θεματικού τύπου ξεναγήσεων (και πολύ περισσότερο εναντίον της εναλλακτικής θεώρησης της ιστορικότητας της πόλης και της σημασίας σύγχρονων ορόσημων και μνημείων). Εννοείται ότι η ΕΟΤικής έμπνευσης ξενάγηση –αρχαία, ουζάκι, συρτάκι και φιλότιμο– έχει κάνει προ πολλού τον κύκλο της. Ούτε μου αρέσει να γίνομαι ξινός με την περιοχή, από τη στιγμή που ποτέ δεν έπαψα να νιώθω άνετα (αν και όχι πάντα ευχάριστα) στα Εξάρχεια. Και η αλήθεια είναι ότι μόνο στο «Άμα Λάχει» της Καλλιδρομίου πετυχαίνεις καλοκαιριάτικα μια ιδανική (ή εξιδανικευμένη, το ίδιο είναι τελικά) πανσπερμία φυλών και ηλικιών ανάμεσα στους ξένους επισκέπτες που συχνάζουν εκεί. Όλα αυτό όμως το θεόκουλο και επιπόλαιο hype χυδαίου εξωτισμού που τρώμε τόσα χρόνια στη μάπα περί «νέου Βερολίνου» ή «Νέας Υόρκης του '80» ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο μαυσωλείο (άσχημων) γκραφίτι, ελευθεριότητας και μπαχαλορουτίνας σε κάνει καμιά φορά να θες να ουρλιάξεις.


Θα μπορούσε να πει κανείς ότι υφέρπει μια κοινή πικρία σε ομάδες του πληθυσμού ποικίλης καταγωγής και σύνθεσης, πικρία που καμιά φορά παίρνει τη μορφή ενός αντι-τουριστικού συναισθήματος. Σαν να νιώθει κανείς ότι ακόμα και κάποια παρήγορα δεδομένα που μας κρατούσαν όρθιους γλιστράνε αργά κάτω από τα πόδια μας. Σαν να έχουμε χάσει κάτι από το δικαίωμά μας στο μοναδικό ελληνικό καλοκαίρι με τα τόσα νησιά, τις τόσες γωνιές, τις τόσες πίστες, στο «χειρουργικό, εκτυφλωτικό φως», στις «μικρές χάρες και ασυλίες των νησιών», στη «βαθμιαία γλώσσα του έρωτα και της αποδοχής», στο «ελληνικό τελετουργικό», όπως έγραφε ο Ντον ΝτεΛίλο στο The Names (Τα Ονόματα – έχει μεταφραστεί παλιά, αλλά δεν έχω πετύχει την ελληνική έκδοση, που είναι και δυσεύρετη, πια, νομίζω), το πιο σημαντικό ίσως μυθιστόρημα με φόντο τις μυστήριες τελετουργίες του ελληνικού θέρους.

 

Εκεί υπάρχει και το παρακάτω απόσπασμα σχετικά με τον τουρισμό ως παρέλαση (προέλαση) της ανοησίας: «... Το να είσαι τουρίστας σημαίνει να διαφεύγεις την υπαιτιότητα. Σφάλματα και ελαττώματα δεν μένουν προσκολλημένα πάνω σου όπως πίσω στην πατρίδα. Μπορείς να περιπλανιέσαι ανάμεσα σε ξένες ηπείρους και γλώσσες, αναστέλλοντας τη λειτουργία της λογικής σκέψης. Ο τουρισμός είναι η παρέλαση της ανοησίας. Είναι αναμενόμενο ότι είσαι ανόητος. Ολόκληρος ο μηχανισμός της χώρας φιλοξενίας στοχεύει στο να συμπεριφέρονται ανόητα οι ταξιδιώτες... Η ανοησία είναι το μοτίβο, ο βαθμός και η νόρμα. Μπορείς να υπάρχεις σ' αυτό το επίπεδο για εβδομάδες και μήνες χωρίς επιπλήξεις ή δυσχερείς συνέπειες. Όπως και σε χιλιάδες άλλους, σου παρέχεται ασυλία και ευρείες ελευθερίες. Είστε ένας στρατός ηλιθίων σε αποχρώσεις λαμπερού πολυέστερ που καβαλάνε καμήλες και τραβάνε φωτογραφίες ο ένας στον άλλον, καταβεβλημένοι, διψασμένοι, δυσεντερικοί. Δεν έχεις να σκεφτείς τίποτε άλλο εκτός από το επόμενο ασχημάτιστο συμβάν...».