Αν και η σύγκριση μεταξύ διαφορετικών φαινομένων και συγκυριών έχει ρίσκο, θα το αποτολμήσω. Ας ανατρέξουμε, λοιπόν, στους «Αγανακτισμένους» του 2011 και ας σταθούμε στον κόσμο που τώρα στοιχήθηκε με τις αντιδράσεις εναντίον της Συμφωνίας των Πρεσπών.

 

Οι περιστάσεις είναι διαφορετικές, η έκταση και η δυναμική των αντιδράσεων επίσης. Το ερώτημα είναι όμως αν μπορούμε και στη μία και στην άλλη περίπτωση να βάλουμε έναν τίτλο και να προσπεράσουμε. Να μιλήσουμε, ας πούμε, για «αριστερό λαϊκισμό» στη μία περίπτωση ή για «δεξιό λαϊκισμό» στην άλλη κι έτσι, με μια ανακουφιστική γενικότητα, να αλλάξουμε θέμα συζήτησης.


Νομίζω πως όχι. Στη θέση της παραπάνω απλούστευσης θα ήταν καλύτερα να δούμε τον λαό της αγανάκτησης ως ένα ψηφιδωτό και όχι ως μπλοκ μίας και μόνο κατεύθυνσης.

 

Στο ψηφιδωτό της αγανάκτησης του 2010 έβρισκε κανείς την άρνηση παραδοχής της δημοσιονομικής χρεοκοπίας, το ανάθεμα στις «προδοτικές ελίτ», το μίσος για τους ξένους δανειστές. Υπήρξε όμως και μια κινητικότητα ιδεών γύρω από την άμεση δημοκρατία ή την αναζήτηση μιας εναλλακτικής εθνοσυνέλευσης, κάτι ανάλογο με όσα ακούγονται τώρα από τα «Κίτρινα Γιλέκα» για τα δημοψηφίσματα και τις άλλες μορφές δημοκρατίας της βάσης.


Στο ψηφιδωτό για τις Πρέσπες συναντούμε, επίσης, διαφορετικά υποκείμενα. Πολίτες από τα συμβατικά κόμματα που αισθάνονται πως έγινε μια μεγάλη υποχώρηση, συντηρητικο-χριστιανούς της Βόρειας Ελλάδας που νιώθουν διαρκώς απειλή για την παραδοσιακή τους ταυτότητα αλλά και ένα μικρό και δυναμικό «black block» της άκρας δεξιάς και του νεοφασισμού.

 

Οι οικογένειες, οι ηλικιωμένοι και ο βασικός κορμός όσων εμφανίστηκαν στα συλλαλητήρια μέχρι προσφάτως δεν γνώριζαν από πλατφόρμες και τακτικές για την ηγεμονία ή, έστω, για την πολιτική επιρροή.


Σε όλες τις περιπτώσεις σύνθετων αντιδράσεων και πολύμορφων κινημάτων το θέμα είναι ποιος ηγεμονεύει. Ποιος είναι αυτός που παίρνει την πρωτοβουλία των κινήσεων και διαμορφώνει τη γλώσσα, τα αιτήματα ή την κατεύθυνση της διαμαρτυρίας.

 

Εδώ ακριβώς υπάρχει μια αξιοσημείωτη διαφορά μεταξύ του 2010/11 και του σήμερα. Τότε, η επίσημη ή πιο διακριτική συμμετοχή του αριστερού και αναρχικού γαλαξία έφερνε μαζί της και κάποια οργάνωση.

 

Ο ΣΥΡΙΖΑ, που ήταν απλώς ένας παίκτης στον χώρο, αλλά ο μοναδικός με θέση στο κυρίαρχο πολιτικό σύστημα, μπόρεσε να διεκδικήσει τον μέσο αντιμνημονιακό «πατριωτισμό», αξιοποιώντας τον εκλογικά και πολιτικά.

 

Φρόντισε, φυσικά, να τον λειάνει ή να κρύψει κάποια φασίζοντα και αντικοινοβουλευτικά στοιχεία του, δίχως ποτέ να εξηγηθεί αναλυτικά με τις αντιδημοκρατικές εκτροπές της περιόδου εκείνης.

 

 

Μπορούμε να πούμε πως τα χώνεψε όλα στη λογική που λέει πως έτσι κερδίζεις εκλογές, μέσα από τη συνδιαλλαγή με το ακάθαρτο (αυτό ήταν και το πιο σημαντικό σημείο τομής του με την παραδοσιακή ανανεωτική αριστερά που ποτέ δεν υιοθέτησε αυτήν τη μετωπική λογική).

 

Τώρα, ωστόσο, στην αντίδραση για τις Πρέσπες, οι άνθρωποι που προέρχονται από τη συντηρητική παράταξη δεν έχουν κινηματική παιδεία.

 

Οι οικογένειες, οι ηλικιωμένοι και ο βασικός κορμός όσων εμφανίστηκαν στα συλλαλητήρια μέχρι προσφάτως δεν γνωρίζουν από πλατφόρμες και τακτικές για την ηγεμονία ή, έστω, για την πολιτική επιρροή.

 

Αυτοί οι κώδικες είναι άγνωστοι και σχεδόν εξωτικοί σε αυτούς τους άμαθους παίκτες. Γι' αυτόν το λόγο η συγκεκριμένη διαμαρτυρία δεν έχει παραγωγή μανιφέστων, κειμένων και πλούσιου ακτιβιστικού υλικού.

 
Αυτό, όμως, είναι και το πιο ανησυχητικό πλέον. Ο κόσμος των ανήσυχων ή των αντίθετων με τη Συμφωνία σκορπίζεται για να επιστρέψει στο σπίτι του.

 

Στη θέση του, όμως, εμφανίζονται οι επαγγελματίες της βίας και όσοι έχουν για κεντρικό ιδεολογικό άξονα τον ακραίο εθνικισμό. Και όσο κι αν λένε στην κυβέρνηση ότι το κόμμα της ελληνικής κεντροδεξιάς οργανώνει ή καθοδηγεί το πεδίο, αυτό είναι μεγάλο μύθευμα. Διότι, πολύ απλά, η θεσμική δεξιά και το αστικό στρατόπεδο δεν έχει την τεχνογνωσία του δρόμου ούτε τη δυνατότητα να ελέγχει τα κοινωνικά και λαϊκά πάθη.

 

Υπάρχει απλώς μια ρητορική, καφενειακή και ιντερνετική δεξιά και ένας συντηρητισμός του παράπονου, της ευχής ή, έστω, της δαιμονολογίας και των αφορισμών για τον Τσίπρα, τον ΣΥΡΙΖΑ, τον «διεθνισμό» κ.λπ. Αυτή η δεξιά, όμως, δεν βγαίνει στον δρόμο, δεν κατασκευάζει μολότοφ ούτε φοράει κουκούλες. Κυρίως: δεν θα έριχνε ποτέ πέτρες στους αστυνομικούς, για τους οποίους, φυσικά, τρέφει σεβασμό.


Γι' αυτό και μόλις ψηφίστηκε η Συμφωνία ο πολύς κόσμος δεν είναι πια ορατός. Γιατί, κακά τα ψέματα, οι συντηρητικοί πιστεύουν στην καταψήφιση του αντιπάλου και όχι στην εκδίωξή του μέσα από ένα κίνημα. Δεν βλέπουν τον δρόμο παρά ως εξαίρεση, έκτακτη ανάγκη ή έσχατο μέσο.

 

Σε αντίθεση με την αριστερά του 2011, για την οποία το να είναι στον δρόμο ήταν φυσική επιλογή και η αγανάκτηση ένα είδος υπαρξιακής αναφοράς, ο λαός που κατέβηκε για το Μακεδονικό τρέχει να αποσυρθεί βγάζοντας την πικρία του στα κοινωνικά μέσα (όπου κι εκεί καπελώνεται από τους ωμούς φασίστες).


Μια άλλη διαφορά, ωστόσο, γεννάει σήμερα αμφιβολίες για το αν αυτή η μακεδονική αγανάκτηση θα σβήσει ομαλά. Οι δεξιοί λαϊκισμοί και ριζοσπαστισμοί στην Ευρώπη και αλλού έχουν πολύ πιο ισχυρή και εδραιωμένη παρουσία πλέον. Ενώ, αντιθέτως, το 2010/11 ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κολυμπούσε σε μια θάλασσα ευρωπαϊκών αριστερών λαϊκισμών παρά μόνο στη θεωρία και στη φαντασία κάποιων από τα πιο αριστερά μέλη του.


Σήμερα, άνθρωποι που πιστεύουν πως στις Πρέσπες έγινε ένα λάθος ή και ένα έγκλημα δεν είναι διατεθειμένοι να ξηλώσουν πεζοδρόμια γι' αυτό. Αυτοί που το επιχειρούν είναι εκείνοι οι ακροδεξιοί εξτρεμιστές, οι οποίοι, την ίδια στιγμή που φωνάζουν για το Σκοπιανό, μπορεί να βανδαλίζουν το μνημείο των Εβραίων στο Αριστοτέλειο ή να ρίχνουν μάρμαρα στα ΜΑΤ στο Σύνταγμα.


Το ανησυχητικό είναι ότι αυτό το μαύρο μπλοκ της ακροδεξιάς έχει σήμερα περισσότερες ευκαιρίες απ' όσες πριν από κάποια χρόνια.

 

Και μπροστά στην άγνοια και στη νομιμοφροσύνη όσων είναι άμαθοι από διαδηλώσεις, ο κόσμος της αντιδημοκρατικής εκτροπής μπορεί να προσφέρει ευκαιρίες στράτευσης και κινητοποίησης σε νεότερους: σε αυτούς τους μαθητές των λυκείων της Θεσσαλονίκης που τώρα ακούνε στα κινητά τους ένα τραγουδάκι για τη Μακεδονία («μην παραχαράσσετε την Ιστορία/ η Μακεδονία/ είναι Μία») και ενδεχομένως τη ραπ διασκευή του.

 

Αυτή η γενιά πιστεύω πως είναι, άλλωστε, ο στόχος και το τρόπαιο του μέλλοντος. Και είναι το συγκεκριμένο ενδεχόμενο που θα έπρεπε να προσέξουμε όλοι όσοι, είτε υπέρ των Πρεσπών, είτε εναντίον, είτε έχοντας αμφιβολίες και δεύτερες σκέψεις, δεν θέλουμε να κερδίσουν οι ολοκληρωτικοί.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO