Zούμε, ως γνωστόν, σ' έναν κόσμο θορύβων, περισπασμών και ενοχλήσεων. Οι μικρομηχανές έχουν γίνει προέκταση του μαξιλαριού και όχι απλώς των χεριών μας. Κοιμόμαστε και όλο και κάποιο φωτάκι θα αναβοσβήνει, συσκευές θα γουργουρίζουν, κάποιος ή κάποια θα μας στέλνει mail μεταμεσονύχτια ή μηνύματα στο Facebook.

 

Η σύγχρονη ζωή δίνει την εικόνα αυτής της αδιάσπαστης συνομιλίας που κατά το ένα μέρος της είναι μια, λιγότερο ή περισσότερο, συνειδητή επιλογή και κατά το άλλο (και μεγαλύτερο ίσως) ένας όγκος ανεπιθύμητων ή ουδέτερων «δεδομένων». Στη μια άκρη είναι απλώς η απόφαση του καθενός να συναντηθεί με τους άλλους και στην άλλη η παγίδευση όλων σε ένα νέφος γεμάτο αλγοριθμικές ταξινομήσεις και αχρείαστες υποδείξεις.


Όμως, την ίδια στιγμή που βασιλεύει αυτός ο επικοινωνιακός θόρυβος, κάποιες σιωπές συντηρούνται καλά. Βασανισμένα παιδάκια κρατούν κλειστό για χρόνια το στόμα τους. Γυναίκες πνίγουν αυτά που έχουν να πουν για όσα έχει υποστεί το σώμα τους. Οι περισσότερο ευάλωτοι δυσκολεύονται να μιλήσουν και όταν μιλούν είναι αργά. Ενώ γύρω υπάρχουν διαθέσιμες οι ευκαιρίες και τα μέσα για να βγουν στον αέρα τα ντροπιαστικά μυστικά, αυτά παραμένουν πεισματικά κρυμμένα. Και ενώ όλοι οι χρόνοι γνωρίζουν πια την πιο τρελή επιτάχυνση, η αποκάλυψη ενός ενδοοικογενειακού δράματος και η επέμβαση των Αρχών του κράτους φαίνεται να καθυστερούν, συγκριτικά, «αιώνες».


Αυτό που συνέβη στη Λέρο, με τους δύο γονιούς στον ρόλο του βασανιστή και ενδεχομένως του βιαστή, μας ξαναθυμίζει, λοιπόν, το παράδοξο της σιωπής σε μια κοινωνία όπου όλοι μιλούν για όλα και για όλους. Πώς επιβιώνουν αυτές οι σιωπές που δίνουν χρόνο στους δράστες και αφήνουν έκθετα τα θύματα;

 

Οι Έλληνες γονείς, ας πούμε, εμφανίζονται ως κάτοχοι της απόλυτης αλήθειας για τα παιδιά τους και το συμφέρον τους. Ξέρουν εκ των προτέρων τι πρέπει να κάνουν τα παιδιά για να ικανοποιήσουν το πατρικό ή μητρικό «στοίχημα». Θέλουν, έτσι, να κανονίζουν την ευτυχία των παιδιών τους αντί να μεριμνούν για την υπεύθυνη ελευθερία τους, γι' αυτό δηλαδή που θα επιτρέψει στο παιδί να χαράξει έναν δικό του δρόμο.


Υποθέτω ότι η σιωπή που προστατεύει την αυθαιρεσία ευνοείται από τη χρόνια ιεροποίηση της ελληνικής οικογένειας. Σε μια κοινωνία που είναι βαθιά κακόπιστη απέναντι στις δημόσιες Αρχές και εξουσίες (στο κράτος) και εμπιστεύεται κυρίως τα κάθε είδους μικρομάγαζα, η οικογένεια διαθέτει περισσότερη εξουσία πάνω στα μέλη της.

 

Οι Έλληνες γονείς, ας πούμε, εμφανίζονται ως κάτοχοι της απόλυτης αλήθειας για τα παιδιά τους και το συμφέρον τους. Ξέρουν εκ των προτέρων τι πρέπει να κάνουν τα παιδιά για να ικανοποιήσουν το πατρικό ή μητρικό «στοίχημα». Θέλουν, έτσι, να κανονίζουν την ευτυχία των παιδιών τους αντί να μεριμνούν για την υπεύθυνη ελευθερία τους, γι' αυτό δηλαδή που θα επιτρέψει στο παιδί να χαράξει έναν δικό του δρόμο.


Η αδύναμη και χρονοβόρα γραφειοκρατία των δημόσιων υπηρεσιών συνδυάζεται έτσι με την υπερεξουσία της οικογένειας. Από την άλλη, όμως, η οικογένεια, ως «λιμάνι σε έναν άκαρδο κόσμο», όπως έγραφε ο Αμερικάνος κοινωνιολόγος Κρίστοφερ Λας, κινδυνεύει σήμερα από πολύ διαφορετικές τάσεις. Πρόκειται για δυνάμεις που μοιάζουν αντίθετες μεταξύ τους, αλλά από κοινού έχουν φτιάξει ένα περιβάλλον τοξικής θλίψης για τα άτομα.

 

Η πρώτη τάση είναι η άνοδος της αδιαφορίας μέσα και έξω από τις οικογενειακές κυψέλες. Γονείς και παιδιά στο tablet ή στα smartphones, ώρες σιωπής, η μηχανική των δραστηριοτήτων, η αληθινή συζήτηση συρρικνωμένη. Τα τελευταία χρόνια αυτή η αδιάφορη συνύπαρξη σαρώνει, ιδίως στις οικογένειες της μεσαίας τάξης. Η αλήθεια είναι ότι ταιριάζει με την κόπωση των γονιών και την προϊούσα φυγή των παιδιών στον δικό τους παράλληλο κόσμο, μόνο που αυτή τους η φυγή είναι πια επιτόπια, καθηλωμένη και καθιστική.


Η άλλη τάση δείχνει, φαινομενικά, το αντίθετο. Δεν στηρίζεται στην αδιαφορία των Εγώ αλλά είτε σε μια μητρική «αγάπη» που πνίγει είτε σε μια πατρική εξουσία στηριγμένη ακόμα στον φόβο και στην αυτολογοκρισία των θυμάτων της.


Η αδιαφορία εγκαθιστά απλώς μια μελαγχολική ψυχρότητα. Η κυριαρχική εξουσία, από την άλλη, στρώνει το έδαφος για κάθε λογής κακοποίηση και καταχρηστική επιβολή. Αν η αδιαφορία ουδετεροποιεί και απομακρύνει τα άτομα, η εξουσιαστική αδιακρισία «φέρνει κοντά» τον γονιό και τον παιδί σε έναν δεσμό ασφυξίας.


Έχουμε, λοιπόν, διαφορετικές σιωπές και θορύβους. Η σιωπή που γειτνιάζει με τη διακριτικότητα και το δικαίωμα στη λήθη είναι διαφορετική από τη σιωπή της συνενοχής και της υποταγής των αδύναμων. Ο θόρυβος που κάνoυν η χαρά και η γενναιόδωρη συνύπαρξή μας είναι διαφορετικός από τον θόρυβο που απλώς καταλύει την προσωπική γαλήνη και την όποια αυτονομία μας.


Όλα αυτά πάνε προφανώς πιο μακριά από τους τίτλους της φρίκης για τη μία ή άλλη φρίκη που απασχολεί την επικαιρότητα. Δείχνουν όμως πως μια κοινωνία που φλυαρεί πολύ για τις πληγές της (και όλες οι σύγχρονες κοινωνίες αυτό κάνουν), συνεχίζει να επωάζει επώδυνα μυστικά και κακές ασυλίες.

 

Με άλλα λόγια, ξέρουμε να σκανδαλιζόμαστε για τη βία, αλλά συντηρούμε τα ιερά άβατα απ' όπου η βία περνάει και καταστρέφει ζωές. Μας περισσεύει η αδυναμία της αγανάκτησης, ενώ μας λείπει η δύναμη της ευθύνης, δηλαδή αυτή που μπορεί να μας κινητοποιεί προτού να είναι αργά.