Οι τόνοι των σκουπιδιών, η «τροπική» ζέστη, οι ξινές μυρουδιές ενός τέλους Ιουνίου σε αποσύνθεση. Κι όμως, νιώθω κάποιον δισταγμό να μιλήσω για την ασχήμια και να την ονομάσω έτσι, με αυτό το παλιομοδίτικο όνομα: ασχήμια. Αντιστέκομαι σε αυτό που αντικρίζουν τα ίδια μου τα μάτια όταν περπατώ στην πόλη. Ίσως γιατί ξέρω πως θα βρεθούν αυτοί που θα πουν με κάποια έξαψη πως η ομορφιά και η ασχήμια δεν είναι αντικειμενικά και μετρήσιμα δεδομένα. Η σύγχρονη εποχή και η εντατικοποίηση των ερεθισμάτων μας έχουν ανατρέψει τα γούστα και τους τρόπους αποτίμησης των πραγμάτων. Και πάντα, βέβαια, θα βρεθεί κάποιος που θα πεταχτεί για να πει με ύφος αθώου ιεροκήρυκα: μα, σας πειράζουν τα σκουπίδια και όχι αυτή ή η άλλη αδικία που πνίγει τη χώρα; Και από δίπλα υπάρχει και μια πιο φιλοσοφική αντίρρηση, αυτή που λέει πως η δυσαρμονία, η ακαθαρσία και η ασχήμια έχουν κατοχυρωθεί για τα καλά στις τέχνες, στη φιλοσοφία και στα βλέμματα των μοντέρνων ανθρώπων. Πόσες φορές, άλλωστε, δεν έχουμε πιάσει τον εαυτό μας να απολαμβάνει μια φτηνή και κακή κόπια, να γλεντάει την ίδια την εξωφρενική ασχήμια μιας κατάστασης;

 

Ναι, και οι σωροί των σκουπιδιών θα μπορούσαν να ιδωθούν ως υπολείμματα ενός καταναλωτικού οργίου, ακόμα και σε εποχές λιτότητας. Τα βουνά των απορριμμάτων ως μέρη μιας «ινσταλασιόν» σε μια γιγαντιαία διοργάνωση, σε μια documenta αφιερωμένη στις αστικές καταστροφές της ύστερης Ελλάδας.

 

Όταν, λοιπόν, αναφέρεται κανείς σήμερα στην ομορφιά και στην ασχήμια, έρχεται αντιμέτωπος με όλα τα παραπάνω. Και με αυτό το στυλ αντίρρησης που ρωτάει: «Μα, θέλετε λοιπόν έναν "αποστειρωμένο χώρο"; Δεν σας συγκινεί η υπερχειλίζουσα ζωντάνια των ακατάστατων πραγμάτων, αυτά που σπάνε τις φόρμες ή σκάβουν βαθιά στο αρνητικό υπέδαφος; Θέλετε τη γυαλισμένη, αντισηπτική επιφάνεια που συγκαλύπτει τις λερωμένες φωλιές της;»

 


Πολιτική χωρίς μέριμνα για τον χώρο και ειδικά για τον αστικό χώρο είναι αδιανόητη. Γι' αυτό και η ασχήμια της πόλης είναι η πικρή υπενθύμιση μιας μεγάλης πολιτικής αποτυχίας που με τον χρόνο φαίνεται πως έγινε απέχθεια γι' αυτό που χτίσαμε, για το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούμαστε: κάτι που απλώς δεν το έχουμε καθόλου σε υπόληψη και το βλέπουμε, αδιάφορα, να μαραίνεται.

 

Εδώ, όμως, λέω κάτι άλλο. Πως μπορούμε να είμαστε σύγχρονοι χωρίς να αποδεχόμαστε τον νόμο της ασχήμιας. Να είμαστε σημερινοί, δίχως να κανακεύουμε τους μηδενισμούς μας. Τα αμερικανικά θρίλερ μάς έχουν βεβαίως μάθει πως το ειδυλλιακό μέρος κρύβει συνήθως διαστροφές και ακατονόμαστα εγκλήματα. Σωστά. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει πως εμείς πρέπει να δοξάζουμε την ασχήμια που επικρατεί σε τοίχους και επιφάνειες των ελληνικών ΑΕΙ. Να λέμε, ας πούμε, πως εμείς είμαστε πιο υγιείς γιατί δεν «υποκρινόμαστε» και δεν έχουμε ανάγκη από τους ψεύτικους καλούς τρόπους: να μεταμφιέζουμε έτσι την αγένεια σε χαρακτήρα και τη νωθρή παθητικότητα σε ανοχή.

 

Γνωρίζουμε, επίσης, πως υπάρχει ένας αισθητικός εξωραϊσμός για κρυμμένες αθλιότητες και επώδυνες καταστάσεις. Κι αυτό όμως δεν δικαιολογεί την αισθητική της μιζέριας και την υποταγή στην ασχήμια.

 

Ίσως είναι η στιγμή να αφήσουμε στην άκρη την εστέτ και ριζοσπαστική επίθεση στην «αστική» καλαισθησία. Να απορρίψουμε την ιδέα πως ο χώρος στον οποίο ζούμε αποκτά νόημα μόνο από τη διασάλευση της τάξης του. Αυτή ειδικά τη γεροντο-νεανίζουσα αντίληψη που αναζητάει διαρκώς γύρω σημάδια καταστροφής ως τρανή επιβεβαίωση πως ζούμε σε έναν άκαρδο κόσμο. Λες κι έχουμε την αυταπάτη ενός αστικού παραδείσου αν απλώς δεν αντέχουμε άλλο την ασχήμια.

 

Φυσικά και ορισμένες μορφές κάλλους δεν επιστρέφουν, ούτε μπορεί να αναπαραχθούν τεχνητά. Η ιδέα της ισορροπίας μέσα στην πραότητα, αυτός ο ιδεατός κανόνας που όριζε κάποτε το κλασικό γούστο, ανήκει στον κόσμο της σοφίας, όχι στην πραγματικότητα του κόσμου τούτου. Άλλοι τόνοι και διαφορετικές εμπειρίες συνθέτουν το δικό μας στίγμα. Αλλά η ασχήμια υπάρχει και διαρκώς επεκτείνεται. Τη στιγμή που την αναλογιζόμαστε και τη συζητάμε, ξέρουμε καλά περί τίνος πρόκειται. Τη στιγμή που αντικρίζουμε σιωπηρά ένα αίσχος, δεν τα θεωρούμε όλα τόσο σχετικά ούτε απροσδιόριστα: ξέρουμε τι είναι χάλια και πως μας προσβάλλει βαθιά, ακόμα κι όταν, για να μη φανούμε κάπως παρωχημένοι, δεν το κατονομάζουμε ευθέως. Μπορεί, φυσικά, να διαφωνούμε στις ερμηνείες, αλλά ένα ξεκοιλιασμένο παγκάκι, ο σωρός των σκουπιδιών και τα κατουρημένα τσιμέντα είναι όψεις παρακμής. Αντίστοιχα, οτιδήποτε συντηρεί και εξευγενίζει τον χώρο μας δεν είναι απλώς «αισθητική». Είναι πια και ηθική και πολιτική.

 

Πολιτική χωρίς μέριμνα για τον χώρο και ειδικά για τον αστικό χώρο είναι αδιανόητη. Γι' αυτό και η ασχήμια της πόλης είναι η πικρή υπενθύμιση μιας μεγάλης πολιτικής αποτυχίας που με τον χρόνο φαίνεται πως έγινε απέχθεια γι' αυτό που χτίσαμε, για το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούμαστε: κάτι που απλώς δεν το έχουμε καθόλου σε υπόληψη και το βλέπουμε, αδιάφορα, να μαραίνεται. Αυτός είναι, εξάλλου, ο νόμος της ασχήμιας: όταν την αφήνουμε να ριζώνει, χωρίς αντιρρήσεις και χωρίς να το κάνουμε θέμα. Όταν περνάμε στο απέναντι πεζοδρόμιο, μαθαίνοντας να χορεύουμε ανάμεσα στις σακούλες των σκουπιδιών.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO