1.

Διαλεκτική. Τα πάντα διευθετούνται με τη διαλεκτική, έγραφε ένας Γάλλος παίκτης/ρέκτης τη δεκαετία του 1960. Λησμονημένη τέχνη η διαλεκτική, ευτυχώς όχι απ' όλους. Πολύτιμη τέχνη, τέχνη ακριβείας και τέχνη ακριβή. Όπως και η μεγάλη μουσική. Όπως η μεγάλη ποίηση. Όπως η μεγάλη πεζογραφία. Ίσως να μην υπάρχει άλλος τρόπος να ελιχθείς στα αδυσώπητα γεγονότα, στην άτεγκτη πραγματικότητα που έχει βαλθεί να εξοντώσει το μυαλό, το κορμί και την ψυχή σου, από την προσφυγή στη διαλεκτική, στη μεγάλη μουσική, στη μεγάλη ποίηση, στη μεγάλη πεζογραφία. Ιδίως αν είσαι και σάρκινος, χθόνιος, χωμάτινος και πλασμένος από των ονείρων το υλικό, αέρας μπεχλιβάνης, αιθέριος. Ο Ντμίτρι Σοστακόβιτς (1906-1975) τέτοια ιστορία ήταν. Και μπόρεσε να ζήσει και να δημιουργήσει κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες, και μονίμως υπό την απειλή της εξόντωσης. Μιας εξόντωσης που, όπως και το ον κατά τον Αριστοτέλη, λέγεται πολλαχώς. Μιας εξόντωσης όχι μονάχα του σώματος, της υλικής κάπας πνεύματος και ψυχής, αλλά και κάθε μικρομορίου ύπαρξης, κάθε έκφρασής του, κάθε ιχνοστοιχείου του παρόντος, αλλά και του παρελθόντος και του μέλλοντος της οντότητάς του. Ο Σοστακόβιτς είναι, όπως και ο Μπέρτολτ Μπρεχτ ή ο Γκέοργκ Λούκατς, ένας μέγας επιζών διαλεκτικός. Και ο Julian Barnes (Λέστερ, 1946) αποφάσισε να γίνει ο χρονικογράφος της απόφασης του Σοστακόβιτς να είναι ένας μέγας επιζών.


2.

Τέχνη. Διάβασα, με προσήλωση και ένταση, το μυθιστόρημα του Julian Barnes Ο αχός της εποχής. Το έχει μεταφράσει ανεπίληπτα ο έμπειρος Θωμάς Σκάσσης. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Ο Barnes, ιδιοφυώς, μιλάει για την πολιτεία, τον βίο και το έργο του μεγάλου Ρώσου συνθέτη ακριβώς για να μιλήσει για όσα σήμερα μας ταλανίζουν αλλά και μας κάνουν να ελπίζουμε. Έχει συνάξει και επεξεργαστεί ένα πλούσιο υλικό, ο συγγραφέας από το Ηνωμένο Βασίλειο, για την αλήστου μνήμης Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών –τέσσερις λέξεις, τέσσερα ψέματα, διατεινόταν ο Κορνήλιος Καστοριάδης– και για τον Σοστακόβιτς, και εν συνεχεία με ένα δημιουργικό μοντάζ σπαραγμάτων από το υλικό αυτό συνέθεσε το μυθιστόρημά του, μπολιάζοντάς το με μηρυκασμούς και αναμηρυκασμούς, όχι με τον ιλιγγιώδη τρόπο του Thomas Bernhard αλλά με τη μεταλλική στιλπνότητα του Don DeLillo στο Point Omega και στους Χρόνους του σώματος. Ο Barnes χωρίζει το μυθιστόρημα, διαλεκτικά, σε τρία μέρη, τρεις τόπους, τρεις χρόνους: 1) Στο Πλατύσκαλο, όπου τα πάντα περιστρέφονται γύρω από το έτος 1936 και το πρώτο άγριο πνιγηρό αγκάλιασμα του Σοστακόβιτς από τη σταλινική τρομοκρατία, που ήταν τότε στο πιο φρικαλέο της απόγειο. 2) Στο Αεροπλάνο, όπου τα πάντα περιστρέφονται γύρω από το έτος 1949 και την επιβεβλημένη από τον Στάλιν παρουσία του Σοστακόβιτς στις Ηνωμένες Πολιτείες, και, τέλος, 3) στο Αυτοκίνητο, όπου τα πάντα περιστρέφονται γύρω από το έτος 1972 και την τάχατες αποκατάσταση και δόξα του Σοστακόβιτς στην εποχή μετά την προσωπολατρία. Κάθε μέρος αρχίζει με τη φράση «ΕΝΑ ΠΡΑΓΜΑ ΗΞΕΡΕ ΜΟΝΟ: Τούτη ήταν η χειρότερη εποχή». Και τα τρία μέρη ένα κεντρικό θέμα έχουν: την τρομερή προσπάθεια του καλλιτέχνη να τα βγάλει πέρα με τους ιστούς της αράχνης που υφαίνει η πανούργα εξουσία για να τον απειλήσει, να τον παγιδεύσει, να τον προσεταιριστεί».


3.

Αχός. Ευφυώς μεταφρασμένος και ο τίτλος The noise of time στα ελληνικά: Ο αχός της εποχής, με τα δύο χι και με την επιστράτευση της παλαιάς ωραίας σημαίνουσας λέξης «αχός». Ο Barnes αναφέρει τη φράση σε τέσσερις περιπτώσεις, στις σελίδες 113, 120, 160 και 227. Και στις τέσσερις δείχνει ότι η ελπίδα της τέχνης νικάει τη λεπίδα της εξουσίας: 1) «Με την ειρωνεία μπορούσες να διατηρήσεις ό,τι είχε αξία για σένα –αυτή την ελπίδα έτρεφε κάποιες φορές–, ακόμα κι όταν ο αχός της εποχής γινόταν τόσο δυνατός, ώστε να σπάνε τα τζάμια των παραθύρων. Τι είχε, λοιπόν, αξία γι' αυτόν; Η μουσική, η οικογένειά του, η αγάπη». 2) «Η τέχνη είναι ο ψίθυρος της ιστορίας που ακούγεται πάνω από τον αχό της εποχής». 3) «Τι θα μπορούσε να αντιπαρατεθεί στον αχό της εποχής; Μόνο αυτή η μουσική που βρίσκεται μέσα μας». 4. «Μια τριπλή συνήχηση που έκαναν τρία όχι ιδιαίτερα καθαρά ποτήρια βότκας και το περιεχόμενό τους ήταν ένας ήχος που ξεχώρισε μέσα στον αχό της εποχής και θα παρέμενε ζωντανός περισσότερο απ' όλους και απ' όλα».

 

Το άρθρο από την έντυπη έκδοση της LIFO