Kυριάκος Xαρίτος
Kυριάκος Xαρίτος

 

1.

Ακατάσχετη Αθήνα. Πολύ δυνατή, παλλόμενη και παθιασμένη, αλλά συγκροτημένα συγκερασμένη η ποιητική σύνθεση Το Επί Ματαίω (εκδ. Κέδρος) του Κυριάκου Χαρίτου (Χαλκίδα, 1977). Λέξεις-σουγιάδες και φράσεις-λεπίδες για τα όσα ταλανίζουν και βρομίζουν το σήμερά μας, τις ώρες, τα δευτερόλεπτά μας. Οργισμένο χιούμορ και μαινόμενη λογική κατακλύζουν τις σελίδες του Χαρίτου, αφού κατέκλυσαν την ψυχή και τον νου του. Ο εκτροχιασμός της τηλοψίας, η καλπάζουσα ρύπανση της αισθητικής και του γούστου, το κουρέλιασμα της ευγένειας από τη βαναυσότητα, ο θυμός για όλα γύρω μας, ένας θυμός που ωστόσο δεν θέλει να αποβεί φονιάς της αβρότητας, ένας θυμός που ωρύεται μεν, αλλά ωρύεται μελωδικά, είναι όλα παρόντα στην ποιητική του Χαρίτου. Διακρίνεις, στην ποιητική αυτή, το παλιό σκηνοθετικό underground βλέμμα του Γιώργου Χρονά απ' τις δεκαετίες του 1970 και του 1980, στις Λάμπες και στα Μαύρα Τακούνια, φέρ' ειπείν, καθώς και τις ριζωμένες στο αστικό τοπίο επικλήσεις του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου, όπως τις θαυμάσαμε στις θρυλικές Ωδές στον Πρίγκιπα. Η σημερινή Αθήνα, βρομότοπος και όαση, σκουπιδαριό και αληταριό μαζί, καλλιτεχνικό εργαστήρι και αποθήκη υλικού για μέλλουσες χρήσεις και για τωρινούς πειραματισμούς, να ποιο είναι το ποιητικό κέντρο στη σύνθεση Το Επί Ματαίω. Η χθαμαλή, χυδαία αλλά και στίλβουσα και ελπιδοφόρα, πραγματική πραγματικότητα, το καταγώγιο της καταγωγής μας, η κυοφορούσα εκπλήξεις καθημερινότητά μας. Γράφει ο Κυριάκος Χαρίτος: «Βάδισε πλάι μου εν φωτιά και εν γαλήνη / και θα σου δώσω εγώ κυβέρνηση / θα σου δώσω εγώ φονιάδες δορυφορικούς / γραβάτες όπλα μέσα στη μασχάλη / μουσκεύοντας στο μίσος και στο μίσος / Θα σου δώσω μικρόφωνα να μιλάς / Άνθρωπε / Και πόλεις νεκρικές της επαρχίας / να εγκαινιάζεις ντισκοτέκ και ζαχαροπλαστεία».


2.

Βορβορώδες Βερολίνο. «Η μικρότητα των μερών προβάλλει πιο εντυπωσιακή από τον μνημειώδη όγκο του συνόλου. Δεν αντιλαμβάνομαι πια τη μεγάλη χειρονομία του ήρωα της παγκόσμιας σκηνής. Εγώ κάνω τον περίπατό μου», γράφει, ήδη το 1921, ο σπουδαίος Joseph Roth (1894-1939). Επιμένω στο σπουδαίος. Ο πολυγραφότατος αυτός δημιουργός, μια πολυσχιδής προσωπικότητα, ένας διεισδυτικός παρατηρητής των καθημερινών πραγμάτων και των ψυχονοητικών διακυμάνσεων των ανθρώπων μέσα στις ταραχές του Μεσοπολέμου, ανάγεται σε έναν μείζονα ανατόμο της ανθρώπινης ύπαρξης και των κοινωνικοπολιτικών ζυμώσεων. Στα Βερολινέζικα Χρονικά, 1920-1933 (μτφρ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Άγρα) ο Roth τωόντι κάνει τον περίπατό του, αλωνίζει στα σοκάκια και στα βουλεβάρτα, κοιτάζει, αφουγκράζεται, σημειώνει και, με κείμενα σύντομα, των πεντακοσίων και εξακοσίων λέξεων, σαν πολαρόιντ με κόκκο, σαν εσπευσμένες εγγραφές σε φορητό μπομπινόφωνο, αποτυπώνει το κλίμα του Μεσοπολέμου στο Βερολίνο. Περιφρονεί και επικρίνει το τάχατες μεγαλειώδες και φιλόδοξο, μένει, εμμένει, επιμένει στις στιγμές, στο αφανές, σε ό,τι περνάει απαρατήρητο. Ακούσιος προπομπός του Guy Debord, ο Αυστριακός μετρ θα επισημάνει: «Τα σημαντικά και τα λιγότερο σημαντικά και τα ασήμαντα είναι τώρα αυτά που φαίνονται σημαντικά, λιγότερο σημαντικά ή ασήμαντα. Διαβάζουμε την αξία τους στην εικόνα τους και όχι στην ουσία τους». Ο Roth θα επισκεφτεί το Καπηλειό του Άλμπερτ, εκεί όπου συχνάζουν πόρνες και νταβατζήδες, θα περιγράψει το Κουτί των Πούρων, όπου φυλάνε, σαν πολύτιμα τιμαλφή, οι διαρρήκτες τα σύνεργα της διάρρηξης, και θα μας μιλήσει για τα παρατσούκλια τους: το αντικλείδι που λέγεται «καρυδάκι», το λαμάκι που λέγεται «μυτοκάρυδο», το τρυπάνι που λέγεται «σπαστήρι». Ο Roth θα πιει τα ποτήρια του, παρατηρώντας τους πάντες και τα πάντα, στο Ταβερνάκι της Αλητείας, και θα μας κεράσει την απίστευτης ποίησης και ακρίβειας φράση: «Παίζουν χαρτιά. Τα βρόμικα χαρτιά πέφτουν στο τραπέζι σαν μικρά χαστούκια».


3.

Ασύστολη Αβάνα. Όπου Αβάνα είναι η συνεκδοχή της Κούβας. Τα γεγονότα διαδραματίζονται κυρίως στο Ματάνσας αλλά και σε όλη την Κούβα, και στην Ισπανία. Ο μάστορας της σύγχρονης κουβανέζικης πρόζας, ο δυναμικός Pedro Juan Gutiérrez (Ματάνσας, 1950), μας μεταφέρει στην ανάστατη δεκαετία του 1960, τη δεκαετία της εφηβείας, της ανακάλυψης αυτής της φλόγας που είναι η νιότη, τη δεκαετία των πολιτικών και πολιτισμικών κραδασμών. Στο μυθιστόρημα Βρόμικη Σάρκα (μτφρ. Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη, εκδ. Μεταίχμιο) πρωταγωνιστούν ακριβώς οι αλλεπάλληλες, γεμάτες ένταση και πάθος, ευαισθησία και σκληρότητα, χορογραφίες της φλεγόμενης νιότης. Δυο φίλοι, ο ασθενικός, υπερευαίσθητος, γυαλάκιας και κολυμβητής στον ωκεανό της μουσικής, ο Φαμπιάν, και ο γειωμένος, χαοτικός, αναρχικός, αντιρρησίας από ένστικτο και προμελέτη, ο Πέδρο Χουάν, σμίγουν και χάνονται και ξαναβρίσκονται μες στα χρόνια, ζούνε απανωτές περιπέτειες, ανακαλύπτουν την τέχνη και τον έρωτα, πάνε κόντρα σε όλους και σε όλα. Ένα θαυμάσιο μυθιστόρημα μαθητείας, ένα καυτό κουβανέζικο Bildungsroman, που σίγουρα θα το αγαπήσει το ελληνικό αναγνωστικό κοινό.

 

http://radiobookspotting.blogspot.gr/

 

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη LIFO.