Την ανάγκη φιλοτιμία ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, επικοινωνία κάνει για άλλη μια φορά η κυβέρνηση. Κάθε φορά που η πραγματικότητα γκρεμίζει ένα κυβερνητικό αφήγημα, το Μέγαρο Μαξίμου σπεύδει να πλασάρει ένα καινούργιο. Για πολύ καιρό υποστήριζαν ότι αναγκάζονταν να παίρνουν σκληρά μέτρα, περιμένοντας την ελάφρυνση του χρέους, την οποία πίστευαν ότι στο τέλος θα επιβάλλει το ΔΝΤ, που προτιμούσαν, όπως έλεγαν, γιατί νόμιζαν ότι οι ΗΠΑ θα τους σώσουν.

 

Όσοι γνωρίζουν τους συσχετισμούς ισχύος, καθώς και το πώς παίζουν οι Γερμανοί, ήταν βέβαιοι για το αντίθετο. Ότι (και) στο τέλος, δηλαδή, θα γινόταν αυτό που θέλουν οι Γερμανοί. Ήταν σαφές από την αρχή, για όποιον δεν εθελοτυφλεί, ότι το Βερολίνο επιδίωκε να εφαρμοστούν τα μέτρα ακραίας λιτότητας που επέβαλλε το ΔΝΤ, αλλά όχι η ουσιαστική ελάφρυνση του χρέους, που θεωρεί επιτακτική. Αυτό ήταν το μεγάλο κόλπο του Σόιμπλε (και της Μέρκελ βεβαίως) και αυτό φαίνεται ότι συμβαίνει.

 

Η κυβέρνηση πήρε όλα τα μέτρα που αποτελούσαν την αρνητική πλευρά της συμφωνίας με το ΔΝΤ και τώρα που ήρθε η ώρα να δει τη θετική πλευρά (κούρεμα του χρέους), το ΔΝΤ αποχωρεί. Και η κυβέρνηση πανηγυρίζει! Κάπου στο Βερολίνο μάλλον χαμογελάει ικανοποιημένος ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε που, όταν επετεύχθη η συμφωνία με τον Αλέξη Τσίπρα, είπε «να δω τώρα πώς θα το παρουσιάσει στον ελληνικό λαό,» ενώ λίγο πριν είχε εκφράσει (όχι χωρίς καθόλου ειρωνεία) τη λύπη του για τον ελληνικό λαό που έχει τέτοιες πολιτικές ηγεσίες.

 

Τον Ιούλιο του 2015, όταν η κυβέρνηση Τσίπρα έκανε τη μεγάλη υποχώρηση, Γερμανός αναλυτής που γνώριζε ακριβώς τι θα ακολουθούσε, το είχε περιγράψει: «Αν κάνεις το λάθος να υποχωρήσεις, οι Γερμανοί δεν θα δείξουν έλεος. Θα σε αναγκάζουν σε συνεχείς υποχωρήσεις. Γιατί ξέρουν ότι θα το ξανακάνεις».

 

Αυτό που διαφαίνεται όλο και πιο καθαρά είναι ότι το Βερολίνο και οι δανειστές ετοιμάζονται να δέσουν την Ελλάδα με το χρέος. Οι όποιες ελαφρύνσεις θα είναι πολύ κατώτερες των αναγκών και θα έχουν ως προαπαιτούμενο να παραμένει η χώρα δέσμια της πολιτικής των μνημονίων.

 

Το μόνο άγχος που έχουν οι δανειστές σχετικά με την Ελλάδα είναι το πώς θα συνεχίσουν να την κρατάνε δεμένη τώρα που τελειώνουν οι δόσεις της εξάρτησης. Γι' αυτό και ο νέος μοχλός πίεσης θα είναι το χρέος, το οποίο, σύμφωνα με το ΔΝΤ, είναι «εξαιρετικά μη βιώσιμο».

 

Αυτό που ετοιμάζει, λοιπόν, το Βερολίνο για τη «νέα εποχή» είναι «μνημόνια» με την έννοια της συνεχιζόμενης μνημονιακής πολιτικής, που στο εξής θα συνδέεται με το χρέος και όχι με δόσεις. Άλλωστε όλοι οι εκπρόσωποι των δανειστών, ακόμα και ο μετριοπαθής σοσιαλιστής Μοσκοβισί και φίλος, υποτίθεται, της κυβέρνησης, λένε ξεκάθαρα πως η Ελλάδα δεν έχει καμία σχέση ούτε με την Πορτογαλία ούτε με την Ιρλανδία, όταν αυτές έβγαιναν από τα αντίστοιχα προγράμματα. Τι μας λένε δηλαδή; Αυτό που έλεγε από την αρχή το Βερολίνο και ηχούσε τόσο υποτιμητικά για τη χώρα: ότι η Ελλάδα παραμένει «ειδική περίπτωση», γι' αυτό και θα έχει ειδική αντιμετώπιση, με πολύ σφιχτή εποπτεία.

 

Ο Πιερ Μοσκοβισί ήταν πολύ ξεκάθαρος στην πρόσφατη συνέντευξή του στην «Καθημερινή», παρότι επιχειρεί πάντα να χρυσώνει το χάπι. Παραδέχτηκε ότι δεν θεωρεί την Ελλάδα κανονικό μέλος της ευρωζώνης και αποκάλυψε αυτό που η κυβέρνηση αποφεύγει να ομολογήσει, ότι «η ενισχυμένη εποπτεία είναι το πιο πιθανό εργαλείο», καθώς «θα προσφέρει μια πιο σφιχτή εποπτεία απ' ό,τι οι κανονικές μεταμνημονιακές εποπτείες...».

 

Είπε ακόμα ότι «το πρόβλημα του χρέους είναι εδώ για να μείνει για πολύ, ακόμα και αν το αντιμετωπίσουμε με ισχυρά μέτρα ελάφρυνσης». Αυτή είναι και η θέση του Βερολίνου, που αντιτίθεται σθεναρά σε κάθε γενναία αντιμετώπιση του χρέους. «Γι' αυτό η Ελλάδα πρέπει να εφαρμόσει υπεύθυνη δημοσιονομική πολιτική για πολύ καιρό» συμπλήρωσε ο Μοσκοβισί, ώστε οι αγορές και οι δανειστές να είναι σίγουροι, συνεπώς «πρέπει να είναι ξεκάθαρη η εφαρμογή των μέτρων του προγράμματος όχι μόνο φέτος» αλλά και για τα επόμενα πολλά χρόνια.

 

Το πως θα είναι αυτή η «ενισχυμένη εποπτεία» όμως δεν το αποκάλυψε. «Η Επιτροπή θα εξηγήσει πώς αυτή θα γίνει» δήλωσε, παραδεχόμενος ότι η κυβέρνηση ‒και αυτό είναι αλήθεια‒ δεν έχει ιδέα για την ώρα. Για ποια διαπραγμάτευση μιλάμε λοιπόν; Είναι πλέον σαφές ότι η κυβέρνηση απλώς εφαρμόζει όσα της επιβάλλουν, ενώ η ίδια είναι εντελώς απούσα, ακόμα και ως τυπική παρουσία, εκεί όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις για το μέλλον της χώρας.

 

Η ελληνική κυβέρνηση ως τώρα τηρεί όλα τα συμφωνημένα. Φωτο: Παναγόπουλος Γιάννης / Eurokinissi
Η ελληνική κυβέρνηση ως τώρα τηρεί όλα τα συμφωνημένα. Φωτο: Παναγόπουλος Γιάννης / Eurokinissi

 

Υπάρχουν ωστόσο πολλά ζητήματα για το πώς αντιλαμβάνεται η κυβέρνηση την υπεράσπιση των συμφερόντων της χώρας και τι κάνει γι' αυτά. Το Βερολίνο συνηθίζει να κάνει πολιτική αλά καρτ. Αυτό φαίνεται και από το πώς αντιμετωπίζει τη δύστροπη και ανυποχώρητη Τουρκία και πώς την Ελλάδα, που κάνει ό,τι της ζητήσει. Ο Σόιμπλε, εκφράζοντας τη γραμμή της γερμανικής κυβέρνησης, συνήθιζε να επαναλαμβάνει συχνά το περίφημο «pacta sunt servanda», δηλαδή ότι οι συμφωνίες πρέπει να τηρούνται.

 

Η ελληνική κυβέρνηση ως τώρα τηρεί όλα τα συμφωνημένα. Το Βερολίνο όμως όχι, καθώς, ακόμα και τη μόνη παραχώρηση που έκανε για το χρέος (ελάφρυνση, εάν χρειαστεί) την αναβάλλει συνεχώς. Η συμφωνία για το χρέος δεν μπήκε ποτέ μέσα στη συμφωνία των μνημονίων (και αυτό γεννά ερωτηματικά για τις ελληνικές κυβερνήσεις που δεν το απαίτησαν) παρά έγινε στο Eurogroup. Επίσης, πρόκειται για μια συμφωνία που, παρά την ανανέωσή της, παραμένει ασαφής υπέρ των δανειστών, χωρίς να έχει διευκρινιστεί ποιος θα κρίνει και πώς το «εάν χρειαστεί».

 

Αναρωτιέται, λοιπόν, κανείς γιατί μετά από τόσες υποχωρήσεις και την υπακοή που επέδειξε ο Αλέξης Τσίπρας προς τους δανειστές, ικανοποιώντας ακόμα και αυτά που οι προηγούμενοι αρνούνταν, δεν απευθύνει ο ίδιος τώρα σ' εκείνους το «pacta sunt servanda», απαιτώντας εδώ και τώρα λύση για το χρέος. Γιατί μπορεί μέχρι το 2022 να μην υπάρχει άμεσο πρόβλημα, αλλά στα επόμενα χρόνια, σύμφωνα με όλες τις αναλύσεις, το πρόβλημα θα είναι πάλι μπροστά.

 

Επομένως, αυτό που διαφαίνεται όλο και πιο καθαρά είναι ότι το Βερολίνο και οι δανειστές ετοιμάζονται να δέσουν την Ελλάδα με το χρέος. Οι όποιες ελαφρύνσεις θα είναι πολύ κατώτερες των αναγκών και θα έχουν ως προαπαιτούμενο να παραμένει η χώρα δέσμια της πολιτικής των μνημονίων.

 

Ακόμα και στη Γερμανία αρκετοί αναλυτές βλέπουν καθαρά το αδιέξοδο στην υπόθεση του χρέους και ασκούν κριτική στην Άνγκελα Μέρκελ που αρνείται να το αντιμετωπίσει, προκειμένου να κρατά δέσμια την Ελλάδα. Σε πρόσφατο άρθρο της γερμανικής κεντροαριστερής εφημερίδας «Süddeutsche Zeitung» με τίτλο «Ακριβό κόλπο», ο αρθρογράφος Alexander Mühlauer παρουσιάζει τον Αλέξη Τσίπρα ως μετρ των πολιτικών συμβολισμών που παρουσιάζει τον εαυτό του ως φορέα της νέας εποχής που θα ξεκινήσει τον Αύγουστο, με την Ελλάδα να αποκτά την κυριαρχία της, χωρίς λιτότητα κ.λπ.

 

«Αυτή είναι η σκηνοθεσία», λέει, «η οποία όμως παραβλέπει την πραγματικότητα», καθώς η Ελλάδα είναι δεμένη στο άρμα των δανειστών τουλάχιστον ως το 2060 και αν δεν υπάρξει σημαντική ελάφρυνση του χρέους, η Ελλάδα θα παραμείνει αυτό που είναι: ένα «ξενοκρατούμενο» κράτος. «Η Γερμανία δεν έχει κανένα ενδιαφέρον να το αλλάξει αυτό» επισημαίνει. Αντιθέτως, τόσο η Μέρκελ όσο και ο νέος υπουργός Οικονομικών Όλαφ Σολτς θέλουν να εμποδίσουν με κάθε τρόπο την ουσιαστική ελάφρυνση του ελληνικού χρέους.

 

Το λεγόμενο «μαξιλάρι» το οποίο επαίρεται η κυβέρνηση ότι θα τη βοηθήσει να βγει στις αγορές είναι πολύ βολικό για τη Γερμανία, καθώς ούτε νέα χρήματα πέρα από τη δανειακή σύμβαση απαιτεί και «παραμυθιάζει», όπως αναφέρει ο Alexander Mühlauer, τους Γερμανούς ότι η ελάφρυνση του ελληνικού χρέους δεν είναι αναγκαία.

 

Το άρθρο αυτό ασκεί κριτική στην καγκελάριο Μέρκελ, πρωτίστως επειδή αναβάλλει να λύσει ένα πρόβλημα που θα ξαναβρεί μπροστά της, όπως θα το ξαναβρεί και, κυρίως, η Ελλάδα.


Κατά τα άλλα, η «νέα μεταμνημονιακή εποχή» δεν είναι παρά μία θεατρική παράσταση με πολιτικούς αντί για ηθοποιούς, όπως εύστοχα αναφέρει και το άρθρο της γερμανικής εφημερίδας.