Το δικαίωμα του να είναι κανείς μεγαλειώδης, ακόμα και όταν η μοίρα ορίζει το αντίθετο, δεν το ανέδειξε τυχαία ο νομπελίστας Σωλ Μπέλοου: χαρίζοντας στους Αμερικανούς τον Ώγκι Μαρτς, κατέστρεψε το όνειρο ως προοπτική επιτυχίας και το επέστρεψε ως υπόσχεση μεγαλοπρέπειας. Διαμορφώνοντας έναν πρωταγωνιστή-αγωνιστή χωρίς τις εξάψεις των υπερηρώων που στοίχειωσαν τη λογοτεχνία, αναθεώρησε το πρότυπο του Μεγάλου Αμερικανικού Μυθιστορήματος μέσα από τις 900 σχεδόν σελίδες του κλασικού πια Οι περιπέτειες του Ώγκι Μαρτς που εκδίδεται επιτέλους στα ελληνικά σε μετάφραση Μιχάλη Μακρόπουλου από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Έχοντας καλά στον νου τι σημαίνει αρχετυπικά για τον αμερικανικό λαό και την εβραϊκή ταυτότητα ο διαρκής αγώνας, ο Μπέλοου ξεκινάει με το ανυπέρβλητο, είτε ως δυσκολία είτε ως φαντασίωση, και τελειώνει με αυτό. Ο εβραϊκής καταγωγής Ώγκι Μαρτς, αφού περιπλανήθηκε σαν σύγχρονος Οδυσσέας από τη δεκαετία του 1920 έως τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, βίωσε τη δυσκολία αλλά και το πλεονέκτημα του να μπορεί να μεταστρέφει τις ατυχίες του σε συμπαντικά γεγονότα. Παρόλες τις ατέρμονες περιπέτειές του, τίποτα δεν δείχνει να αλλάζει στον πρωτεύοντα χαρακτήρα του Ώγκι, που είναι να αντιστέκεται και να ρουφάει τη ζωή, βρέξει-χιονίσει. Είναι σχεδόν μέσα στην υπεράνθρωπη φύση του να βάφει τα πιο σκοτεινά πράγματα με το εκτυφλωτικό φως της ακτινοβολίας, να χαρίζει τα έντονα χρώματα των ζωγράφων στην καθημερινότητα, προσδίδοντας πινελιές μεγαλείου σε ένα άτεχνο έργο που είναι, εν τέλει, η ζωή η ίδια. Όταν ο Μπέλοου τολμάει να παραπέμψει στον Νίτσε, όπως και στον Αινεία, στον Δάντη, είναι γιατί δίνει στον ήρωά του τα χαρακτηριστικά του υπερόντος που ο φιλόσοφοι ονειρεύονταν – όχι του σούπερμαν που κατέχει τα μυστικά της παντοδυναμίας αλλά αυτού που δικαιώνει τον προορισμό της ανθρώπινης φύσης, που είναι η κατάφαση, η διαρκής αναζήτηση, η μάχη για την αλήθεια. Υιοθετώντας τις απόψεις του Νίτσε περί καταφατικής στάσης απέναντι στη ζωή, ο ήρωάς του επιμένει κάποια στιγμή του βιβλίου πως «οι αρνητικές κρίσεις, όταν τις λες, σε δεσμεύουν και γίνεσαι σκλάβος τους. Οι κουβέντες οδηγούν τους ανθρώπους ως το σημείο να πείθονται για πράγματα που δεν μπορεί να νιώθουν μέσα τους ότι αληθεύουν». Κι ο ίδιος, αν και πάντα αισιόδοξος ως σύγχρονος Οδυσσέας, αλλά και ως άπιστος Θωμάς, δεν πείθεται ποτέ για τίποτα. Ακόμα και όταν τυφλώνεται από τον έρωτα, που είναι το μόνο πράγμα που ρουφάει μέχρι τέλους αλλά και που με την ίδια άνεση τον ξεπερνά. Κατά τα άλλα, έχει μάθει από τη γιαγιά Λάους, με καταγωγή από την Οδησσό, να βιώνει ρόλους στις συναναστροφές του με τους ανθρώπους, μαζί με μια αποστασιοποίηση που χαρακτηρίζει τον εκάστοτε στυλίστα. Αυτό, άλλωστε, είναι που διαχωρίζει τον Ώγκι από τον τραγικό ήρωα: ότι ακόμα και οι πιο ζοφερές στιγμές δεν αφήνουν πάνω του κανένα αποτύπωμα δυστυχίας ή απόγνωσης. Φοράει τα καλοραμμένα του κουστούμια και προσέχει ώστε να παραμένει πάντα ακαταμάχητος και ευειδής (χωρίς, ωστόσο, να το κάνει θέμα). Πολύ σοφά, ένα από τα αφεντικά και μέντοράς του, ο Άινχορν, ο μόνος που κατάφερνε να διαβάσει την ψυχή του, του είχε κάποτε επισημάνει: «Έχεις αντίσταση μέσα σου. Δεν είσαι χαλαρός, βρέξει-χιονίσει». Ο Ώγκι δεν αφήνει τίποτα να προκαθοριστεί γι' αυτόν, να είναι τελειωτικό και δεδομένο.

 

Το μοναδικό ηθικό μάθημα που προτάσσει στον αναγνώστη ο Ώγκι είναι πως κανείς και τίποτα στη ζωή δεν ξέρει τι κατάληξη θα έχεις, αρκεί να παραμένεις ανοιχτός στην έκπληξη.


Το παν, άλλωστε, είναι να μην παρασύρεται από καταστάσεις ή ρόλους που έχουν ετοιμάσει οι άνθρωποι για εκείνον: από την ορφάνια του λόγω έλλειψης πατρικής φιγούρας, από τη μιζέρια της παιδικής του ζωής, ακόμα και την ντόλτσε βίτα που ονειρευόταν γι' αυτόν η Μις Ρένλινγκ που ήθελε να τον υιοθετήσει, μαθαίνοντάς τον καλούς τρόπους και ιππασία, αλλά και τη γαμπριάτικη, ωραία ζωή που ετοίμαζε ο αδελφός του Σάιμον και η όμορφη αρραβωνιάρα Λούσι. Τίποτε από όλα αυτά δεν αποτυπώνεται πάνω του ή μέσα του ως απωθημένο, ίσως γιατί στις σελίδες του Μπέλοου υπάρχει το παρελθόν μαζί και το παρόν και το μέλλον της εβραϊκής αλλά και της ανθρώπινης φυλής το οποίο διασχίζει ο Ώγκι αγέρωχος και ευθυτενής, χωρίς καμία πυξίδα. Μοναδικό του όπλο, όπως του Οδυσσέα, ο πολυμήχανος νους του. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Ώγκι μιλάει γίντις –μια περιθωριακή έως τότε για τη λογοτεχνία γλώσσα, ενώ ταυτόχρονα αποστηθίζει Οράτιο και Σαίξπηρ– και ίσως να είχε δίκιο ο Ροθ όταν έλεγε, όπως επισημαίνει ο Μακρόπουλος στην πολύ όμορφη εισαγωγή του, ότι: «Πηγαίνοντας όπου οι λόγω καταγωγής καλύτεροί του δεν θα πίστευαν ότι είχε οποιοδήποτε δικαίωμα να πάει με όχημά του την αμερικανική γλώσσα, ο Μπέλοου πράγματι ήταν ένας Κολόμβος για ανθρώπους σαν εμένα, τα εγγόνια μεταναστών που ξεκίνησαν μετά απ' αυτόν για να γίνουν Αμερικανοί συγγραφείς». Όχι τυχαία ο ήρωάς του, ένας σύγχρονος Οδυσσέας από το Σικάγο με ευρωπαϊκές εβραϊκές ρίζες, δεν έπαψε να ταξιδεύει και να αναζητεί, φτάνοντας στα όρια της τροχιάς της ανθρώπινης ύπαρξης, και, ξεκινώντας πάντα από την αρχή πολλών ανθρώπων, «ίδε άστεα και νόον έγνω». Πετώντας ψηλά και περήφανα σαν τον αετό –τον οποίο στο συγκλονιστικό 15ο κεφάλαιο προσπαθεί ακόμα και να τον δαμάσει μαζί με την αγαπημένη του Τέα– πάνω από τα κουφάρια των νεκρών προγόνων, νομίζει ότι γίνεται ο Δάντης, ακολουθεί μέγα πλήθος από εικόνες, ιδέες, ένα εκτυφλωτικό όραμα που κρύβει το φως του ήλιου. Η δύναμή του δεν είναι άλλη από αυτή που του δίνουν οι ευγενείς και οι γόνιμες φαντασιοκοπίες των βιβλίων που διαβάζει. Βουτηγμένος κυριολεκτικά στις λάσπες, μπορεί να ντύνει τις αναγνώσεις του με χρυσές σκέψεις και με ασημόσκονη το πιο λερό σύμπαν. Τα βιβλία τον κάνουν να νιώθει πως: «Μπορώ να πιάσω και τις δύο άκρες της κορνίζας, που λέει ο λόγος, και να στρέψω τον μεγάλο καθρέφτη προς οποιαδήποτε σκηνή του κόσμου». Δάντης, Μέγας Αλέξανδρος, ολόκληρη σχεδόν η Παλαιά Διαθήκη, Σαίξπηρ και Αινείας, δεν υπάρχει κανένας σπουδαίος ποιητής, ήρωας ή μεγάλο αφήγημα που να μένει έξω από τις αναγνώσεις του μανιακού αυτού βιβλιοφάγου.

 

Αλλά και πάλι, το γεγονός ότι δεν εμμένει σε κάποια σταθερά, εκτός από τον πολυδιάστατο πλούτο των βιβλίων, δεν τον καθιστά κυνικό παίκτη ή μανιακό θηρευτή της επιτυχίας – άλλωστε, δεν υπάρχει κανένα πλεονεκτικό σημείο στη ζωή του, μια στιγμή που θα τον μετατρέψει από άνθρωπο σε ήρωα. Όλες οι στιγμές είναι ισοδύναμες, ακόμα και η πιο κρίσιμη, που είναι να βλέπει τους ανθρώπους γύρω του να χάνονται, δουλειές να ακυρώνονται –έχει, εξάλλου, διατελέσει από παράνομος διακινητής ανθρώπων έως κλέφτης βιβλίων– ή να βλέπει να κατακρημνίζεται η προοπτική του γαμπρού μιας πλούσιας νύφης. Το μεγαλείο του Μαρτς έγκειται στο ότι από τις κινήσεις του απουσιάζουν οι σκιές του ωφελιμισμού που τόσο σκέπασαν την προοπτική του αμερικανικού ονείρου: δεν θέλει να πετύχει, να σπουδάσει, να γίνει γαμπρός ή επιχειρηματίας, παρά μόνο να είναι αυτός που είναι: «Μιας και εμείς οι άνθρωποι έχουμε πολλούς λόγους να πιστεύουμε ότι υπάρχει κάποιο πλεονέκτημα και κέρδος για κάποιον από τα πάντα, ως και από τα χειρότερα λασπόνερα, απόβλητα και τοξικά υποπροϊόντα». Εκτός από την υπεροπτική στάση απέναντι στη χρησιμοθηρία, ως γνήσιος φιλόσοφος δεν δέχεται ποτέ ότι κάτι είναι αυτό που φαίνεται. Αποτινάσσοντας από μικρός τις προκαταλήψεις, κινείται πέρα από τις κοινωνικές τάξεις, καθώς μέντοράς του και ο πιο ανεξάρτητος χαρακτήρας του βιβλίου που τον μυεί στο σεξ είναι ένας ανάπηρος, καλύτερή του φίλη και όχι ερωμένη του είναι η λάγνα Μιμή και μεγάλος του έρωτας η Τέα, που πρωτοεμφανίζεται ως υστερική ανταγωνίστρια της πρώτης του αγάπης. Το μοναδικό ηθικό μάθημα που προτάσσει στον αναγνώστη ο Ώγκι είναι πως κανείς και τίποτα στη ζωή δεν ξέρει τι κατάληξη θα έχεις, αρκεί να παραμένεις ανοιχτός στην έκπληξη. Όλα τα άλλα γίνονται και ξεγίνονται, ίσως επειδή δεν υπάρχουν πρότυπα αλλά κάθε λογής αγύρτες, έρωτες μοιραίοι ή περαστικοί, όπως η Ελληνίδα καμαριέρα που εμφανίζεται μια κρίσιμη στιγμή του βιβλίου, η Σόφη Γεράντη. Τη μοίρα μπορείς να την αντιπαλέψεις, μπορείς να τη γευτείς, δοκιμάζοντας τις διαφορετικές γεύσεις της αλλά και ετερόκλητα γλωσσικά τερτίπια, γι' αυτό και η γλώσσα του Ώγκι Μαρτς, που πολλοί προσπάθησαν να μιμηθούν, δεν μοιάζει με καμία. Αυτό που δεν αλλάζει είναι ο χαρακτήρας. Το λέει και η μνημειώδης στην ιστορία της λογοτεχνίας εισαγωγή του βιβλίου: «Είμαι Αμερικανός, γέννημα του Σικάγου, αυτής της σκοτεινής και μελαγχολικής πόλης: ό,τι και να κάνω, όπως έχω μάθει από μόνος μου, δίχως κανόνες, κι έτσι θα γράψω την ιστορία της ζωής μου – πρώτος θα χτυπώ την πόρτα και πρώτος θα μπαίνω, που λέει ο λόγος, και μερικές φορές θα τη χτυπάω με αθώο σκοπό και άλλες με όχι τόσο αθώο. Ο χαρακτήρας ενός ανθρώπου, ωστόσο, είναι το πεπρωμένο του, λέει ο Ηράκλειτος, και τελικά δεν υπάρχει τρόπος να κρύψει κανείς τη φύση τούτων των χτυπημάτων, μονώνοντας την πόρτα ή φορώντας γάντια». Αυτό δεν το έκανε ποτέ ο Ώγκι που μπήκε στη λάσπη και βγήκε καθαρός, χαρίζοντάς μας ένα λογοτεχνικό διαμάντι που λάμπει ακέραια και εκτυφλωτικά μέχρι σήμερα.