Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Never More. Ποτέ πια. Δυο μόνο λέξεις που έκαναν τον Πόου να γράψει το «Κοράκι», που του έθεσαν εκ νέου τα ερωτήματα, του άνοιξαν δρόμους. Δεν χρειαζόταν τίποτε άλλο για να έρθουν στην παρέα του ζώα, σφίγγες, παπαγάλοι, κοράκια νεκρά, γυναικεία σώματα και εμμονές για να μιλήσουν με τον δικό τους τρόπο για μια ιστορία που κολλούσε πάντα στα χείλη και δεν έλεγε να βγει. Never More. Τα αυθόρμητα λόγια της μούσας. Αυτά είναι που έρχονται και πάλι στον νου καθώς εισέρχεσαι στον παράδοξα γοητευτικό κόσμο του Θοδωρή Ρακόπουλου, ακραία ποιητικό ακόμα και όταν καταγράφει την πιο ωμή κυριολεξία ή την πιο ανώφελη λεπτομέρεια – ένα φυτό, μια μυρωδιά, ένα ψυγείο. Η μαγεία κρύβεται έτσι στα ψώνια της λαϊκής, στο στρατόπεδο, σε ένα φτηνιάρικο ξενοδοχείο, και αποκτά συμβολικές διαστάσεις από τη στιγμή και μόνο που μπορεί να γίνεται εικόνα. Ο τίτλος του νέου βιβλίου του Θοδωρή Ρακόπουλου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νεφέλη είναι ενδεικτικός –Νυχτερίδα στην τσέπη–, το ίδιο και οι εικόνες που βγαίνουν από το μένος των λέξεων – σε σημείο που το βιβλίο του να μοιάζει με εικαστικό έργο όπου τη θέση των χρωμάτων παίρνουν οι λέξεις. «Κάθε σου κύτταρο λέει την ίδια ιστορία και με βλέπω σε όλες, πρόσωπο στο βάθος αχνό, όπως στην Αναγέννηση ο ζωγράφος προσθέτει τη δική του μορφή στον πίνακα» γράφει στο διήγημά του Με το κεφάλι στο σεντόνι, κάτι που μου φαίνεται να έχει άμεση ανταπόκριση στον τρόπο που δουλεύει ο ίδιος γράφοντας τις ιστορίες του. «Προφανώς, αυτό που κάνουν οι αναγεννησιακοί ζωγράφοι μοιάζει με μεταμοντέρνα πράξη» απαντά, σχολιάζοντας την επισήμανσή μου. «Την ίδια στιγμή που η αντικειμενικότητα δείχνει να αναπαριστά την πραγματικότητα, η υποκειμενικότητα κρύβεται σε μια γωνία και παραμονεύει. Αυτή είναι ίσως μια έμμεση απάντηση σε κάθε πιθανή ερώτηση για το κατά πόσο το βιβλίο είναι αυτοβιογραφικό. Δεν είναι, αν και όλα τα βιβλία είναι αυτοβιογραφικά με κάποιον τρόπο».

 

Αναμφίβολα η τελετουργία είναι ένα δομικό στοιχείο της ζωής μας και ας το ξεχνάμε. Στην ουσία είναι περάσματα, τρόπος τιθάσευσης του χρόνου, οπότε έχει ενδιαφέρον όταν τις προσέχουμε.


Διαφορετικοί τόποι, διαφορετικές στιγμές και πρωταγωνιστές-λαϊκοί ήρωες, άνθρωποι της διπλανής πόρτας, βρίσκονται μπροστά σε κρίσιμες αποφάσεις και ανοίκειες καταστάσεις, μπροστά σε μεγάλα ερωτήματα, στα οποία πολλές φορές τις απαντήσεις ή την τελική λύση έρχονται να δώσουν τα ζώα, που παρεμβάλλονται διαρκώς στην αφήγηση. «Τα ζώα λειτουργούν κατ' ουσίαν σαν λάιτ μοτίφ, παρότι δεν έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο» σχολιάζει ο συγγραφέας. «Δίνουν τη λύση στην αφήγηση, συνήθως με βίαιο τρόπο, σαν να οδηγούν στην κατάλυση του υποκειμένου. Μοιάζουν να υπάρχουν στο πίσω μέρος της αφήγησης και εμφανίζονται σχεδόν σαν παρείσακτοι». Η παρουσία των ζώων θυμίζει διάσπαρτες εικόνες από την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων –ειδικά στον τρόπο που σχετίζονται με το παράδοξο– αλλά και από τον Κάφκα ή και τον αγαπημένο Ε.Χ. Γονατά. Ειδικά τον τελευταίο, αφού ο τρόπος που ο Ρακόπουλος παλεύει με τη γλώσσα είναι άκρως ελληνικός – έχει σκύψει πάνω από τις ελληνικές λέξεις και τις περιβάλλει με αγάπη και σεβασμό (προφορικά ιδιώματα της περιοχής του, ποιητικά μορφώματα, καθημερινός λόγος). Κεντρικό ρόλο διαδραματίζουν στη συλλογή και οι διάφοροι τόποι – από του Ζωγράφου στο Λονδίνο και από την Ικαρία, στην Κένυα, στη Θεσσαλονίκη και στην Αμοργό. «Σίγουρα πρόκειται για το καθαρά βιωματικό κομμάτι» συναινεί ο Ρακόπουλος. «Δεν είναι μανιφεστικού τύπου τόποι αλλά αποτυπώνουν ένα μεγάλο άνυσμα αναφορών: από μια αφρικανική πόλη, όπου έχω βρεθεί, έως τη Χαλκίδα». Ο ίδιος είχε την τύχη –ή την ατυχία;– να κατοικοεδρεύσει και να εργαστεί σε διαφορετικούς τόπους: στο ομιχλώδες Λονδίνο, που σίγουρα θα του θύμιζε τις ελληνικές πόλεις του Βορρά, απ' όπου έλκει την καταγωγή του, στα απέραντα τοπία της Νότιας Αφρικής ή στα άγρια της Σικελίας, όπου βρέθηκε για ερευνητικούς λόγους ως ανθρωπολόγος – ακόμα και στα όμορφα φιόρδ της Νορβηγίας, όπου εργάζεται. Αναρωτιέμαι πού, αλήθεια, ανακάλυψε, ως συγγραφέας ο οποίος ακολουθεί διαρκώς τις διακυμάνσεις του φωτός, το ιδανικό φως. «Ωραία ερώτηση. Οι αφρικανικοί ουρανοί είναι αδιανόητα διαυγείς, σχεδόν με έναν αττικό τρόπο. Είναι εντυπωσιακοί και ψηλοί ουρανοί. Το φως, δηλαδή, σε διαπερνά. Και εμφανίζουν το παράδοξο της αντιστροφής των εγνωσμένων δικών μας αντιλήψεων για το τι είναι η κάθε εποχή. Γιατί σε εκείνους τους ουρανούς το καλοκαίρι είναι που βρέχει και ρίχνει κεραυνούς, ενώ τον χειμώνα οι μέρες είναι στεγνές. Είναι πολύ ενδιαφέρον. Κατά τα άλλα, με έναν ελαφρύ τοπικισμό έως και πατριωτισμό, θα έλεγα πως η Θεσσαλονίκη είναι αναντικατάστατη». Αναρωτιέμαι τι ακριβώς κρατάει στα διάφορα μέρη όπου περιπλανιέται από τη γενέτειρα πόλη. «Κάποια χαρακτηριστικά που συνδέονται με την προηγούμενη εμπειρία – με αυτό που με ρώτησες για το φως προηγουμένως. Θυμάμαι κάτι πολύ όμορφο από τον Πεντζίκη –γιατί, τελικά, ίσως να είναι ο προφορικός Πεντζίκης που μετράει, όπως έλεγε κι ο Πετρόπουλος–, ο οποίος μιλούσε για εκείνη την αχλή που έχει η Θεσσαλονίκη, που μπορεί να μη μοιάζει ιδιαίτερα ευχάριστη, ωστόσο "διυλίζει το φως κατά έναν τρόπο βυζαντινό" και άρα βρίσκεται πιο κοντά στη σημερινή βιωμένη εμπειρία. Γιατί, πράγματι, το βυζαντινό χρώμα, όπως και τα γήινα χρώματα, συνιστούν κομμάτια του ελληνικού τοπίου, σε αντίθεση με την αρχαία εποχή, κατά την οποία ένας ναός ξεχωρίζει στην Πελοπόννησο, μια λευκή λεπτομέρεια μέσα στην απόλυτη φύση».


Ωστόσο, στο βιβλίο του οι κίονες στην αρχαιότητα είναι «γαλάζιοι, έντονα γαλάζιοι κίονες-ξένα σώματα μπηγμένα σε πράσινους λόφους» και εύλογα αναρωτιέται κανείς ποια χρώματα θα κρατούσε περισσότερο, το έντονο μπλε ή το κόκκινο της πορφύρας. «Το μπλε είναι ένα χρώμα που μου αρέσει πολύ. "Ευρέσεις από κυανό κοβάλτιο" που λέει ο Καρούζος. Είναι το χρώμα του τέλους, η δική του αναφορά στον μαγνητογράφο, τις τελευταίες καρκινικές μέρες, λίγο πριν πεθάνει». Τα χρώματα διαδραματίζουν και σημαντικό ρόλο στην αφήγηση, μοιάζουν ενίοτε να παίζουν και ρόλο στην πλοκή. «Η αλήθεια είναι πως προσπάθησα να λειτουργήσει κάπως εικαστικά η αφήγηση. Κι αυτό το κομμάτι με ενδιαφέρει πολύ, εξού και το ότι η κορυφαία στιγμή του βιβλίου βρίσκεται έξω από το βιβλίο: είναι ο υπέροχος πίνακας που φιλοτέχνησε επί τούτου ο Μιλτιάδης Πεταλάς –δηλαδή, η εικονολογία του αφορά τα συγκεκριμένα διηγήματα– και κοσμεί το εξώφυλλο. Παρότι ο Πεταλάς είναι ένας τρομερός χαράκτης, εδώ έκανε δουλειά με πενάκι. Και ο πίνακας αναφέρεται στον θυρεό, στη νεκροκεφαλή, στην ομώνυμη Νυχτερίδα στην τσέπη, ενώ έχει στοιχεία από λονδρέζικες απολήξεις και την αρχιτεκτονική της πόλης, καθώς το βικτωριανό κομμάτι ενυπάρχει στη συλλογή, είτε σκωπτικά είτε βιωματικά». Υπάρχει όντως η ατμόσφαιρα, η αιθαλομίχλη, αναφορά στα μέρη, όπως υπάρχουν και πλείστες όσες λεπτομέρειες που δίνουν στα διηγήματά του έναν λεπτό, ειρωνικό τρόπο και μια ιερότητα. Κι έχει κανείς την αίσθηση ότι η ιερότητα αυτή συνδέεται και με τον τελετουργικό τρόπο που διαπερνά τη συλλογή – ενδεχόμενη επιρροή της ανθρωπολογικής σκευής που φέρει ο συγγραφέας; «Αναμφίβολα η τελετουργία είναι ένα δομικό στοιχείο της ζωής μας και ας το ξεχνάμε» συναινεί ο Ρακόπουλος. «Ένα από τα πιο όμορφα αφηγήματα που έχουμε διαβάσει, ο Μικρός Πρίγκιπας, καταγράφει τη στιγμή κατά την οποία η αλεπού απευθύνεται στον πρίγκιπα –ιδού και πάλι ο συσχετισμός ανθρώπου και ζώου– και του λέει πως αυτό είναι τελετουργικό. Πρόκειται γι' αυτό που λησμονάμε ότι υπάρχει στη ζωή μας και χωρίς αυτό δεν νοείται η ζωή μας. Έτσι, λοιπόν, η τελετουργία έχει τα χαρακτηριστικά που περνούν απαρατήρητα γιατί ανήκουν στο habitus και συγκροτούν τον τρόπο που ζούμε. Γι' αυτό και οι τελετουργίες που έχουν συμβολικό χαρακτήρα, όπως λες, στην ουσία είναι περάσματα, τρόπος τιθάσευσης του χρόνου, οπότε έχει ενδιαφέρον όταν τις προσέχουμε». Ωστόσο, στην αφήγησή του μοιάζουν με εσωτερικά συνδετικά κομμάτια, σαν αρμοί, «γέφυρες μεταξύ αντικειμενικής πραγματικότητας, ζωικής κατάστασης, διαφορετικών χρονικοτήτων, ονείρου και πραγματικότητας» όπως μου σχολιάζει σχετικά.


Παρότι ο Θοδωρής Ρακόπουλος έχει αγαπηθεί πολύ από την κριτική, την οποία δείχνει να εκτιμά και να σέβεται, δεν δέχεται εύκολα την ταμπέλα του λογοτέχνη της «γενιάς της κρίσης». Μπορεί ο όρος να αναφέρεται σε κάτι σημαντικό, όπως λέει, «αλλά είμαι ιδιαίτερα καχύποπτος με τη λέξη "γενιά", ενδεχομένως γιατί ως έννοια αντικρίζεται με τα ματογυάλια του μάρκετινγκ». Μακριά από αυτόν η αγοραία τάση, αφού είτε ως αναγνώστης, είτε ως ποιητής ή ως κριτικός δημοσιεύει με βάση τα δικά του προσωποκεντρικά αισθητικά κριτήρια, πέρα από τις τάσεις και τις μόδες. Λογοτεχνικά και κριτικά του κείμενα έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και εφημερίδες ενώ από νωρίς άρχισαν να καταφθάνουν και τα βραβεία: Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου για τη συλλογή του Φαγιούμ, βραβείο στο 1ο Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών του ΕΚΕΒΙ και υποψηφιότητα για το περιοδικό «Αναγνώστης» – όπως και άλλες τόσες πλείστες υποψηφιότητες. Ο ίδιος μοιάζει περιχαρής και δηλώνει ευγνωμοσύνη για τις διακρίσεις, αλλά, όταν συνομιλεί με την έμπνευση, μοιάζει να γυρίζει επιδεικτικά την πλάτη σε αυτά που επιζητούν οι κριτικοί και μεταβαίνει σε ένα σύμπαν όπου υπάρχουν οι λέξεις, η τέχνη της ποιήσεως, τα έντονα βιώματα, οι άνθρωποι και πάλι άνθρωποι, αυτό το αδυσώπητο Never More. Σαν αυτό το απόσπασμα που δημοσιεύεται προς το τέλος του βιβλίου, όπου μοιάζει να του μιλάει η μούσα: «Να σκέφτεσαι λίγο και τους έρωτες που σε σκέφτονται, κι όσο κοντεύουνε οι μέρες, να κεντράρεις με το μικροσκόπιο στον πιο πολύχρωμο, αποκλείοντας τους άλλους που πεταρίζουν γύρω. Ανοίγοντάς τον σε προοπτική, σπάει ρόδι με αυτόν ένας κόσμος ολόκληρος, και παίρνει το σχήμα του ματιού σου, το βαθύ μαύρο που αγορίστικα σαν γελάς. Θέλει κι η αγάπη πότισμα, άγριο φυτό στις διακλαδώσεις του που χάνονται πουλιά, για εποχές ολόκληρες, δεν φτάνουν στα απέναντι φυλλώματα βουβοί κελαηδισμοί, θρόμβοι ανοιχτοί στα σύρματα. Αποδημούν μονάχα, απορημένα. Ξανανταμώνουν με τα πρώτα σκάγια».