Η σαρωτική εκλογική επικράτηση της γερμανικής ακροδεξιάς και της AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ φέρνει τον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς αντιμέτωπο με ένα πολιτικό αδιέξοδο που αγγίζει πλέον τον πυρήνα της στρατηγικής της γερμανικής κεντροδεξιάς. Πώς αποκλείεις από την εξουσία ένα ακροδεξιό κόμμα που έρχεται πρώτο, χωρίς να οδηγείς τα υπόλοιπα κόμματα σε συμμαχίες όλο και πιο ετερόκλητες, εύθραυστες και δύσκολα αναγνώσιμες κοινωνικά;
Η νίκη της AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ και η κατάρρευση της CDU
Η AfD αναδείχθηκε πρώτη στη Σαξονία-Άνχαλτ με περίπου 44% των ψήφων και υπερδιπλασιάζοντας την επίδοσή της σε σχέση με το 2021, συγκεντρώνοντας 39 έδρες στο 83μελές τοπικό κοινοβούλιο. Δεν εξασφαλίζει όμως αυτοδυναμία, καθώς χρειάζονται 42 έδρες για απόλυτη πλειοψηφία. Η CDU έπεσε στο 17,2% και στις 15 έδρες, ενώ SPD, Πράσινοι και Die Linke έχουν από οκτώ έδρες.
Η κατάρρευση της CDU του Μερτς υπερβαίνει τα όρια ενός κακού περιφερειακού εκλογικού αποτελέσματος. Πρόκειται για σαφή αμφισβήτηση της δέσμευσης της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης ότι μπορεί να ανακόψει την άνοδο της ακροδεξιάς AfD διατηρώντας καθαρή απόσταση από αυτήν.
AfD: Η ακροδεξιά ατζέντα και η στρατηγική Μερτς
Η AfD δεν είναι μια συμβατική δεξιά παράταξη ούτε ένα αδιαμόρφωτο κόμμα διαμαρτυρίας. Είναι η κυρίαρχη πολιτική δύναμη της γερμανικής ακροδεξιάς, ένα κόμμα εθνικιστικό, αντι-μεταναστευτικό, αντιμουσουλμανικό, αυταρχικό και βαθιά εχθρικό προς τον φιλελεύθερο πλουραλισμό. Στο εσωτερικό του συνυπάρχουν και έχουν πολιτική επιρροή ρεύματα που συνδέονται με νεοναζισμό, ιστορικό αναθεωρητισμό, εθνοφυλετικές αντιλήψεις και τον ευρύτερο ακροδεξιό εξτρεμιστικό χώρο.
Η ρητορική και το πρόγραμμά της στηρίζονται στην ιδέα ότι η Γερμανία απειλείται από την πολυπολιτισμικότητα, τη μετανάστευση, το Ισλάμ, την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και τις αξίες της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Η πολιτική της πρόταση δεν αφορά μόνο τον περιορισμό της μετανάστευσης ή την κριτική στην ΕΕ. Αφορά την ανασύσταση της πολιτικής κοινότητας με όρους εθνικής, πολιτισμικής και, συχνά, εθνοτικής αποκλειστικότητας.
Η θεσμική αξιολόγηση της AfD παραμένει επίσης κρίσιμη. Η γερμανική υπηρεσία εσωτερικής ασφάλειας είχε προχωρήσει το 2025 στον χαρακτηρισμό της ως «επιβεβαιωμένα ακροδεξιάς εξτρεμιστικής» οργάνωσης. Ένα διοικητικό δικαστήριο, ωστόσο, επέβαλε προσωρινά στην υπηρεσία να μην χρησιμοποιεί δημόσια αυτή τη διατύπωση έως την τελική κρίση επί της υπόθεσης. Η δικαστική αναστολή δεν συνιστά απαλλαγή της AfD από τις τεκμηριωμένες ενδείξεις ακροδεξιού εξτρεμισμού· αφορά τη νομική χρήση του επίσημου χαρακτηρισμού όσο εκκρεμεί η δίκη.
Η επικράτησή της στη Σαξονία-Άνχαλτ δεν είναι, επομένως, απλώς αλλαγή εκλογικών συσχετισμών. Είναι δοκιμασία για το αν η γερμανική πολιτική θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει την ακροδεξιά ως δύναμη που απειλεί τα δημοκρατικά όρια ή αν θα αρχίσει να τη μεταχειρίζεται ως δυνητικό εταίρο της διακυβέρνησης.
Η ψήφος υπέρ της ακροδεξιάς AfD δεν αποτελεί μονοσήμαντη «έκφραση διαμαρτυρίας». Η οικονομική στασιμότητα, οι ανισότητες, η ανασφάλεια γύρω από το κόστος ζωής και η δυσπιστία προς τα παραδοσιακά κόμματα συνθέτουν το υπόστρωμα πάνω στο οποίο η AfD εργαλειοποίησε κοινωνικά προβλήματα δυσκολίες σε εθνικιστικό πολιτικό αφήγημα. Αντί να στρέψει τη συζήτηση στις ταξικές και περιφερειακές ανισότητες, η ακροδεξιά μετέφερε την ευθύνη στους μετανάστες, στους μουσουλμάνους, στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στις «ελίτ» του Βερολίνου.
Η ήττα της CDU εκθέτει και τη στρατηγική του Μερτς. Αντί να συγκροτήσει μια πειστική κοινωνική και οικονομική απάντηση προς τους ψηφοφόρους που αισθάνονται εγκαταλελειμμένοι, ο καγκελάριος και η ηγεσία της κεντροδεξιάς επένδυσαν συχνά σε σκληρότερη γλώσσα για τη μετανάστευση, την ασφάλεια και την «τάξη».
Η επιλογή αυτή στηρίζεται στην υπόθεση ότι η CDU μπορεί να ανακτήσει ψηφοφόρους της AfD υιοθετώντας αυστηρότερη ρητορική, παραμένοντας ταυτόχρονα θεσμικά διαχωρισμένη από την ακροδεξιά. Το αποτέλεσμα στη Σαξονία-Άνχαλτ υποδεικνύει το αντίθετο. Όταν η δημόσια συζήτηση υιοθετεί την ατζέντα και τη ρητοτική της ακροδεξιάς, η -εκάστοτε- AfD εμφανίζεται σε ένα τμήμα του εκλογικού σώματος ως η «αυθεντική» εκδοχή αυτής της πολιτικής γραμμής.
Το αποτέλεσμα επιβαρύνει και τον ίδιο τον κυβερνητικό συνασπισμό του Μερτς. Το Reuters αποδίδει την άνοδο της AfD τόσο στην απογοήτευση από την πολιτική ελίτ όσο και στην αίσθηση ότι οι κυβερνητικές δυνάμεις αδυνατούν να δώσουν απάντηση στην οικονομική στασιμότητα και στο μεταναστευτικό. Η AfD επιχειρεί να μετατρέψει αυτή τη δυσαρέσκεια σε εθνικό πολιτικό κεφάλαιο, παρουσιάζοντας τη νίκη της ως προάγγελο μιας μελλοντικής ομοσπονδιακής επικράτησης.
Brandmauer: Το «τείχος προστασίας» και το δίλημμα του Μερτς
Από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η γερμανική δημοκρατική παράδοση στηρίχθηκε και στην πολιτική απομόνωση της άκρας Δεξιάς. Η λεγόμενη Brandmauer, το «τείχος προστασίας», συνοψίζει τη δέσμευση για καμία συγκυβέρνηση, καμία προγραμματική συμμαχία και καμία συνειδητή κοινοβουλευτική εξάρτηση από την ακροδεξιά - εν προκειμένω, από την AfD.
Η CDU έχει υιοθετήσει αυτή τη γραμμή, αποκλείοντας ταυτόχρονα συνεργασία και με τη Die Linke. Η διπλή άρνηση, που επί χρόνια επέτρεπε στην κεντροδεξιά να δηλώνει ιδεολογική αυτονομία και προς τις δύο πλευρές, μετατρέπεται τώρα σε πολιτική παγίδα. Με την AfD στις 39 έδρες και την CDU πολύ πιο πίσω, τα κόμματα που αποκλείουν την ακροδεξιά δυσκολεύονται να διαμορφώσουν σταθερή πλειοψηφία χωρίς ευρύτερες συναινέσεις, αποχές ή άλλες μορφές κοινοβουλευτικής διευκόλυνσης.
Για τον Μερτς, το ερώτημα είναι πλέον απολύτως πρακτικό. Αν η CDU επιμείνει στην πλήρη απομόνωση της AfD, θα χρειαστεί να συνεργαστεί με δυνάμεις που παραδοσιακά αντιμετωπίζει ως πολιτικούς αντιπάλους: τους Πράσινους, τη Die Linke και, ενδεχομένως, το BSW. Μια τέτοια λύση θα μπορούσε να κρατήσει την ακροδεξιά εκτός κυβέρνησης, αλλά θα είναι ιδεολογικά αντιφατική και ενδεχομένως ασταθής. Παράλληλα, η AfD θα επιχειρήσει να την παρουσιάσει ως επιβεβαίωση της δικής της μυθολογίας: ότι όλα τα υπόλοιπα κόμματα αποτελούν ένα ενιαίο «κατεστημένο» που αγνοεί το εκλογικό μήνυμα.
Η άλλη επιλογή είναι πιο επικίνδυνη. Η διάρρηξη της Brandmauer δεν χρειάζεται να λάβει τη μορφή επίσημης συμφωνίας ή συμμετοχής της AfD σε υπουργεία. Μπορεί να προκύψει με την εκλογή υπουργού-προέδρου, με την ψήφιση του προϋπολογισμού ή με την επαναλαμβανόμενη στήριξη κρίσιμων νομοθετικών επιλογών από τις ψήφους της AfD. Σε κάθε μία από αυτές τις περιπτώσεις, η ακροδεξιά δύναται να μετατραπεί σε παράγοντα που καθορίζει την κυβερνητική επιβίωση.
Αυτό είναι το πραγματικό δίλημμα του Μερτς. Από τη μία, η τήρηση του αποκλεισμού της AfD μπορεί να σημαίνει ασταθή διακυβέρνηση, αντιφατικές συμμαχίες και εσωκομματική πίεση, ιδίως στις ανατολικές οργανώσεις της CDU. Από την άλλη, η παραμικρή θεσμική εξάρτηση από την AfD θα αναγνώριζε στην πράξη ότι η ακροδεξιά αποτελεί αποδεκτό μέρος της εξουσίας και θα υπονόμευε την πολιτική γραμμή με την οποία η CDU επιχειρεί να διαφοροποιηθεί από αυτήν.
Η προειδοποίηση είναι ιστορική και σύγχρονη, ενώ η εναλλακτική για τον Γερμανό καγκελάριο είναι ακόμη πιο επικίνδυνη. Μια υποχώρηση από την Brandmauer -όχι κατ’ ανάγκη μέσω επίσημου συνασπισμού αλλά με ανοχή, κοινές ψηφοφορίες ή μια εκλογή πρωθυπουργού που θα εξαρτιόταν από ψήφους της AfD- θα λειτουργήσει ως κανονικοποίηση ακροδεξιάς. Η πολιτική νομιμοποίηση άλλωστε δεν γίνεται μόνο μέσα από την ανάληψη υπουργείων. Μπορεί να παραχθεί σταδιακά, όταν η ακροδεξιά μετατρέπεται σε «αναγκαίο διαμεσολαβητή για τη λειτουργία της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας».
Είναι τεστ για το αν η γερμανική κεντροδεξιά θα συνεχίσει να μετακινεί τη δημόσια συζήτηση προς το πεδίο της ακροδεξιάς ή αν θα συγκρουστεί με τις ανισότητες και τις πολιτικές αποτυχίες που της επιτρέπουν να αποκτά κοινωνική και εκλογική ηγεμονία.
Με πληροφορίες από Reuters, Deutsche Welle