Παρόλο που η εικόνα της υπογραφής του μνημονίου συνεργασίας στις Βερσαλλίες ανάμεσα στον Αμερικανό πρόεδρο, Ντόναλντ Τραμπ και τον Ιρανό ομόλογό του Μασούντ Πεζεσκιάν παρουσιάστηκε από την Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη ως το επίσημο τέλος μιας κρίσης, η πραγματικότητα για τους Ιρανούς διαδηλωτές ήταν διαφορετική.
Οι άνθρωποι, που βγήκαν στους δρόμους του Ιράν, διεκδικώντας την ελευθερία τους, η στιγμή αυτή δεν ήταν θρίαμβος, όπως αποτυπώνει σχετικά δημοσίευμα του Independent: ήταν το σύμβολο μιας «πολιτικής προδοσίας» και μιας ιστορικής αμερικανικής αποτυχίας.
Μετά από 39 ημέρες καταστροφικού πολέμου, η πολυπόθητη «αλλαγή καθεστώτος» που υποσχόταν η Δύση, δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, υπογραμμίζει το ίδιο δημοσίευμα. Η βασική δομή εξουσίας στην Τεχεράνη παραμένει ανέπαφη, η επιρροή των Φρουρών της Επανάστασης (IRGC) έχει ενισχυθεί και οι απλοί Ιρανοί πολίτες καλούνται τώρα να μαζέψουν τα κομμάτια τους ανάμεσα σε γκρεμισμένα σπίτια, καλπάζουσα ανεργία, οικονομική εξαθλίωση και ένα νέο, εφιαλτικό κύμα εκτελέσεων.
Ντόναλντ Τραμπ: Η οφθαλμαπάτη της «αλλαγής καθεστώτος»
Συνεχίζοντας, το βρετανικό μέσο αναφέρει πως η μεγαλύτερη πηγή οργής για τους Ιρανούς είναι το τεράστιο χάσμα ανάμεσα στην πολεμική ρητορική των προηγούμενων εβδομάδων και στο τελικό αποτέλεσμα.
Κατά τη διάρκεια των αιματηρών διαδηλώσεων στις αρχές του έτους, ο Τραμπ αυτοπαρουσιαζόταν ως ο προστάτης του ιρανικού λαού. Μιλούσε για τους 40.000 νεκρούς των διαδηλώσεων και διακήρυττε ότι ο στόχος της στρατιωτικής δράσης των ΗΠΑ ήταν να μπει ένα τέλος στο ισλαμικό καθεστώς. Σήμερα, ο ίδιος άνθρωπος κάθεται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τους εκπροσώπους αυτού του ίδιου συστήματος, προδίδοντας, κατά τον Independent που επικαλείται σχετικές μαρτυρίες, τους διαδηλωτές του Ιράν.
«Ο Τραμπ είπε ψέματα στον ιρανικό λαό», αναφέρει χαρακτηριστικά η Παρία, κάτοικος του Ισφαχάν. «Μας έλεγε ότι μόλις πλήξει τις υποδομές και την ηγεσία της Ισλαμικής Δημοκρατίας, θα μας καλούσε να βγούμε στους δρόμους για να πάρουμε την εξουσία. Τελικά, ο Χαμενεΐ, ο πατέρας έφυγε, αλλά τη θέση του πήρε ο γιος του, ο νεότερος, πιο σκληροπυρηνικός και γεμάτος ενέργεια. Πώς ακριβώς είναι αυτό "αλλαγή καθεστώτος";».
Η αίσθηση στο εσωτερικό της χώρας είναι ότι το καθεστώς όχι μόνο δεν κατέρρευσε, αλλά ανανεώθηκε. Οι αξιωματούχοι και οι διοικητές που εξοντώθηκαν αντικαταστάθηκαν άμεσα από στελέχη ακόμα πιο πιστά στους Φρουρούς της Επανάστασης.
Το παράδοξο των όρων στη συμφωνία με το Ιράν
Οι λεπτομέρειες της συμφωνίας προκαλούν ακόμα μεγαλύτερα ερωτηματικά στους πολίτες. Το μνημόνιο προβλέπει το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ με αντάλλαγμα την άρση του ναυτικού αποκλεισμού, τη χαλάρωση των κυρώσεων και τη δημιουργία ενός ταμείου ανοικοδόμησης ύψους 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
«Τα Στενά του Ορμούζ ήταν ήδη ανοιχτά πριν από τον πόλεμο. Γιατί ο Τραμπ το παρουσιάζει τώρα αυτό ως επίτευγμα;» αναρωτιέται μία διαδηλώτρια από την Τεχεράνη. Η ίδια επισημαίνει ότι η εισροή δισεκατομμυρίων δολαρίων για την ανοικοδόμηση, τη στιγμή που η πολιτική δομή παραμένει ίδια, αποτελεί ουσιαστικά «μηχανική υποστήριξη» στο ίδιο το καθεστώς και στις παραστρατιωτικές του οργανώσεις. «Τα σπίτια του κόσμου καταστράφηκαν, οι δουλειές χάθηκαν, οι τιμές εκτοξεύτηκαν και τώρα τα χρήματα της ανοικοδόμησης θα περάσουν από τα χέρια αυτής της κυβέρνησης. Αυτό σημαίνει ότι οι Φρουροί της Επανάστασης θα πάρουν ξανά το μερίδιό τους».
Την ίδια ώρα, οι εναπομείναντες διαδηλωτές επισημαίνουν πως ο πόλεμος ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν δεν έφεραν αποτέλεσμα. Αντίθετα, η Τεχεράνη έσφιξε ακόμα περισσότερο τον κλοιό ασφαλείας, αυξάνοντας τις εκτελέσεις νεαρών διαδηλωτών και πολιτικών κρατουμένων αμέσως μετά την κατάπαυση του πυρός.
«Πριν από δύο μήνες, ο Τραμπ προειδοποιούσε ότι αν το καθεστώς εκτελέσει διαδηλωτές, θα αντιμετωπίσει συνέπειες», σημειώνει ο Καβέ από το Κερμανσάχ. «Τώρα, αρκετοί νέοι εκτελούνται καθημερινά κι εκείνος σιωπά. Το χειρότερο; Επαινεί τους Ιρανούς αξιωματούχους λέγοντας ότι ενεργούν σοφά και ότι αγαπούν τη χώρα τους. Πώς μπορείς να λες ότι αγαπά τη χώρα της μια κυβέρνηση που εκτελεί μαζικά τα παιδιά της;».
Για πολλούς αναλυτές και πολίτες στο Ιράν, η ρητορική της Δύσης για τα ανθρώπινα δικαιώματα αποδείχθηκε απλώς ένα επικοινωνιακό εργαλείο επιστράτευσης. Όταν η Ουάσιγκτον χρειαζόταν τη λαϊκή νομιμοποίηση για να δικαιολογήσει τις στρατιωτικές της επιχειρήσεις, θυμόταν την ελευθερία. Μόλις επιτεύχθηκε η γεωπολιτική συμφωνία, οι άνθρωποι αυτοί ξεχάστηκαν.
Παράλληλα, υπάρχει διάχυτη η πεποίθηση ότι ο πραγματικός στρατιωτικός αντίπαλος του καθεστώτος δεν ήταν οι ΗΠΑ, αλλά το Ισραήλ.
Οι περισσότεροι κορυφαίοι διοικητές των Φρουρών της Επανάστασης εξοντώθηκαν από ισραηλινά πλήγματα, με την Ουάσιγκτον να παρεμβαίνει τελικά για να σταματήσει την περαιτέρω στρατιωτική πίεση, «σώζοντας» ουσιαστικά την Τεχεράνη από την ολοκληρωτική κατάρρευση.
Η επόμενη μέρα βρίσκει την ιρανική κοινωνία βυθισμένη σε μια βαθιά απογοήτευση. Η εμπειρία αυτή ανέδειξε με τον πιο σκληρό τρόπο το χάσμα ανάμεσα στις ελπίδες που εναποθέτουν οι καταπιεσμένοι λαοί στις ξένες επεμβάσεις και στην κυνική πραγματικότητα της διεθνούς Realpolitik. Ο Μοχαμαντρέζα από την Τεχεράνη συμπυκνώνει αυτή την πικρία σε μια φράση: «Μισούμε το ισλαμικό καθεστώς, αλλά τώρα είμαστε οργισμένοι και με τον Τραμπ. Μας είπε ότι είναι δίπλα μας, αλλά την πιο κρίσιμη στιγμή, έδωσε τα χέρια με αυτούς που μας σκοτώνουν».
Με πληροφορίες από Independent