Περίπου 2 εκατομμύρια άνθρωποι προσποιούνται ότι είναι μυρμήγκια στο Facebook, καθώς είναι μέλη μιας ιδιωτικής σελίδας που γιγαντώθηκε κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κορωνοϊού.

 

«Μια ομάδα στην οποία όλοι προσποιούμαστε ότι είμαστε μυρμήγκια, σε μία αποικία μυρμηγκιών», είναι η περιγραφή της ομάδας στο Facebook. Οι κανόνες είναι απλοί. «Σε αυτή την ομάδα, είμαστε μυρμήγκια», επισημαίνεται. «Λατρεύουμε τη βασίλισσα και κάνουμε πράγματα που κάνουν τα μυρμήγκια. Καλώς ήρθατε στην αποικία», αναφέρει ακόμη.

 

Για να είναι κάποιος ευπρόσδεκτος στην ομάδα πρέπει να είναι ευγενικός, να αποφεύγει τα πολιτικά ζητήματα, να μην χρησιμοποιεί ρητορική μίσους ούτε να κάνει bullying. Και να θυμάται ότι το όνομά του είναι Ant (μυρμήγκι)-το πραγματικό όνομα. Επίσης πάντα πρέπει να θυμάται ότι όταν αναφέρεται στη «Βασίλισσα», το πρώτο γράμμα πρέπει να είναι πάντα κεφαλαίο.

 

Πρακτικά, το να είναι κάποιος μέλος σημαίνει ότι αν κάποιο από τα άλλα «μυρμήγκια» δημοσιεύει μια φωτογραφία τροφίμων ή εντόμου που επιτίθεται, μπορείς να απαντήσει στα σχόλια με τη σωστή εντολή όπως «σήκωσε», «φάε» ή «δάγκωσε».

 

Αν και ακούγεται απλά σαν μια από τις παραξενιές του ίντερνετ, ίσως αυτή η ομάδα να καλύπτει βασικές ανθρώπινες ανάγκες, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της απομόνωσης λόγω της πανδημίας.

 

«Είμαστε κοινωνικά ζώα. Έχουμε την ανάγκη να ανήκουμε σε μια ομάδα και σε αυτή την περίπτωση πρόκειται για μια ομάδα που δεν έχει πολύ σοβαρότητα», δήλωσε η Erin Dupuis, καθηγήτρια ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο Loyola της Νέας Ορλεάνης. Η ίδια παρέπεμψε στη θεωρία της κοινωνικής ταυτότητας που ουσιαστικά αναφέρει ότι «όταν ανήκουμε σε ομάδες, νιώθουμε καλύτερα», ανεξάρτητα από το είδος των ομάδων.

 

Η «γέννηση» της ομάδας

 

Όταν ο Tyrese Childs ίδρυσε την ομάδα, σίγουρα δεν είχε στο μυαλό του θεωρίες της ψυχολογίας. Είχε γυρίσει στο σπίτι του από το κολέγιο, για διακοπές, τον Ιούνιο του 2019. Είχε δει ομάδες στις οποίες millennials προσποιούνταν ότι ήταν boomers (άτομα της γενιάς του 50' ή του '60) ή άλλες που οι άνθρωποι προσποιούνταν ότι ήταν αγελάδες και αγρότες.

 

Όλες αυτές οι ομάδες είχαν υπερβολικά πολλά μέλη, λέει, οπότε σκέφτηκε να φτιάξει μία για τον ίδιο και τους φίλους του. Ενώ το σκεφτόταν, είδε μια μυρμηγκοφωλιά στο έδαφος και του ήρθε η έμπνευση. Στην αρχή, τα μόνα «μυρμήγκια» ήταν ο Childs και οι φίλοι του, «που έλεγαν "είναι κάπως ηλίθιο, αλλά έχει πλάκα"», θυμάται.

 

Μετά το καλοκαίρι, ξέχασε την ομάδα, μέχρι που μια μέρα ανακάλυψε ότι είχε 10.000 μέλη, πολλά από τα οποία είχαν ξεσηκωθεί επειδή το μέλος «Ant-Kevin» προσπαθούσε να κάνει πραξικόπημα. Έτσι, ο Childs αποφάσισε ότι ήταν ώρα να «επιστρέψει» στην «αποικία». Στη συνέχεια, ο συνδυασμός της πανδημίας και ενός tweet για την ομάδα που έγινε viral είχε ως αποτέλεσμα ξαφνικά εκατοντάδες χιλιάδες να θέλουν να γίνουν μέλη.

 

«Κατά τη διάρκεια της καραντίνας, οι άνθρωποι είχαν βαρεθεί τόσο πολλοί να βλέπουν τα ίδια στα social media κάθε ημέρα. Έψαχναν κάτι διαφορετικό και έτυχε να μας βρουν», εκτιμά ο Childs. «Πιστεύω ότι ο κόσμος θέλει τη διαφυγή αυτή την εποχή. Προσπαθούμε να παρακολουθήσουμε Netflix για να βγάλουμε από το μυαλό μας αυτό που συμβαίνει στα media και στον κόσμο. Στην ομάδα, δεν χρειάζεται να είσαι ο εαυτός σου, να ανησυχείς για την καθημερινότητά σου. Κάθεσαι και είσαι μυρμήγκι για 20 λεπτά», συμπληρώνει.

 

Για την Dupuis, η γιγάντωση της ομάδας τους πρώτους μήνες της πανδημίας δεν αποτελεί έκπληξη. Είναι ένα μέρος που οι κανόνες και οι πράξεις δεν αλλάζουν και όλοι «δουλεύουν» μαζί, σημειώνει. «Η έρευνα δείχνει ότι όταν μας υπενθυμίζουν την αβεβαιότητα και τον θάνατο- και αυτό γίνεται κάθε μέρα- επιζητάμε περισσότερο τις ομάδες, κάτι που δεν κάνουμε συνειδητά», εξηγεί.

 

Τώρα περίπου 100 διαχειριστές περνούν από κόσκινο χιλιάδες αναρτήσεις, εγκρίνοντας αυτές που εφαρμόζουν τους κανονισμούς. Κατά κύριο λόγο αφαιρούν πράγματα που έχουν να κάνουν με τους ανθρώπους, αφού «η ομάδα είναι για μυρμήγκια». Όσο για τον Childs, δεν μπορεί να πιστέψει ότι «κάτι που έφτιαξα για πλάκα θα γινόταν κάτι τόσο σημαντικό για μερικούς ανθρώπους».

 

Με πληροφορίες από Washington Post