Ποιος: Χασάν Ροχανί, πρόεδρος του Ιράν από το 2013, πρώην νομικός, ακαδημαϊκός, διπλωμάτης και ιερωμένος, επικεφαλής του ιρανικού Κέντρου Στρατηγικής Έρευνας και διαμεσολαβητής του πυρηνικού προγράμματος της χώρας του με Βρετανία, Γαλλία και Γερμανία.


Πού: Στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν όπου μετά την ανατροπή του Σάχη το 1979 εγκαθιδρύθηκε ένα θεοκρατικό καθεστώς το οποίο πιεζόμενο από τις εξελίξεις εντός κι εκτός συνόρων ανέχεται προσπάθειες φιλελευθεροποίησης, όχι όμως χωρίς έντονες εσωτερικές αντιπαραθέσεις και πισωγυρίσματα.


Γιατί: Διότι σε τηλεοπτικό του διάγγελμα ανακοίνωσε ότι επανεκκινεί το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν που είχε «παγώσει» το 2015 ξαναβάζοντας μπρος δραστηριότητες εμπλουτισμού ουρανίου με προηγμένες συσκευές φυγοκέντρησης. Ενέργεια που απειλεί να αναζωπυρώσει την ένταση σε μια περιοχή του πλανήτη που σίγουρα δεν τη λες την πλέον ήσυχη. Διατίθεται ωστόσο να υπαναχωρήσει εφόσον τα υπόλοιπα μέρη της συμφωνίας του '15 (Γαλλία, Βρετανία, Ρωσία, Κίνα και ΗΠΑ) τηρήσουν τις δικές τους δεσμεύσεις απέναντι στο Ιράν, καθώς λέει. Ως κύριο «ένοχο» υποδεικνύει τις ΗΠΑ που πέρσι αποσύρθηκαν από τη συμφωνία επιβάλλοντας νέες οικονομικές κυρώσεις στην Τεχεράνη και πλήττοντας τις εξαγωγές πετρελαίου της. Καταγγέλλει ότι εξαιτίας αυτών υπάρχουν πλέον ελλείψεις ακόμα και σε βασικά φάρμακα. Οι Αμερικανοί είχαν δικαιολογήσει τη στάση τους ως αντίποινα στην εμπλοκή του Ιράν στον συριακό εμφύλιο και την υποστήριξη τρομοκρατικών οργανώσεων, με τον Ροχανί να επιμένει πως «οι μεγαλύτεροι υποστηρικτές τρομοκρατών στη Μέση Ανατολή είναι οι ΗΠΑ και το Ισραήλ».


Δια ταύτα: Η εκλογή του Ροχανί με ποσοστό 57% και ρεκόρ προσέλευσης ψηφοφόρων έγινε δεκτή με ενθουσιασμό καθώς θεωρείται μετριοπαθής, φιλελεύθερος και διαλλακτικός. Είχαν προηγηθεί οι μαζικές λαϊκές διαμαρτυρίες του 2011 – οι σοβαρότερες ταραχές στη χώρα μετά το '79 – κατά του υπερσυντηρητικού παρότι κοσμικού προκατόχου του Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ. Υποσχέθηκε περισσότερα πολιτικά δικαιώματα, ανόρθωση της οικονομίας και προσέγγιση με τη Δύση όπου είχε σπουδάσει κιόλας, όμως στην πραγματικότητα πολύ λίγες από τις υποσχέσεις του αυτές τηρήθηκαν. Οι ελλείψεις και οι εισοδηματικές ανισότητες εντάθηκαν, οι φυλακές είναι ακόμα γεμάτες πολιτικούς κρατούμενους και αντιφρονούντες, οι πολιτικοοικονομικές μεταρρυθμίσεις «σκοντάφτουν» στους σκληροπυρηνικούς μουλάδες. Πέραν αυτών και με δεδομένη την αμερικανική υποκρισία και επιθετικότητα σε μια περιοχή που θεωρούν δικό τους βιλαέτι – ολόκληρο «δακτυλίδι» αμερικανικών βάσεων έχει στηθεί στρατηγικά γύρω από το Ιράν -, η Τεχεράνη δεν είναι άμοιρη ευθυνών για τα τεκταινόμενα στη Μέση Ανατολή όπου ως ανερχόμενη περιφερειακή δύναμη προσπαθεί επίσης να αποκομίσει κέρδη συντασσόμενη με Ρωσία και Τουρκία. Στηρίζει «αδελφές» σιιτικές οργανώσεις με φονταμενταλιστικό προφίλ όπως η Χεζμπολάχ και η Χαμάς, τάχθηκε εξαρχής υπέρ του Μπασάρ Αλ Άσαντ στο συριακό, υποδαυλίζει την αντιπαράθεση των Ιρανών Κούρδων με τους ομοεθνείς τους σε Συρία-Τουρκία, ενισχύει τους επίσης Σιίτες αντάρτες Χούτι της Υεμένης στα πλαίσια του μακροχρόνιου ανταγωνισμού με τη Σαουδική Αραβία, εμπλέκεται επίσης στις πολιτικές εξελίξεις στο Ιράκ. Εκτός οπότε από το ζήτημα των πυρηνικών και των οικονομικών κυρώσεων, ο Ροχανί θα πρέπει να επανεξετάσει μια σειρά άλλα σοβαρά εσωτερικά κι εξωτερικά θέματα αν τον ενδιαφέρει πραγματικά ένα καλύτερο μέλλον για το Ιράν.