Συχνά ακούμε πως ποτέ δεν είναι αργά για να αλλάξουμε ζωή και τρανταχτή απόδειξη αυτού αποτελεί η Ίνγκε Γκίνσμπεργκ από την Αυστρία, που πριν τρία χρόνια έγινε τραγουδίστρια μιας death metal μπάντας, σε ηλικία 93 ετών. 

 

Η 96χρονη πλέον Ίνγκε, βγήκε ζωντανή από το Ολοκαύτωμα των ναζί κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και στη συνέχεια έγινε συγγραφέας.

 

Η ίδια εξηγεί γιατί αποφάσισε σε αυτή την ηλικία να ασχοληθεί με την death metal: «Δεν μπορώ να τραγουδήσω. Δεν μπορώ να "κρατήσω" μια μελωδία. Η χέβι μέταλ με εξυπηρετεί επειδή έχω απλώς να απαγγείλω τους στίχους». 

 

Όπως είχε δηλώσει σε παλιότερο ντοκιμαντέρ των New York Times, σε κάποια φάση της ζωής της ένιωσε πως η κοινωνία δεν ενδιαφερόταν να ακούσει τη φωνή των ηλικιωμένων. Έτσι, οι νεότεροι φίλοι της την έπεισαν να μετατρέψει τα ποιήματά της σε στίχους για death metal κομμάτια. 

 

 

 

 

 

Και τα κατάφερε με εξαιρετική επιτυχία κάνοντας παγκοσμίως γνωστό το μουσικό συγκρότημα που ίδρυσαν, τους "Inge & the Tritone Kings". Η Ίνγκε, εβραϊκής καταγωγής, λατρεύει να διαβάζει με πάθος την ποίησή της, γραμμένη στα αγγλικά και στα γερμανικά, ενώ συνοδεύεται από τους ήχους μέταλ μουσικής. 

 

Βασικά θέματα των τραγουδιών της είναι η ανθρωπότητα, το περιβάλλον, η αγάπη, το μίσος, η αυτογνωσία και η ειλικρίνεια. «Είναι σημαντικό να μένεις ενεργός και να περιστοιχίζεσαι από νέους ανθρώπους. Να κάνεις πράγματα που δεν έκανες ποτέ στο παρελθόν», λέει. 

 

Η Ίνγκε γεννήθηκε στη Βιέννη το 1922. «Μεγαλώσαμε με άνεση. Είχαμε ανθρώπους στη δούλεψή μας. Ζούσαμε στην πόλη και είχαμε μία βίλα για τα Σαββατοκύριακα. Πήγαινα κανονικά στο λύκειο», θυμάται για την ήσυχη και άνετη ζωή της που έμελλε να ανατραπεί. 

 

Ύστερα ήρθαν οι ναζί. «Κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει ότι θα συμβεί».

 

Ο πατέρας της κατάφερε να διαφύγει στη Βρετανία. Το 1942 η μητέρα της Ίνγκε έδωσε όλα τα κοσμήματα της σε μία οικογενειακή φίλη, η οποία σε αντάλλαγμα τους φυγάδευσε στην Ελβετία, όπου κατέληξαν σε καταυλισμό προσφύγων. 

 

Αργότερα η Ίνγκε φρόντιζε μία βίλα όπου έμεναν κατάσκοποι των ΗΠΑ, οι οποίοι παρακολουθούσαν τους ναζί και συντόνιζαν επιχειρήσεις εναντίον τους. «Η ελευθερία είναι στα αλήθεια εκεί. Αλλά πρέπει να είσαι δυνατός. Αν είσαι ελεύθερος δεν μπορείς να κατηγορήσεις κανέναν άλλον για τις αποφάσεις σου». 

 

Αρκετά χρόνια μετά τον πόλεμο, η Ίνγκε και ο πρώτος της σύζυγος, ο μουσικοσυνθέτης Ότο Κόλμαν, μετακόμισαν στις ΗΠΑ και εγκαταστάθηκαν στο Λος Άντζελες. Το ζευγάρι εργάστηκε στο Hollywood - η Ίνγκε είχε σπουδάσει πιάνο και δούλευε με τον άνδρα της, συνθέτοντας τραγούδια για τον Νατ Κινγκ Κόουλ και τον Ντιν Μάρτιν. 

 

 

 

 

Ωστόσο κατά την δεκαετία του 1950 η Ίνγκε κουράστηκε από τη βιομηχανία του θεάματος και ένιωσε πως ήταν όλα ψεύτικα. Εγκατέλειψε αυτή τη ζωή, χωρίζοντας από τον άνδρα της με τον οποίον είχαν αποκτήσει στο μεταξύ και μία κόρη. 

  

«Είμαι πολύ ηθικός άνθρωπος αλλά έχω τους δικούς μου, προσωπικούς κώδικες ηθικής. Ποτέ δεν βλάπτω κανέναν. Δεν νομίζω ότι έχω αδικήσει ποτέ κανέναν». Η Ίνγκε λέει ότι πιο πολύ από όλα εκτιμά την ελευθερία της. 

 

Καθώς πλησιάζει πλέον τα 97, διαβεβαιώνει πως δεν έχει μετανιώσει για τίποτα και δεν την νοιάζει τι πιστεύουν οι άλλοι για τις επιδιώξεις της. «Ειλικρινά, αγαπητοί μου, δεν δίνω δεκάρα. Δεν με νοιάζει», λέει χαρακτηριστικά. 

 

Εδώ την ακούμε σε μία από τις μεγάλες επιτυχίες του συγκροτήματός της: