Τον περασμένο Ιούλιο, ο οίκος Burberry προκάλεσε αντιδράσεις όταν δημοσιοποίησε σε μια οικονομική έκθεση που ανέφερε ότι είχε καταστρέψει πολυτελή προϊόντα αξίας περίπου 37 εκατ. $ καθώς δεν επιθυμούσε το στοκ αυτό να φτάσει στην μαζική πώληση, σε χαμηλότερες τιμές.

 

Αυτή την εβδομάδα, η εταιρεία ανακοίνωσε ότι σταματά να καίει τα παλιά, απούλητα αποθέματα και διευκρίνισε πως θα προσπαθήσει να επεκτείνει τις ήδη υπάρχουσες προσπάθειές της για επαναχρησιμοποίηση, επισκευή, δωρεά ή ανακύκλωση προϊόντων που δεν μπορούν να διατεθούν προς πώληση.

 

Η αλλαγή πολιτικής σηματοδοτεί μια νίκη για όσους αισθάνονταν ότι η Burberry ήταν προκλητικά σπάταλη και ελιτίστικη και θα κατευνάσει την κριτική για περιβαλλοντική ανευθυνότητα.

 

Όμως για την ώρα μόνο ο Burberry προκάλεσε αντιδράσεις και πήρε αποφάσεις, ενώ οι οίκοι που ακολουθούν την ίδια πρακτική είναι μάλλον περισσότεροι.

 

Δεν θεωρείται μυστικό στη μόδα ότι οι εταιρείες καταστρέφουν τα παλιά εμπορεύματα σε μια προσπάθεια να διατηρήσουν την αποκλειστική διάθεση στα μάτια των αγοραστών και να εξασφαλίσουν πως η μάζα δεν θα έχει πρόσβαση σε ρούχα και αξεσουάρ με πολύ χαμηλές τιμές.

 

«Είναι μια ευρέως διαδεδομένη πρακτική στη βιομηχανία της μόδας, είναι συνηθισμένο», δήλωσε στο γαλλικό πρακτορείο ο διευθυντής χαρτοφυλακίου της Flornoy & Associates, Arnaud Cadart, αναλυτής ειδών και υπηρεσιών πολυτελείας. «Αφού γίνουν κάποιες ιδιωτικές πωλήσεις σε υπαλλήλους και δημοσιογράφους, τα υπόλοιπα πετιούνται», πρόσθεσε.

 

Ο Burberry, ήταν απλά πιο διαφανής σχετικά με την πρακτική. Ο Cadar σημείωσε ότι τα εμπορικά σήματα γενικά βάζουν τις ζημιές στις οικονομικές τους καταστάσεις με ασαφείς φράσεις όπως «απομείωση των αποθεμάτων» και πως παρόλο που ακόμη και αν ψάξει κανείς για αυτά τα στοιχεία, μπορεί να μην βρει καμία αναφορά.

 

Ο γαλλικός κολοσσός πολυτέλειας LVMH δήλωσε στην τελευταία ετήσια έκθεσή του ότι «οι προβλέψεις για απομείωση των αποθεμάτων είναι γενικά απαιτούμενες λόγω της απαξίωσης των προϊόντων ή έλλειψη προοπτικών πωλήσεων».

 

Για την ώρα μόνο ο Burberry προκάλεσε αντιδράσεις και πήρε αποφάσεις, ενώ οι οίκοι που ακολουθούν την ίδια πρακτική είναι μάλλον περισσότεροι.

 

Η ετήσια έκθεση της Hermes μίλησε επίσης για απομείωση αποθεμάτων, χωρίς να αναφέρει περαιτέρω, όπως μεταδίδει το AFP. Δεν παρέχονται όμως σαφείς ενδείξεις σχετικά με την ποσότητα των προϊόντων που καταστράφηκαν.

 

«Ναι, υπάρχει ένα ηθικό και δεοντολογικό ζήτημα καθώς και η προστασία του περιβάλλοντος», δήλωσε η Boriana Guimberteau, ειδικός στο δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας στο δικηγορικό γραφείο της FTPA. «Από νομικής απόψεως, τα εμπορικά σήματα καταστρέφουν γνήσια προϊόντα που κατέχουν, προϊόντα που βρίσκονται εκτός σεζόν και μπορούν να κάνουν ό, τι θέλουν».

 

Η ένωση κατασκευαστών Unifab, η οποία υπερασπίζεται τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και καταπολεμά την παραχάραξη, δήλωσε ότι υπάρχουν διάφοροι λόγοι για τους οποίους οι επιχειρήσεις καταστρέφουν τα απούλητα αγαθά τους.

 

Αυτoί μπορεί να περιλαμβάνουν την επιθυμία να διασφαλιστεί ότι δεν θα εισέλθουν σε άλλα κανάλια πωλήσεων, ενώ προϊόντα όπως τα αρώματα και τα καλλυντικά έχουν ημερομηνίες λήξης, μετά τις οποίες οι επιχειρήσεις οφείλουν να τα  καταστρέψουν για να εξασφαλίσουν την ασφάλεια των καταναλωτών.

 

Ο Francois-Henri Pinault, ο διευθύνων σύμβουλος και μέτοχος της μητρικής εταιρείας Gucci Kering SA, δήλωσε ότι η επιχείρηση προσπαθεί να ελαχιστοποιήσει τη σπατάλη καταστροφής αποθεμάτων επαναχρησιμοποιώντας υφάσματα και δέρματα.

 

«Το μέρος που καταστρέφουμε είναι σχετικά μικρό», είπε ο κ. Pinault σε συνέντευξή του σχολιάζοντας πως «είναι συγκλονιστικό να καταστρέφουν προϊόντα αυτής της ποιότητας».

 

Μετά από την ανακοίνωση της Burberry, η Kering είπε ότι διαθέτει τα απούλητα ρούχα μέσω εκπτώσεων για τους φίλους και τις οικογένειες των υπαλλήλων στα καταστήματα. «Χάρη στις προσπάθειες της εφοδιαστικής αλυσίδας, μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό αγαθών πρέπει να καταστραφεί», δήλωσε η Kering.

 

Στον ιταλικό οίκο Stefano Ricci, τα στελέχη βλέπουν την καταστροφή του αποθέματος ως υπηρεσία προς τον πελάτη. «Οι πελάτες δεν θέλουν να ξοδέψουν χιλιάδες δολάρια σε ένα κοστούμι, και να δουν το ίδιο αντικείμενο λίγους μήνες αργότερα να είναι στη μισή τιμή σε ένα άλλο κατάστημα», λένε.

 

«Δεν μας αρέσει να πουλάμε τα προϊόντα μας σε εκπτωτικά καταστήματα», δήλωσε ο Niccolò Ricci. Στο τέλος του έτους, οι εργαζόμενοι συγκεντρώνουν τα απούλητα ρούχα σε δεκάδες κιβώτια που προορίζονται για μια ειδική εγκατάσταση, όπου αποτεφρώνονται, δήλωσε ο Ricci.

 

Ο Ricci είπε ότι το εμπορικό σήμα θα ήθελε να δώσει μερικά από τα απούλητα αγαθά σε φιλανθρωπικούς σκοπούς, αλλά η υπάρχει φορολογική διαδικασία που τους εμποδίζει.

 

Πολλοί αγοραστές πιθανότατα δεν θα ήθελαν να γνωρίζουν το πώς ακριβώς τα εμπορικά σήματα διατηρούν τα ακριβά τους εμπορεύματα αποκλειστικά, αλλά η νέα εποχή φέρνει την συζήτηση στο προσκήνιο.

 

Αλλά από περιβαλλοντική άποψη, δεν υπάρχει καμία δικαιολογία για την καταστροφή των απούλητων ρούχων, η οποία φέρνει τη μόδα σε μια δύσκολη θέση. Διατηρώντας τον έλεγχο του αποθέματος με τον τρόπο αυτό, η βιομηχανία θα συνεχίσει να είναι εξαιρετικά σπατάλη και μη-φιλική προς τον πλανήτη, Οι πιέσεις για αλλαγή πολιτικής αναμένεται να ενταθούν.

 

Με πληροφορίες από AFP/ Quartz/ Wall Street Journal