Ο σκηνοθέτης, συγγραφέας και ηθοποιός Χρήστος Χαρμπάτσης ήταν ο άνθρωπος που αυτοκτόνησε σήμερα το πρωί πέφτοντας με το αυτοκίνητό του στο λιμάνι του Πειραιά - για άγνωστους προς το παρόν λόγους. 

 

Ο Χαρμπάτσης, γεννημένος στον Αϊ Γιάννη του Ρέντη, αλλά από το 1965 μόνιμος κάτοικος της Ερμούπολης Σύρου είχε μια σημαντική πορεία στο χώρο του θεάτρου. Ξεκίνησε το 1969 ερμηνεύοντας τον Μπαλμπόα στο έργο του Κασόνα «Τα δέντρα πεθαίνουν όρθια», στη συνέχεια ερμηνεύει το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, στο έργο του Γιώργου Ρούσου «Μαντώ Μαυρογένους», το 1971 ερμηνεύει τον Πλάτωνα, τον αιώνιο φοιτητή, στους «Φοιτητές» του Γρηγόρη Ξενόπουλου, ενώ τα επόμενα χρόνια ήταν από τους πρωτεργάτες της αναστήλωσης και αναβίωσης του ιστορικού θεάτρου Απόλλων της Σύρου για να γίνει το 1975 ιδρυτικό μέλος στη σύσταση του Θεατρικού Ομίλου Σύρου «Ο Απόλλων».

 

Το 1977 θα επιστρέψει στο σανίδι ερμηνεύοντας το ρόλο του συζύγου στην «Ψυχολογία Συριανού Συζύγου» του Εμμανουήλ Ροΐδη, το 1978 

ερμηνεύει το Θεόφιλο Καίρη (στο ομώνυμο έργο του Μιχάλη Δήμου) όπου και θα αποσπάσει το Βραβείο Α' Ανδρικού Ρόλου στο Τέταρτο Θεατρικό Φεστιβάλ της Ιθάκης, ενώ το 1979 περνάει στη σκηνοθεσία ανεβάζοντας τα μονόπρακτα έργα «Ε! Εσείς οι απ' έξω» του Σαρογιάν, το «Ηλιόλουστο Πρωινό» των αδελφών Κιντέρο και η Αρκούδα του Άντον Τσέχωφ.

 

Στη δεκαετία του ’80 σκηνοθετεί το εμβληματικό «Τάβλι» του Κεχαΐδη (όπου υποδύεται τον Φώντα), το «Γυρολόγο» του Νίκου Ζακόπουλου, τον «Πειρασμό» του Γρηγόρη Ξενόπουλου, ενώ το 1983 γράφει το πρώτο του θεατρικό έργο με τίτλο «Ο Κομματάρχης», εμπνευσμένο από το διήγημα του Ροΐδη «Το παράπονο του νεκροθάφτη», το οποίο και θα ανεβάσει το 1984. 

 

Στη συνέχεια, το 1985 σκηνοθετεί τους «Αγροίκους» του Γκολντόνι, σε μετάφραση της Τζούλιας Τσακίρη, το 1986 τη «Δωδέκατη νύχτα» του Σαίξπηρ και το 1987 ιδρύει με την Έφη Παπαθεοδώρου, το Σίμωνα Πάτροκλο και τον Μιχάλη Δήμου τον «Θίασο Τέχνης» την ίδια χρονιά που θα ερμηνεύσει το Ντίκο στο ομώνυμο έργο του Μιχάλη Δήμου.

 

Το 2006 διασκεύασε για θέατρο το παραμύθι του Ευγένιου Τριβιζά «Φρικαντέλα, η μάγισσα που μισούσε τα κάλαντα».