Η Ντάφνι Καρουάνα Γκαλίζια δεν επιστρέφει στη δημόσια συζήτηση ως ανάμνηση. Επιστρέφει ως ερώτηση. Σχεδόν εννέα χρόνια μετά τη δολοφονία της με παγιδευμένο αυτοκίνητο στη Μάλτα, η αθώωση του επιχειρηματία Γιόργκεν Φένεκ ξαναφέρνει στο κέντρο ένα από τα πιο σκοτεινά ζητήματα της ευρωπαϊκής δημοκρατίας: τι συμβαίνει όταν ένας δημοσιογράφος σκοτώνεται για τη δουλειά του και, χρόνια μετά, η αίσθηση της ατιμωρησίας παραμένει.
Ο Φένεκ, ένας από τους ισχυρότερους επιχειρηματίες της Μάλτας, κρίθηκε αθώος από σώμα ενόρκων για τις δύο κατηγορίες που αντιμετώπιζε σε σχέση με τη δολοφονία της Καρουάνα Γκαλίζια: συνέργεια στην ανθρωποκτονία της και συμμετοχή σε εγκληματική συνεννόηση με σκοπό τη διάπραξη εγκλήματος. Η απόφαση ήρθε έπειτα από δίκη 55 ημερών, τη μακρύτερη δίκη για φόνο στη σύγχρονη ιστορία της Μάλτας, και προκάλεσε άμεσες αντιδράσεις στη χώρα.
Η Καρουάνα Γκαλίζια δολοφονήθηκε στις 16 Οκτωβρίου 2017, σε ηλικία 53 ετών, όταν εξερράγη βόμβα που είχε τοποθετηθεί στο αυτοκίνητό της, κοντά στο σπίτι της. Ερευνούσε διαφθορά, offshore εταιρείες, οργανωμένο έγκλημα και σχέσεις πολιτικής και επιχειρηματικής εξουσίας στη Μάλτα. Η δουλειά της είχε συνδεθεί με τα Panama Papers και με αποκαλύψεις για ανθρώπους κοντά στην τότε κυβέρνηση του Τζόζεφ Μουσκάτ.
Πέντε άνδρες έχουν ήδη καταδικαστεί για την εκτέλεση της δολοφονίας ή για την προμήθεια της βόμβας. Η αθώωση Φένεκ, όμως, αφήνει ανοιχτό το πιο κρίσιμο ερώτημα: ποιος οργάνωσε και χρηματοδότησε τη δολοφονία; Για την οικογένεια της Καρουάνα Γκαλίζια, αυτή ήταν η δίκη που είχε τη μεγαλύτερη σημασία, επειδή αφορούσε την πιθανή εντολή πίσω από την επίθεση και όχι μόνο τους ανθρώπους που την εκτέλεσαν.
Μετά την απόφαση, η αδελφή της δημοσιογράφου, Corinne Vella, είπε στους δημοσιογράφους ότι το μήνυμα είναι πως μπορείς να σκοτώνεις δημοσιογράφους με ατιμωρησία. Διαδηλωτές συγκεντρώθηκαν έξω από το κοινοβούλιο της Μάλτας, ενώ η αντιπολίτευση ζήτησε άμεση κοινοβουλευτική συζήτηση. Ο μεγαλύτερος γιος της, Matthew Caruana Galizia, μίλησε για άρνηση δικαιοσύνης.
Η δολοφονία της Καρουάνα Γκαλίζια είχε προκαλέσει πολιτική κρίση στη Μάλτα και συνέβαλε στην παραίτηση του τότε πρωθυπουργού Τζόζεφ Μουσκάτ. Είχε όμως και μια άλλη συνέπεια, εξίσου σημαντική για τη δημοσιογραφία: γέννησε το Daphne Project, μια διεθνή συνεργασία δημοσιογράφων από μέσα όπως ο Guardian, το Reuters, οι Times of Malta, η Le Monde και η Süddeutsche Zeitung, με στόχο να συνεχιστούν οι έρευνές της.
Αυτό είναι το σημείο όπου η υπόθεση βγαίνει από το πλαίσιο μιας μαλτέζικης δικαστικής ιστορίας. Η Καρουάνα Γκαλίζια έγινε σύμβολο επειδή η δολοφονία της έδειξε πόσο εύκολα μπορεί να απομονωθεί ένας δημοσιογράφος όταν ερευνά ισχυρούς ανθρώπους σε μια μικρή χώρα, αλλά και πόσο αναγκαίο είναι να μετατρέπεται η έρευνα σε διεθνές δίκτυο όταν η τοπική εξουσία γίνεται ασφυκτική.
Πριν δολοφονηθεί, η Καρουάνα Γκαλίζια αντιμετώπιζε δεκάδες αγωγές. Το όνομά της συνδέθηκε έτσι και με τη συζήτηση για τις SLAPP αγωγές, τις στρατηγικές αγωγές που χρησιμοποιούνται για να εξαντλήσουν οικονομικά και ψυχολογικά δημοσιογράφους, πληροφοριοδότες, ακτιβιστές και όσους δημοσιοποιούν υποθέσεις δημόσιου ενδιαφέροντος. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει αναγνωρίσει την υπόθεσή της ως μία από τις χαρακτηριστικές περιπτώσεις που ανέδειξαν την ανάγκη ευρωπαϊκής προστασίας απέναντι σε τέτοιες πρακτικές.
Η σημερινή οργή, λοιπόν, δεν αφορά μόνο την ετυμηγορία ενός δικαστηρίου. Αφορά το κενό ανάμεσα στη μνήμη και στην προστασία. Η Ευρώπη τιμά την Καρουάνα Γκαλίζια με βραβεία, ομιλίες, ψηφίσματα και νόμους στο όνομά της, αλλά οι δημοσιογράφοι που ερευνούν διαφθορά εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν απειλές, αγωγές, οικονομική πίεση και, σε ακραίες περιπτώσεις, φυσική βία.
Οι οργανώσεις για την ελευθερία του Τύπου αντέδρασαν έντονα στην αθώωση. Οι Reporters Without Borders μίλησαν για αποτυχία των αρχών να αποδώσουν πλήρη δικαιοσύνη σχεδόν μια δεκαετία μετά τη δολοφονία, ενώ η Committee to Protect Journalists τόνισε ότι η Μάλτα δεν έχει ακόμη καταδικάσει τον άνθρωπο ή τους ανθρώπους που οργάνωσαν τη δολοφονία της δημοσιογράφου.
Για τη Μάλτα, η υπόθεση παραμένει ανοιχτή πληγή. Για την Ευρώπη, όμως, είναι κάτι περισσότερο: ένα τεστ για το αν η ελευθερία του Τύπου είναι πραγματική υποδομή της δημοκρατίας ή απλώς μια αρχή που θυμόμαστε όταν είναι ήδη αργά. Η Καρουάνα Γκαλίζια δεν δολοφονήθηκε επειδή ήταν διάσημη. Δολοφονήθηκε επειδή επέμενε να κοιτάζει εκεί όπου η εξουσία δεν ήθελε φως.
Γι’ αυτό και η αθώωση Φένεκ δεν κλείνει την ιστορία. Την κάνει ξανά παρούσα. Όχι μόνο στη Μάλτα, αλλά σε κάθε χώρα όπου οι δημοσιογράφοι μαθαίνουν ότι η έρευνα μπορεί να τους κοστίσει αγωγές, απειλές, απομόνωση ή και τη ζωή τους.
Το ερώτημα μένει ίδιο, πιο σκληρό από πριν: ποιος προστατεύει εκείνους που ερευνούν τους ισχυρούς;
Με στοιχεία από Guardian