Ενώπιον της ολομέλειας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μίλησε ο Αλέξης Τσίπρας και εξέθεσε τους προβληματισμούς του για το μέλλον της Ευρώπης.

 

Μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε στην έξοδο της Ελλάδας από το μνημόνιο, τονίζοντας πως «η καθαρή έξοδος είναι μια επιτυχία πρωτίστως του ελληνικού λαού». Ακόμη επισήμανε η ελληνική οικονομική κρίση της Ελλάδας και η αποτυχία της διαχείρισής της, «είχε μετατραπεί και σε πολιτική κρίση της Ευρώπης», προσθέτοντας ότι «τότε που μίλησα ενώπιόν σας, οι μισοί με επευφημούσατε, οι άλλοι μισοί με αποδοκιμάζατε, αλλά ελάχιστοι, πολύ λίγοι ήταν ανάμεσά σας αυτοί που πίστευαν ότι θα είχα την ελπίδα να τα καταφέρω».

 

Ειδικότερα, ο πρωθυπουργός, ξεκινώντας την ομιλία του, σημείωσε πως «η πολιτική των ελλειμμάτων, της διασπάθισης του δημόσιου χρήματος και της διευρυμένης διαφθοράς προηγούμενων κυβερνήσεων, είχαν ρίξει τη χώρα μου στα βράχια της χρεοκοπίας. Αλλά ταυτόχρονα η αδυναμία των θεσμών να δώσουν προτεραιότητα στις αναγκαίες δομικές μεταρρυθμίσεις στα πρώτα δύο προγράμματα, σε συνδυασμό με την εμμονή ορισμένων εξ αυτών σε μια συνταγή ακραίας δημοσιονομικής προσαρμογής, είχαν οδηγήσει τη χώρα στα όρια της κοινωνικής έκρηξης αλλά και της οικονομικής ασφυξίας».

 

«Από το 2010 έως το 2014, η Ελλάδα έχασε το 1/4 του εθνικού της πλούτου», υπογράμμισε και σημείωσε ότι «η ανεργία, η φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός εκτοξεύθηκαν και το δημόσιο χρέος επίσης».

 

«Οι ξένες επενδύσεις εξανεμίστηκαν, οι νέοι επιστήμονες εγκατέλειψαν κατά χιλιάδες τη χώρα. Η οικονομική κρίση της Ελλάδας και η αποτυχία της διαχείρισής της, είχε μετατραπεί, όμως και σε πολιτική κρίση της Ευρώπης. Και τότε που μίλησα ενώπιόν σας, οι μισοί με επευφημούσατε, οι άλλοι μισοί με αποδοκιμάζατε, αλλά ελάχιστοι, πολύ λίγοι ήταν ανάμεσά σας αυτοί που πίστευαν ότι θα είχα την ελπίδα να τα καταφέρω», πρόσθεσε.

 

Τόνισε, στη συνέχεια, πως η Ελλάδα τα κατάφερε και χρόνια μετά είναι μια διαφορετική χώρα. «Από μέρος του προβλήματος, από πηγή της κρίσης, έγινε μέρος της λύσης για την Ευρώπη. Και η καθαρή έξοδος από το τελευταίο τριετές πρόγραμμα είναι μια επιτυχία πρωτίστως του ελληνικού λαού, που έσφιξε τα δόντια και έδωσε τη μάχη, που έκανε μεγάλες θυσίες για να παραμείνει η χώρα στη καρδιά της Ευρώπης. Αλλά είναι και μια επιτυχία της Ευρώπης συνολικά. Που απέδειξε ότι με πνεύμα αλληλεγγύης και συνεργασίας μπορεί να ξεπερνά τις κρίσεις. Σήμερα στεκόμαστε ξανά στα πόδια μας και κοιτάμε το μέλλον με αισιοδοξία».

 

«Εξυγιάναμε τα δημόσια οικονομικά, προχωρήσαμε σε βαθιές τομές και μεταρρυθμίσεις που έπρεπε να είχαν γίνει δεκαετίες πριν, ξεφύγαμε από το σπιράλ της ύφεσης και επαναφέραμε την οικονομία σε τροχιά ανάπτυξης. Προχωρήσαμε με έργα και επενδύσεις που καθιστούν την Ελλάδα εμπορικό, διαμετακομιστικό και ενεργειακό κόμβο για την ευρύτερη περιοχή. Αλλά, ταυτόχρονα, αποδείξαμε ότι υπάρχει ο δρόμος να βγαίνεις από τη κρίση χωρίς να διαλύεις το κοινωνικό ιστό», ανέφερε. 

 

Ειδικότερα για την κοινωνική πολιτική ο Αλέξης Τσίπρας υπογράμμισε πως στηρίχθηκαν οι περισσότερο αδύναμοι και σταμάτησε η ανθρωπιστική κρίση. «Δώσαμε πρόσβαση στο σύστημα υγείας σε εκατομμύρια ανασφάλιστους, αλλά ταυτόχρονα πετύχαμε και πρωτογενή πλεονάσματα που πριν τρία χρόνια κανείς δε μπορούσε να πιστέψει».

 

Επίσης, αναφέρθηκε στη φοροδιαφυγή στον τομέα της Υγείας, τονίζοντας πως ελέγχθηκε και σταμάτησε «η σπατάλη και το πάρτι διαφθοράς στη δημόσια υγεία και στις δημόσιες προμήθειες». Σημείωσε ότι η κυβέρνηση προχώρησε σε κομβικές μεταρρυθμίσεις, όπως η ενοποίηση των ασφαλιστικών ταμείων και ο εξορθολογισμός του ασφαλιστικού συστήματος, για να συμπληρώσει: «Και σήμερα όχι απλώς βγήκαμε από τα μνημόνια, αλλά με τη βιώσιμη ρύθμιση του δημόσιου χρέους ανακτάμε την οικονομική μας κυριαρχία και ξανακερδίσαμε τη θέση που δικαιούμαστε και μας αξίζει στην Ευρώπη».

 

Τόνισε ότι από την περασμένη χρονιά η Ελλάδα επέστρεψε στην ανάπτυξη, με τις προβλέψεις για φέτος να προσεγγίζουν το 2,5%. «Τις τρεις τελευταίες χρονιές αναδειχθήκαμε πρωταθλητές απορρόφησης των ευρωπαϊκών αναπτυξιακών πόρων, ενώ επίσης το 2017 ήμασταν η δεύτερη χώρα της ΕΕ σε απορρόφηση κονδυλίων από το "Σχέδιο Γιούνκερ" και οι ξένες επενδύσεις έφτασαν τα 3.6 δισ. ευρώ, που αποτελεί την υψηλότερη επίδοση της τελευταίας δεκαετίας. Σε τρία χρόνια μειώσαμε την ανεργία πάνω από 7%», είπε.

 

Έκανε λόγο για δημιουργία περισσότερων των 300.000 νέων θέσεων εργασίας, εξηγώντας πως η πλειονότητα είναι θέσεις πλήρους απασχόλησης.

 

«Στηρίξαμε τα δημόσια νοσοκομεία, υλοποιούμε ένα ολοκληρωμένο δημόσιο σύστημα πρωτοβάθμιας περίθαλψης, ενώ μειώσαμε δραστικά τα οργανικά κενά στα σχολεία και αυξήσαμε τις δαπάνες για την επιστημονική έρευνα στο 1% του ΑΕΠ» συμπλήρωσε ο κ. Τσίπρας, ενώεπανέλαβε την προσπάθεια της κυβέρνησης να μετατρέψει το brain drain σε brain gain, δίνοντας κίνητρα στη νεανική επιχειρηματικότητα.

 

Αναφορά έκανε και στη θέσπιση του «Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης» από το οποίο «ωφελούνται σήμερα περισσότεροι από 650.000 πολίτες», όπως είπε. 

 

Υπογράμμισε πως «κόντρα στο ρεύμα της εποχής, η Ελλάδα είναι από τις λίγες χώρες που διεύρυνε τα ατομικά δικαιώματα και τις ελευθερίες των πολιτών της. Για πρώτη φορά, παρέχουμε ιθαγένεια στους μετανάστες δεύτερης γενιάς, που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Ελλάδα. Κατοχυρώσαμε τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου, καθώς και το σύμφωνο συμβίωσης και την αναδοχή παιδιών για τα ομοφυλόφιλα ζευγάρια».

 

Κατά τη διάρκεια της ομιλίας του, αναφέρθηκε στην κατάργηση της υποχρεωτικής εφαρμογής του νόμου της σαρίας για τη μουσουλμανική μειονότητα, ενώ όπως είπε «ολοκληρώνουμε την κατασκευή μουσουλμανικού τεμένους στην Αθήνα. Επιπλέον, σε μια Ευρώπη που θεριεύει ο ρατσισμός και η ξενοφοβία, η Ελλάδα έκανε ότι περισσότερο μπορούσε για να διαχειριστεί τις τεράστιες προσφυγικές ροές με όρους ανθρωπισμού και προστασίας του διεθνούς δικαίου».

 

«Την ώρα που άλλες χώρες παραβίαζαν μονομερώς τις ευρωπαϊκές αποφάσεις και ύψωναν φράκτες, η οικονομικά χτυπημένη Ελλάδα αντιστάθηκε στις σειρήνες του μίσους. Οι τοπικές κοινωνίες έδωσαν μαθήματα ανθρωπιάς και η κοινωνία των πολιτών κινητοποιήθηκε αποτελεσματικά σε συνεργασία με το κράτος, την ΕΕ και τους διεθνείς οργανισμούς».

 

Και πρόσθεσε: «Σήμερα, η Υπηρεσία Ασύλου, που δεν υπήρχε καν πριν 5 χρόνια, διαχειρίζεται τον 1ο σχετικά με τον πληθυσμό αριθμό αιτούντων στην Ευρώπη. Παράλληλα, η Ελλάδα, με την σημαντική γεωπολιτική της θέση, συνεισφέρει καθοριστικά στην ειρήνη και τη σταθερότητα σε μια ευρύτατα αποσταθεροποιημένη περιοχή».

 

Ακόμη, ανέφερε ότι «παρόλα τα προβλήματα αστάθειας και εθνικιστικής έξαρσης στην Τουρκία, κρατήσαμε ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας, διαφυλάσσοντας την ειρήνη στο Αιγαίο, προωθώντας συνεργατικές λύσεις στο προσφυγικό, επιμένοντας σε μια δίκαιη και βιώσιμη λύση» στο Κυπριακό. 

 

«Στην αποσταθεροποιημένη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, αποτελούμε, μαζί με την Κύπρο, τον μόνο ευρωπαϊκό πυλώνα σταθερότητας. Διευρύνουμε τις πολυμερείς συνεργασίες με την Αίγυπτο, το Ισραήλ, την Παλαιστίνη, την Ιορδανία. Και ταυτόχρονα εμβαθύνουμε τη βαλκανική συνεργασία και συνανάπτυξη, με σημείο αναφοράς τη Θεσσαλονίκη» τόνισε.

 

«Ξεκλειδώνοντας την ευρωπαϊκή προοπτική βαλκανικών κρατών» συνέχισε ο πρωθυπουργός «με κορωνίδα των προσπαθειών μας την ιστορική Συμφωνία των Πρεσπών με τον βόρειο γείτονά μας, αλλά και το συνεχιζόμενο διάλογο με την Αλβανία. Μετά από 26 χρόνια καταστροφικής κυριαρχίας του εθνικισμού, καταφέραμε με τον πρωθυπουργό της ΠΓΔΜ, κ. Ζάεφ, να γυρίσουμε σελίδα και να φτάσουμε σε μια αμοιβαίως αποδεκτή συμφωνία».

 

Περιγράφοντας τη συμφωνία έκανε λόγο για συμφωνία «χωρίς την επιβολή και την χρήση της ισχύος. Αλλά στη βάση της διπλωματίας και του διαλόγου. Μια συμφωνία που μπορεί να αποτελέσει πρότυπο επίλυσης διαφορών στην περιοχή μας».

 

Αναφορικά με την πίστη της ελληνικής κοινωνίας στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα, ο Αλέξης Τσίπρας σημείωσε την επιμονή και υπομονή της «στην ευρωπαϊκή πορεία της χώρας, ακόμη και όταν η ίδια η Ευρώπη ή έστω η κυρίαρχη έκφρασή της, πολλές φορές πλήγωνε και υποτιμούσε τον ελληνικό λαό. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν από την οκταετή αυτή ελληνική κρίση, που αφήνουμε πίσω μας, να βγάλουμε όλοι τα συμπεράσματά μας».

 

Συνεχίζοντας τόνισε πως ήρθε η ώρα να εξαχθούν συμπεράσματα για το ποια Ευρώπη θέλουμε προσθέτοντας και το «πώς θα την θωρακίσουμε απέναντι σε ενδεχόμενες νέες κρίσεις στο μέλλον. Το διακύβευμα για την Ευρώπη σήμερα είναι υπαρξιακού χαρακτήρα. Η μέχρι σήμερα διαχείριση της οικονομικής κρίσης, της προσφυγικής κρίσης αλλά και της κρίσης ασφάλειας, έχει αναδείξει τεράστια ελλείμματα και αντιφάσεις».

 

«Η έξοδος της χώρας από το τελευταίο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Προσαρμογής δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα επανέρχεται στο παρελθόν της» ανέφερε. «Είμαστε αποφασισμένοι να μην επαναλάβουμε τα λάθη και τις συμπεριφορές που συνέβαλαν στην κρίση. Το τέλος των μνημονίων δε συνιστά επαναφορά στο παρελθόν, αλλά ιστορική τομή με το παρελθόν» τόνισε χαρακτηριστικά.

 

Υπογράμμισε πως πρόκειται για «μια νέα αρχή, που εμπεδώνει τη σταθερότητα και την ασφάλεια, επουλώνει πληγές, διορθώνει σταδιακά αδικίες και διανοίγει νέες αναπτυξιακές προοπτικές για τoν λαό και τον τόπο μας».

 

«Την προσεχή περίοδο θα συνεχίσουμε τις συμφωνημένες μεταρρυθμίσεις, δίνοντας έμφαση στον περαιτέρω εξορθολογισμό της λειτουργίας του κράτους, τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης, την καταπολέμηση της γραφειοκρατίας, την εμβάθυνση των δημοκρατικών τομών μέσω και της επικείμενης συνταγματικής αναθεώρησης» επανέλαβε.

 

«Συνεχίσουμε τη πορεία της δημοσιονομικής ισορροπίας, ενώ παράλληλα θα θέσουμε ως προτεραιότητα τη δίκαιη ανάπτυξη και την προστασία της εργασίας» είπε, υπογραμμίζοντας: «Η Ελλάδα και οι Έλληνες απέδειξαν τα τελευταία χρόνια, πόσο βαθιά προσηλωμένοι είναι στην ιδέα της ευρωπαϊκής ενοποίησης».

 

«Οι κρίσεις που αντιμετωπίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση τείνει να τις μετεξελίξει σε δομική κρίση του εγχειρήματος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η αποτυχία της ΕΕ να δώσει δημοκρατικές και λειτουργικές απαντήσεις στις σύγχρονες προκλήσεις, θα έχει ως αναπόφευκτη συνέπεια τον θρίαμβο του σωβινισμού και την αναζωπύρωση των εθνικιστικών ανταγωνισμών. Θα την καταστήσει μια κατακερματισμένη ήπειρο, χωρίς ενότητα, χωρίς συνοχή, χωρίς διεθνή ρόλο και χωρίς προοπτική», υπογράμμισε.

 

Συνεχίζοντας, ο κ. Τσίπρας ανέφερε: «Στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, η Ευρωπαϊκή Ένωση, αντί να γίνει περισσότερο δημοκρατική, αξιοποιώντας τα όποια θεσμικά και πολιτικά εργαλεία απέδιδε η Συνθήκη της Λισαβόνας, έγινε περισσότερο τεχνοκρατική και εθνοκεντρική. Με τις κρίσιμες αποφάσεις να λαμβάνονται πίσω από κλειστές πόρτες άτυπων οργάνων, που δεν λογοδοτούν στους Ευρωπαίους πολίτες και κρατιούνται μακριά από αυτούς. Και με σχήματα τεχνοκρατών όπως αυτό της τρόικας να κρατάνε τα κλειδιά της οικονομικής κυριαρχίας και να μη λογοδοτούν πουθενά».

 

Επιπροσθέτως, «η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ακόμα και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο πέρασαν σε δεύτερο ρόλο, πίσω από το θεσμικά μη κατοχυρωμένο Eurogroup και απο τα τεχνικά κλιμάκια των τεχνοκρατών της ΕΚΤ και του ΔΝΤ. Ο δημοσιονομικός φετιχισμός στη διαχείριση της οικονομικής κρίσης επέτεινε ακόμη περισσότερο τις κοινωνικοοικονομικές ανισότητες τόσο ανάμεσα στα κράτη-μέλη όσο και μέσα σε αυτά».

 

Ως αποτέλεσμα του τρόπου λειτουργίας μέσω τεχνοκρατών ο πρωθυπουργός παρατήρησε ότι «εξουθένωσε μεγάλα κοινωνικά στρώματα και προκάλεσε σε ακόμα μεγαλύτερα οικονομική ανασφάλεια και φόβο. Και αυτή η αποτυχία της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης της κρίσης, τροφοδότησε τελικά το τέρας του σωβινισμού και του ακροδεξιού λαϊκισμού. Μετέφερε την Ακροδεξιά, από το εδώλιο του κατηγορουμένου της Ιστορίας και την απομόνωση, στο πολιτικό προσκήνιο», ήταν η τοποθέτησή του, που χειροκροτήθηκε από ευρωβουλευτές.

 

«Η προσφυγική κρίση που ακολούθησε, ήρθε απλά να επιβεβαιώσει την αδυναμία της Ευρώπης να προχωρήσει, όταν ένα μεγάλο μέρος των μελών της δεν ασπάζονται τις ιδρυτικές της αξίες» πρόσθεσε και υπογράμμισε πως «όταν κυριαρχεί η λογική του απομωνοτισμού έναντι της συνεργασίας, η λογική του "ο καθένας μόνος του", έναντι του επιμερισμού των βαρών η λογική της εθνικής αναδίπλωσης έναντι της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης και το δηλητήριο του μίσους και της ξενοφοβίας πηγάζει ξανά στη καρδιά της Ευρώπης, 70 χρόνια μετά την πανανθρώπινη τραγωδία του φασισμού».

 

«Σήμερα δεν βρισκόμαστε αντιμέτωποι μόνο με την εκλογική άνοδο κάποιων ακραίων δυνάμεων της εθνικιστικής και λαϊκιστικής Ακροδεξιάς. Αλλά βρισκόμαστε αντιμέτωποι και με τη διείσδυση της ξενοφοβικής και σοβινιστικής της ατζέντας εντός του δημοκρατικού φάσματος. Ο ρατσισμός και η ξενοφοβία γίνεται ηγεμονικός πολιτικός λόγος σε παραδοσιακές συντηρητικές δυνάμεις και όχι μόνο, διαμορφώνοντας τους συσχετισμούς σε κρίσιμες χώρες» παρατήρησε ο πρωθυπουργός προειδοποιώντας πως αυτή η εξέλιξη, απειλεί την Ευρώπη με αποσύνθεση.

 

«Κάποιοι από εσάς, το 2015 φοβηθήκατε τον ΣΥΡΙΖΑ και την αριστερά που διεκδικεί μια καλύτερη Ευρώπη. Πιστέψατε ότι όποιος αμφισβητεί τη σημερινή Ευρώπη της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας και των κοινωνικών ανισοτήτων, είναι κίνδυνος για το κοινό μας οικοδόμημα. Σήμερα όσοι το πιστέψατε αυτό, οφείλετε να παραδεχτείτε ότι πέσατε έξω» ανέφερε.

 

Επισήμανε την ανάγκη «εμβάθυνσης της πολιτικής ενοποίησης, ισχυρότερο Κοινοβούλιο και ευρωπαϊκούς θεσμούς με δημοκρατικό και κοινωνικό έλεγχο. Αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι ένα νέο ιερατείο της λιτότητας και της πειθαρχίας, αλλά μια Ευρωζώνη προσανατολισμένη στην ανάπτυξη, με μηχανισμούς εξισορρόπησης των ανισοτήτων». Προέταξε τη δημιουργία πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου που θα στηρίζει την κοινωνική συνοχή «έναν νομικά δεσμευτικό Ευρωπαϊκό Πυλώνα Κοινωνικών Δικαιωμάτων, την αναθεώρηση του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος Ασύλου, με δίκαιη κατανομή των βαρών».

 

Με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ