Ο πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας και πρωθυπουργός πλέον, Παναγιώτης Πικραμμένος κατά τη διάρκεια συνομιλίας που είχε  με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, έθεσε ως κύριο στόχο να διαφυλάξουμε και το κύρος της πατρίδας και την ομαλή μετάβασή της σε νέα πολιτική κυβέρνηση.

Ο Π. Πικραμμένος παραλαμβάνοντας την εντολή, αναγνώρισε πως είναι μεγάλο το βάρος που αναλαμβάνει και ευχαρίστησε για την εμπιστοσύνη λέγοντας πως ελπίζει να φανεί αντάξιος, ενώ σημείωσε πως πρόκειται για μία καθαρά υπηρεσιακή κυβέρνηση.

Ωστόσο, όπως επεσήμανε, «δεν διαφεύγει από κανέναν ότι η πατρίδα περνάει δύσκολες στιγμές» και απευθυνόμενος προς τον κ. Παπούλια, πρόσθεσε πως «υπό τη δική σας καθοδήγηση πρέπει να διαφυλάξουμε το κύρος της πατρίδας και την ομαλή μετάβαση σε μία νέα πολιτική κυβέρνηση».

Τέλος, ο υπηρεσιακός πρωθυπουργός αστειεύτηκε αναφερόμενος σε δημοσιεύματα του Τύπου, σύμφωνα με τα οποία, λόγω ονόματος θα ήταν ο καταλληλότερος για να είναι ο τελευταίος πρωθυπουργός της μεταπολίτευσης.

Το Βιογραφικό του

Ο Παναγιώτης Πικραμένος ήρθε στη ζωή στην Αθήνα, το 1945, στο σπίτι του Όθωνα Πικραμμένου και της Θάλειας (το γένος Χαιρέτη). Αποφοίτησε το 1963 από την Γερμανική Σχολή Αθηνών και, πέντε χρόνια αργότερα, πήρε το πτυχίο του από τη Νομική Σχολή Αθηνών του Καποδιστριακού. Μιλά, άπταιστα, τη γαλλική, την αγγλική και τη γερμανική.

 

Σύζυγός του, είναι η Αθηνά Νούτσου- Πικραμμένου, με την οποία έχει μια κόρη- φοιτήτρια, σήμερα.

 

Την τετραετία 1969 -1973, δικηγόρησε στην Αθήνα, με εξειδίκευση σε θέματα Ναυτικού Δικαίου. Εργάστηκε, το 1972, στο δικηγορικό γραφείο Ince&Co του Λονδίνου, ενώ, δύο χρόνια μετά, πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο πανεπιστήμιο Paris II, απ' όπου και έλαβε τον μεταπτυχιακό τίτλο DES de Droit Public.

 

Το 1976, διορίστηκε, κατόπιν διαγωνισμού, στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ως εισηγητής. Πέντε χρόνια αργότερα, προήχθη στον βαθμό του παρέδρου. Παρακολούθησε, στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής του αδείας, τη διετία 1988-1989, μαθήματα Ευρωπαϊκού Δικαίου στο πανεπιστήμιο Paris II. Το 1993, τον βρίσκει με τον βαθμό του συμβούλου.

 

Προήχθη σε αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, το 2007 και, δύο χρόνια μετά, δηλαδή τον Ιούλιο του 2009, προήχθη σε πρόεδρο του ίδιου δικαστηρίου. Είναι, παράλληλα, πρόεδρος του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (ΑΕΔ) και έχει διατελέσει μέλος νομοπαρασκευαστικών επιτροπών, καθώς και υπηρεσιακών συμβουλίων.

 

Την τετραετία 2005 -2009, άσκησε, παράλληλα με τα καθήκοντα του δικαστικού λειτουργού και καθήκοντα γενικού διευθυντή της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών, θέση από την οποία υπέβαλε παραίτηση, μετά την προαγωγή του σε πρόεδρο του ΣτΕ (2009).

Τη διετία 1991-1993, διετέλεσε σύμβουλος του πρωθυπουργού σε θέματα δημοσίου δικαίου, ενώ, το χρονικό διάστημα 1990-1991, ήταν μέλος της Κεντρικής Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής - ΚΕΝΕ.

 

Διετέλεσε μέλος της ειδικής νομοπαρασκευαστικής επιτροπής που εκπόνησε το σχέδιο του νόμου 3674/2008 «Ενίσχυση του θεσμικού πλαισίου διασφάλισης του απορρήτου της τηλεφωνικής επικοινωνίας και άλλες διατάξεις».

 

Προήδρευσε της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής του υπουργείου Δικαιοσύνης για την ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας 2002/58/ΕΚ «για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες» (Ν. 3471/2006 «Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τροποποίηση του Ν. 2472/1997»).

 

Επιπλέον, προήδρευσε της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής του υπουργείου Δικαιοσύνης για την ενσωμάτωση της οδηγίας 2006/24/ΕΚ (σχέδιο νόμου με τίτλο «Διατήρηση δεδομένων που παράγονται ή υποβάλλονται σε επεξεργασία σε συνάρτηση με την παροχή διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή δημοσίων δικτύων επικοινωνιών και τροποποίηση του Ν. 3471/2006»).

 

Διετέλεσε εισηγητής σε σημαντικές υποθέσεις ενώ, υπό την προεδρία του, έχουν εκδοθεί πολλές αποφάσεις μείζονος σπουδαιότητας. Ειδικότερα, ήταν εισηγητής, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις του δασικού νόμου, της ανέγερσης του Μουσείου της Ακρόπολης, του γηπέδου της Α.Ε.Κ., ενώ προήδρευσε στις υποθέσεις του Μνημονίου, της έκτακτης εισφοράς, η οποία εισπράχθηκε μέσω της ΔΕΗ (το λεγόμενο «χαράτσι»), του «Καλλικράτη», κ.λπ.

 

Αποχωρεί από το δικαστικό σώμα, την 30η Ιουνίου του 2012.