Όταν ο Ντέιβιντ Καρ άρχισε να γράφει τη «Media Equation», τα μέσα ενημέρωσης προσπαθούσαν να καταλάβουν το πρώτο μεγάλο σοκ του διαδικτύου. Δύο δεκαετίες αργότερα, οι New York Times αποφασίζουν να την επαναφέρουν, σαν να παραδέχονται ότι το τοπίο χρειάζεται πάλι έναν επίμονο χαρτογράφο.
Νέος αρθρογράφος της στήλης θα είναι ο Μάικλ Χίρσορν, συγγραφέας, δημοσιογράφος, παραγωγός και στέλεχος των μέσων, ο οποίος θα ξεκινήσει τον Νοέμβριο. Είναι ο τέταρτος άνθρωπος που αναλαμβάνει τη συγκεκριμένη θέση, μετά τον Καρ, τον Τζιμ Ρούτενμπεργκ και τον Μπεν Σμιθ.
Η επιστροφή της στήλης δεν μοιάζει με απλή νοσταλγία για μια παλιότερη εποχή της εφημερίδας. Οι ίδιοι οι Times τη συνδέουν με ένα περιβάλλον όπου το κάθετο βίντεο έχει καταπιεί μεγάλο μέρος του διαδικτύου, τα podcast μετατρέπονται σε τηλεοπτικές εκπομπές, οι εικόνες και τα βίντεο που φτιάχνονται ή αλλοιώνονται με τεχνητή νοημοσύνη διαβρώνουν την εμπιστοσύνη, ενώ οι εκδότες προσπαθούν να προετοιμαστούν για έναν κόσμο όπου η αναζήτηση στο διαδίκτυο δεν θα λειτουργεί όπως πριν.
Σε αυτό το σημείο, το παλιό ερώτημα της «Media Equation» επιστρέφει σχεδόν αναγκαστικά: ποιος ελέγχει την προσοχή, ποιος χτίζει εμπιστοσύνη, ποιος κερδίζει από τη σύγχυση και ποιος μπορεί ακόμη να εξηγήσει τη βιομηχανία που εξηγεί τον κόσμο στους υπόλοιπους.
Ο Χίρσορν έχει μια διαδρομή που τον κάνει ενδιαφέρουσα επιλογή ακριβώς επειδή δεν έρχεται μόνο από την κλασική δημοσιογραφία. Υπήρξε features editor στο Esquire, executive editor στο New York Magazine και αρχισυντάκτης του Spin. Το 1999 συνίδρυσε το Inside.com, όπου είχε μάλιστα επιμεληθεί κείμενα του ίδιου του Καρ, πριν περάσει στην τηλεόραση.
Στις αρχές των 00s έγινε επικεφαλής προγράμματος στο VH1, την εποχή που το κανάλι έχτιζε τη δική του γλώσσα γύρω από την τηλεοπτική νοσταλγία, την pop μνήμη και το reality. Από εκεί πέρασαν σειρές όπως το «I Love the ’80s» και το «Flavor of Love», δηλαδή ακριβώς το είδος της τηλεόρασης που πολλοί υποτίμησαν τότε και αργότερα αναγνώρισαν ως προειδοποίηση για ολόκληρη την κουλτούρα της διασημότητας.
Αυτό είναι και το πιο ωραίο κομμάτι της επιλογής. Ο Χίρσορν δεν έχει απλώς παρατηρήσει τις αλλαγές στα μέσα. Έχει βρεθεί μέσα τους: στα περιοδικά, στην πρώιμη online δημοσιογραφία, στην καλωδιακή τηλεόραση, στα reality, στα ντοκιμαντέρ, στην εποχή όπου το YouTube προσπάθησε να μοιάσει περισσότερο με τηλεόραση. Η διαδρομή του περνά από πολλά από τα σημεία όπου τα μέσα άλλαξαν μορφή πριν προλάβουν οι ίδιοι οι θεσμοί να καταλάβουν τι τους συνέβαινε.
Υπάρχει και μια ωραία ειρωνεία στην επιστροφή του. Το 2008 είχε γράψει ότι οι New York Times θα μπορούσαν, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να φτάσουν ακόμη και στο κλείσιμο. Τώρα επιστρέφει πλήρως στη δημοσιογραφία για να γράψει μία από τις πιο φορτισμένες στήλες της ίδιας εφημερίδας.
Η παλιά «Media Equation» είχε βάρος επειδή ο Καρ δεν έγραφε για τα μέσα σαν να ήταν απλώς επιχειρήσεις. Τα έβλεπε σαν σύστημα εξουσίας, εγωισμού, εξάρτησης, τεχνολογικής βίας, δημόσιας εικόνας και προσωπικών εμμονών. Αυτός είναι και ο λόγος που η αναβίωσή της σήμερα έχει νόημα: τα μέσα δεν έχουν απλώς αλλάξει πλατφόρμες. Έχουν χάσει ξανά τη σταθερή τους μορφή.
Από την κατάρρευση της παραδοσιακής αναζήτησης έως την κυριαρχία των creators, από την τεχνητή νοημοσύνη έως την πολιτική πίεση προς τον Τύπο, το ερώτημα δεν είναι πια μόνο πού θα δημοσιεύεται η δημοσιογραφία. Είναι ποιος θα τη βρίσκει, ποιος θα τη διαβάζει, ποιος θα την εμπιστεύεται και ποιος θα τη χρηματοδοτεί.
Οι New York Times επαναφέρουν, λοιπόν, μια παλιά στήλη επειδή το παλιό πρόβλημα επέστρεψε με καινούργιο σώμα. Κάποτε το ερώτημα ήταν τι κάνει το διαδίκτυο στις εφημερίδες.
Τώρα είναι τι απέγιναν τα μέσα όταν το διαδίκτυο έπαψε να είναι ένας τόπος και έγινε παντού.
Με στοιχεία από The New York Times Company, TheWrap, Mediaite